Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Πρὸς Καρχηδονίους

οζ΄

Πρὸς Καρχηδονίους

Κάθε ἄνθρωπος κάστρο ἁψηλὸ καὶ κάθε κάστρο χώρα,
μηδὲ λαλιὰ ν' ἀκούστηκεν γιὰ χάρι τῶν πολλῶν.
Οἱ λεγεῶνες, μέσαγρα, τὸ βιός μας καταλύουν
κ' ἐσεῖς βρονταλαλάζετε στὴν μέσι τῶν χορῶν.
Ἒ Καρχηδόνιοι, δύσκολο στοὺς χαλεποὺς καιρούς μας
Ξάνθιππος πάλε νὰ φανεῖ, νὰ διώξει τοὺς ἐχθρούς μας.

Παρηγοριὰ στὸν Θερσίτη

οστ΄

Παρηγοριὰ στὸν Θερσίτη

Μὴν κλαίγεσαι Θερσίτη μου καὶ μὴν πολυλυπᾶσαι
ποὺ σ’ ἔδειρε μὲ τὸ ῥαβδὶν ὁ βασιλιὰς Δυσσέας
κι ὅλοι μ’ ἐσὲν γελάσασιν οἱ ἀρχοντογεννημένοι.
Κάποτε καὶ τὸ γένος σου στ’ Ἄργος θὰ βασιλέψει.
Καὶ θά ’ναι οἱ δοῦλοι ἄρχοντες καὶ οἱ ἀρχόντοι δοῦλοι,
οἱ χαραμίτες θά ’ναι ἀξοί, δασκάλ’ οἱ τιποτένιοι,
περίγελως τῶν κιότηδων τ’ ἄτρομα παλληκάρια.

Εἰς μνήμην...


οε΄

Εἰς μνήμην τοῦ σκύλου
Ἕκτορος

Δὲν σὲ φοβοῦμαι Χάροντα, ποτὲς δὲν σὲ φοβήθην,
μὰ ψέμματα θὰ τό ’λεγα σκληρὸς ὅτι δὲν εἶσαι.
Ἀρρώστιες οἱ σαγίτες σου, κοντάρι σου ὁ πόνος,
σπαθί σου, τὸ φαρμακερόν, ὁ θάνατος ἀτός του.
Κι ἂν ὅλους πάρεις π’ ἀγαπῶ κι ὅσους θὲ ν’ ἀγαπήσω
δὲν σκιάζεις με πικρόχαρε τὸ ἀγαπᾶν νὰ πάψω.

Ἀποχαιρετισμός...

οδ΄

Ἀποχαιρετισμὸς στὴν γατούλα
Τσιτσιφρίγκα

Δώδεκα χρόνους ἔζησες μικρὴ τριανταφυλλίτσα
κ' εὐώδιασες μὲ τ' ἄνθια σου τὴν ἄχαρη ζωή μας.
Μᾶς γέννησες πολλῶ λογιῶ μικρὲς τριανταφυλλίτσες
κ' ἐγίνη ὁ βιός μας ὁ ξερὸς περβόλι μυρωδάτο.
Εἴθε ὁ δαίμων ὁ καλὸς νὰ σὲ καλοτυχίσει,
κι ὡσότου ξανασμείξουμε δὲν σ' ἀπολησμονοῦμε.
Ὅ,τι ἔδεσεν ὁ ἔρωτας ὁ θάνατος δὲν λύνει.

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Νέα Μαγνησία

ογ΄

Νέα Μαγνησία

Δεντράκι μου παράμορφο ποῦθε γενοκρατιέσαι;
-Κύρης μου μέγας πλάτανος, στοῦ Ἄσιου τὸ λειβάδι
πού ’χε χιλιάδες τὰ ῥιζά, παραμυριάδες φύλλα.
Κ’ ἦρθαν οἱ χαλεποὶ καιροί, μῆνες καὶ χρόνοι μαῦροι,
καὶ καταγῆς τὸν πλάγιασε τζεκούρι λυσσιασμένο.
Μὰ φύσηξε τοῦ πέλαγου τὸ δροσερὸν ἀγέρι,
σποράκι μὲ ταξίδεψε στ’ ἀντικρυνὸ περγιάλι.
Καὶ δέχθη με ἡ μάνα μου, ἡ χώρα τοῦ Ἀλεξάνδρου,
κ’ ἐφύτρωσα κ’ ἐρίζωσα...

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Σ' ἕνα Σκυριανὸ ἀμπέλι

οβ΄

Σ' ἕνα Σκυριανὸ ἀμπέλι
τοῦ 1676

Πόσοι τὰ κόπια σβῆσαν τῆς ἄχαρης δουλειᾶς,
πόσοι δὲν ἀνιστόρησαν στὴν ἄκρη τῆς φωτιᾶς.
Πόσοι δὲν ἀγαπῆσαν στὲς βαρυχειμωνιές,
καὶ πόσοι χαροκόπησαν σὲ γλέντια καὶ γιορτές.
Βέβηλο τώρα χέρι, σὲ κόβει, πειρατῆ,
καὶ τὸ γλυκὸ κρασάκι σου ἄλλος δὲν θὰ χαρεῖ.
-Γιὰ μπέσα, τῶν κουρσάρω, τὶς χοῦφτες φτύσαμεν,
ἀμπέλια καὶ τζεκούρια, χώρια κρατήσαμεν.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Εἰς Μύλους


οα΄

Εἰς Μύλους

Ὁ Ὑψηλάντης στὰ δεξιά, στὴν μέσι ὁ Μακρυγιάννης,
ὁ Κωσταντήμπεης στὰ ζερβὰ μὲ τὸν Χατζημιχάλη,
κ’ ἡ ἀραπιὰ γιουρούσευεν σὰν κῦμα θεργιεμένον,
κι ἀπ’ τὴν φρηγάδα ὁπού ’βλεπεν ὁ Δεριγνὺς προστάζει:

«Λύσε φελούκα ναύκληρε καὶ ῥούμι νὰ φορτώσεις,
νὰ βγοῦμε νὰ κεράσωμεν τοὺς ἄξιους πολεμάρχους.
Καὶ σὺ γραμματικόπουλε εἰς τὴν Φραγκιὰ νὰ στείλεις,
νὰ μάθουνε τὸν πόλεμον ποὺ κάνουν οἱ ἀντρειωμένοι,
πῶς εἶν στὴ γῆς οἱ δυνατοὶ κι ὀρθοὶ οἱ γυμνωμένοι».


Εἰς Βαρθολομαῖον Σέρραν


ο΄

Εἰς Βαρθολομαῖον Σέρραν

Στοῦ Φουτοὺχ τὴν καστροπόρτα κόσμος βγῆκε νὰ ἰδεῖ
κ’ ἕνας ξένος νὰ μαθάνει ῥώταε γέρο Μισιρλή.
«Ὁ φὰρθ ἒλ ῥουμάν, ποὺ λένε, ἀπ’ ἐδῶ ξένε κινᾶ
μὲ τοὺς Ἕλληνους ἀντάμα, στὰ φαριὰ τ’ Ἀράβικα.
Ἡ ἔρημος τό ’χει τραγούδι καὶ οἱ μπαντουβίνοι κλαῖσι
ποὺ ληστάρχους, χαραμίτες σίδερα βαριά ’χει δέσει».


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Λιμενομαχία στὸ Γαλαξείδι


ξθ΄

Λιμενομαχία στὸ Γαλαξείδι

Πέφτουσιν τόπια τὸ ταχὺ καὶ λουμπαρδιὲς τὸ δείλι,
σειόνται κ’ οἱ ἀράδες τῶν σπιτιῶν κ’ ἡ τοῦ γιαλοῦ ἐστρώθη
καὶ τοῦ πελάου ἀπάνωθε μπούρμπερη ἀντάρ’ ἁπλώθη,
κι ὁ Ντουρατζίμπεης πολεμᾶ μὲ τοὺς Γαλαξειδιῶτες.
Μπόμπες βαρέσαν τὸ νερό, τὰ κάτεργα κουρσούμια,
βάρεσε κ’ ἡ τρανότερη τὴν μπαρουταποθήκην.
Λαμπάδιασαν τὰ κύματα κ’ οἱ οὐρανοὶ φλομῶσαν,
φράξαν τὴν θάλασσα κορμιὰ καὶ τὸν ἀφρὸ σανίδια
καὶ τὸ πατάριν τοῦ βυθοῦ κουφάρια λειανισμένα.
Γαλιότες κάησαν τέσσαρες, πέντε τὸν πιάνουν πρέζα
καὶ μιά, καὶ μισοκαίγοταν, οἱ μπαρμπαρέσοι ἐσῶσαν
καὶ τοῦ Ἔπαχτου τὴν ἀφεντιὰν μ’ ἐκείνην ἐγλυτῶσαν,
κι ὡς ἔφευγε σέρνει φωνή, γαβγίζει λυσσιασμένος,
τὸ γαῖμαν του στὴν κεφαλή, τὰ γένεια καπνισμένος:

«Θὰ τὸ πλερώσεις πού ’καμες ἄτιμον Γαλαξείδι,
μὲ ἀντρειγιὰ δὲν πῆρα σε, μὲ μπαμπεσιὰ σὲ παίρνω,
καὶ χριστιανὴ μ’ ἐγέννησεν καὶ ἠξεύρω σὰν γιορτάζεις.
Καὶ σήμερον σαρακοστὴ κι ὣς νά βγει φέρνω ἀσκέρι,
καὶ τῆς λαμπρῆς τὴν χαραυγήν, μὲ τὰ Χριστὸς ἀνέστη,
ξαρμάτωτο σοῦ ῥίχνομαι καὶ σὲ περνῶ μαχαίρι».





Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Δῶρο ἀκριβὸ

ξη΄

Δῶρο ἀκριβὸ

Τί τό ’θελες μωρὲ Λενιὼ κρυφὰ νὰ ξεπορτίσῃς,
νὰ κατεβῇς εἰς τὸ γιαλόν, νὰ πλύνῃς τὰ προικιά σου.
Καὶ ἤλθασιν κι’ ἁρπάξαν σε κουρσάροι μπαρμπαρέσοι
καὶ τρίδιπλ’ ἁλυσῶσαν σε στὸ μεσιανὸ κατάρτι,
καὶ σκλάβα τους σ’ ἐκάμασι, στὴν μπαρμπαριὰ σὲ πᾶνε
δῶρο ἀκριβὸ τοῦ ἐμήρη τους...
γιά νὰ μοσχοπωλήσῃ σε, γιά ταίρι του νὰ σ’ ἔχῃ.



Μαρδαΐτες

ξζ΄

Μαρδαΐτες

Τρέμουν οἱ ἀμηράδες, τρέμουν Σαρακηνοί,
τρέμουν τοὺς Μαρδαΐτες, τὸ χάλκινο καστρί.
«Ἀφέντη τῶν Ῥωμαίων γιὰ πάρε τους μακριά,
δώνω φαριὰ πενῆντα, χιλιάδες τρεῖς χρουσᾶ,
κι’ ὀχτὼ χιλιάδες δούλους τὸ ποὺ γυρνᾷ ἡ χρονιά».
«Ἀφέντη τῶν Ῥωμαίων δὲν τό ’καμες καλά,
τοὺς Μαρδαΐτες τράβηξες ’πὸ Ταῦρον καὶ Σουριά».



Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Ἀκρίτα

ξστ΄

Ἀκρίτα

Ἀκρίτα μ’ ἔρθεν ἄνοιξις, ἐρθὲν τὸ καλοκαίριν,
κι’ ἀπὸ Μισίρι καὶ Σουριὰ μαζώνοντ’ Ἀραβίδες.
Μαζώνοντ’ ἀρματώνονται φουσσᾶτα νὰ συνάξουν,
νὰ ’ρθοῦν καὶ νὰ κουρσέψωσι τὴν χώρα τῶν Ῥωμαίων.
-Κι’ ἐμεῖς ἐδῶ θὲ νά ’μαστε, καλῶς τους νὰ κοπιάσουν.


Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Μαζέρος τῆς ἀγάπης


ξε΄

Μαζέρος τῆς ἀγάπης

Οἱ μάγοι οἱ Κορσικανοὶ ν’ ὁποὺ τοὺς λὲν μαζέροι
ὁλονυχτὶς στὰ ὀνείρατα ὁμάδιν κυνηγοῦσιν.
Σὲ βάλτους κι’ ἀκροποταμιὲς βγαίνουν εἰς τὸ καρτέριν,
κι’ ὅποιο θεργιὸ νὰ πρωτοϊδοῦν μὲ τὰ ῥαβδιὰ χτυποῦσιν.
Κι’ ὡς ξεψυχᾷ ξετάζουν το τίνος μορφὴ τοὺς φάνη,
κεῖνος ’πὸ τοὺς συγχωριανοὺς ἔνι γιὰ ν’ ἀποθάνῃ.
Κι’ ὁ ποὺ λαβώθη μιὰ φορὰ πλειὰ γλυτωμὸν δὲν ἔχει,
παρὰ ὣς νά βγῃ ἡ χρονιὰ τὸν Χάρον ἀπαντέχει.
Μὰ ἐγὼ ἀντὶς τὸν θάνατο νὰ λέγω τῶν ἀνθρώπων
κάλλιον νὰ λογιόμουνα μαζέρος τῆς ἀγάπης.
Σὰν πέφτῃ ἡ νύχτα νὰ κινῶ στὰ δάση τοῦ ὀνειράτου,
σὲ γοῦρνες, λάκκους, ῥεμματιὲς νὰ καρτερῶ λαφῖνες.
Σὰν ἔρχωνται νὰ πιοῦν νερό, τὴν κεφαλὴ καὶ σκύβουν,
μὲ τῆς ἀγάπης τὴν σαϊτιὰ νὰ τὲς ῥωτολαβώνω.
Κι’ ὡς καίγει ἡ λαβωματιὰ καὶ βαριαναστενάζουν,
ἀπ’ τοῦ καημοῦ τὸ στέναγμα τὴν κόρη νὰ γνωρίζω.
«Καλὴν ἡμέραν λυγερή». «Καλῶς μου τὸν μαζέρο».
»Σάμπως καὶ μ’ ὠνειρεύτηκες μαζέρε τῆς ἀγάπης;»
«Οἷον ποθεῖς το μὲ ζητᾷς γιὰ νὰ σοῦ μολογήσω,
ἐψὲς στ’ ὄνειρον μ’ ἔλαχες νὰ σὲ ῥωτοχτυπήσω.
Κι’ ἀφοῦ λαβώθης λυγερὴ πλειὰ γλυτωμὸν δὲν ἔχεις,
παρὰ ὣς νά βγῃ ἡ χρονιὰ τὸν ἔρωτα παντέχῃς».
(Σὰν τί ῥωτᾷς; Ποὺ λαχταρῶ χρόνους ὀχτὼ μικρό μου,
καὶ ἄλληνα παρ’ ἀπὸ σὲ δὲν ξεύρει τ’ ὄνειρό μου.)

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Τὸ τείχισμα τῆς Θήβας

ξδ΄

Τὸ τείχισμα τῆς Θήβας

Ἰδέτε πρωτομάστορες κι’ ἀδέλφι' ἀγαπημένα,
τῆς Θήβας θεμελιώνουσι τὸ μέγα καστροτείχι.
Ἀτός του ὁ Ζῆθος ξεκολλᾷ θεόρατα λιθάρια,
κι’ ὁ Ἀμφίων κρούει στὴ λύραν του γλυκόλαλο τραγούδι.
Κι’ ἀχὸς τοὺς λίθους, μαγικός, ἀράδα συνταιριάζει,
θεμελιοκαστροδένει τους δίχως ἀνθρώπου μόχθον!  

Παρηγοριὰ τοῦ ἀοιδοῦ

ξγ΄

Παρηγοριὰ τοῦ ἀοιδοῦ

Σὰν γκρίζα καστροφυλακή, τριπλοκαγκελλωμένη,
μὲ προμαχῶνες ἁψηλούς, τάφρο βαθὺν ζωσμένη,
εἶν’ ἡ πολύπικρη πενιὰ ποὺ χρόνους πολεμῶ την,
μὰ τὰ μικρὰ τραγούδια μου βαστοῦν με καὶ βαστῶ την.
Ποὺ τά ’χω ἀντὶς γιὰ ῥοδαυγή, γιὰ ἥλιον μεσημέρι,
γιὰ τ’ ἀργυρόχρουν δειλινό, τ’ ὁλόδροσον ἀγέρι. 


Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Τῆς θύμησης κρασὶ

ξβ΄

Τῆς θύμησης κρασὶ

Μοιάζει τ’ ἀνθρώπου ἡ ψυχὴ μὲ τρίσβαθο κελλάριν
ποὺ μέσα του ζυμώνεται ἀκέρηος του ὁ βιός.
Κι’ ὁπού ’παθεν κι’ ὁπού ’καμεν παληώνει κι’ ὡριμάζει
ὣς νὰ γενῇ τῆς θύμησης οἶνος γλυκόπιοτος.
Στὰ πάντερμά του γηρατειὰ τὴν κοῦπα νὰ κερνάῃ,
νὰ γεύεται τὰ νειῶτα του κι’ ὁ νοῦς του νὰ μεθάῃ.  



Τὸ τραγούδιν τοῦ Φιλῆ

ξα΄

Τὸ τραγούδιν τοῦ Φιλῆ

«Φιλῆ αὐτοῦ ποὺ κάθεσαι κι’ ὁλημερὶς νεγνώθεις,
πές μας σὰν τί στοχάζεσαι κι’ εἰς τὸ μυαλό σου κλώθεις,
στέκεις τῆς τάβλας μακριὰ καὶ τοῦ πιοτοῦ ἀλάργα,
κι’ οὔτε τὴν λύραν κρούεις την νὰ παίξῃς τῶν συντρόφων;»
«Πιάσε τὴν λύραν, βρὲ Φιλῆ, νὰ γλυκοτραγουδίσῃς,
μ’ ἀγάπες, πάθια κι’ ἀντρειγιὲς τὸ νοῦ μας νὰ γιομίσῃς».
«Ἀητὸς ἀητόπουλα γεννᾷ, ληοντάρια κάμει ὁ ληόντας,
κι’ ὁ ’πὸ βασιλικὴ γενηὰ κάμει τ’ ἀρχοντοπαίδια.
Ὅμοια καὶ ὁ Δημάρατος, Κορίνθιος, Βακχιάδης,
διωγμένος σήκωσε πανιὰ ἀπ’ τὴν γλυκειὰ πατρίδα
κι’ ἄραξε μὲς στοὺς Τυρρηνοὺς καὶ βασιληάς των γίνη.
Κι’ ἀξιώθ’ ὑγιὸν ποὺ κράτησε τὴν ῥάβδο στοὺς Λατίνους...»

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Δανάη

ξ΄

Δανάη

«Κελὶ ποιόν κρύβεις καὶ φυλᾷς;» «Τοῦ Ἀκρίσιου τὴν κόρη».
«Κι’ ὁ λόγος πού ’ναι σφαλιστή;» «Μὴ τὴν πλαγιάσ’ ὁ Δίας».
«Δύνεσαι τὸν θεὸν κρατᾷς;»
«Μήτε θεόν, μήτ’ ἄνθρωπον, σὰν εἶν’ ἐρωτευμένος,
κι’ ὁ τέτοια ποὺ στοχάζεται βαθιὰ εἶναι νυχτωμένος».



Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

1300 Π.Χ.

νθ΄

1300 Π.Χ.

Φέραν τὸν γέρο Μέδωνα τ' ἀγγόνια του στὸ κτῆμα,
ὅσο βαστοῦν τὰ πόδια του στερνὰ νὰ τ' ἀντικρύσῃ.
Ἐμπρὸς ὑπάγει ὁ Μέδωνας, πίσω τραβοῦν τ' ἀγγόνια,
κι’ ὅλο τὸν τόπο ἀναγυρνᾷ κι’ ὅλον θυμᾶται κάτι,
καὶ δείχνει τους μὲ τὸ ῥαβδὶν καὶ ἱστοράει καὶ λέγει,
σὰν ξόριστο ῥηγόπουλο ποὺ μνήσκει τὰ χαμένα.
Ξάφνου ὁ ἥλιος θόλωσεν, ξάφνου ὁ ἥλιος χάθη.
«Ἀστραπολάμπει καὶ βροντᾷ κι’ ὁ ἄνεμος σουρίζει,
ὁ οὐρανὸς μελάνιασε, κοντοζυγών' ἡ μπόρα.
Σῦρτε παιδιά μου ὀγλήγορα στὴ σάγιαν ἀποκάτω,
ἐσεῖς στεγνὰ νὰ κάθεστε κι' ἐγὼ νὰ σᾶς φηγοῦμαι,
νὰ σᾶς εἰπῶ γιὰ τοὺς παληοὺς καὶ γιὰ τοὺς βασιληάδες».


Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Ἡρὼ καὶ Λέανδρος

νη΄

Ἡρὼ καὶ Λέανδρος

«Ξένε ποιός εἶσαι; Πές μου πόθεν ἔρχεσαι;
Τί ’ναι τὸ ποὺ ζητᾷς καὶ κρυφορέγεσαι
κι’ ὡσὰν ἀγρίμιν ’πὸ τὸ ῥοῦχο σέρνεις με;»
«Ἀφὲς κόρη μ’ τὰ λόγια τὰ γυναίκικα,
τὰ νάζια, τὰ παρθενοπαιχνιδίσματα,
τῶν κορασιῶ τὰ γλυκοφοβερίσματα.
Καὶ ἡ Κύπριδα μὲ τέτοια δὲν εὐφραίνεται,
μὸν μ’ ἀγκαλιές, κορμιὰ ποὺ κλινογέρνονται.
Κι’ ἐγὼ Λέανδρος εἶμαι, ὁ Ἀβυδιανὸς...»


Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Ὀδυσσεὺς καὶ πατρίδα

νζ΄

Ὀδυσσεὺς καὶ πατρίδα

Ἦτον ἡ νύχτα ὁλόφωτη, γιομᾶτο τὸ φεγγάριν
καὶ ὁ Δυσσέας γρύπναε στῆς νύμφης τὸ κλινάριν.
Δεξιά του στέκει ὁ ἔρωτας, παραζερβά του ὁ νόστος,
κι' οἱ δυό τους ἐκουβέντιαζαν κι’ ἀθθιβολὴν ἐσῦραν.
Τὴν νύμφη ὁ ἔρως παίνευε κι’ ὁ νόστος τὴν πατρίδα,
ψηλὲς τῆς νύμφης οἱ χαρές, ψηλότερα ἡ πατρίδα.  

Μῆλος καὶ Πελία

νστ΄

Μῆλος καὶ Πελία

Σὲ δέντρο ἀπάνω φουντωτό, κλωνάριν ἀνθισμένο,
τὸν Μῆλο ἐθώρει κι’ ἔκλαιγ’ ἡ Πελία κρεμασμένον,
καὶ ἡ κόρη ὁποὺ τὸν ἀγαπᾷ στὸν ᾍδην γύρεψέ τον.
Ἡ Ἀφροδίτη ὡς εἶδε τους πολλὰ βαριὰ λυπήθη.
Μηλίτσα κάμει τὸ δεντρί, τὸν Μῆλον μηλαράκι,
τὸ ταίρι ὁπού ’χεν ἀκριβό, λευκὸ περιστεράκι.


Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Εἰς Κωλιάδαν Ἀφροδίτην

νε΄

Εἰς Κωλιάδαν Ἀφροδίτην

Λεβεντονηὸν ἐπιάσασιν οἱ Τυρρηνοὶ κουρσάροι,
τὸν δέσαν χειροπόδαρα καὶ χάμαι τὸν ἐῤῥῖξαν.
Κρυφοθωροῦσε κι' ἔλειωνε τ' ἀφέντη ἡ θυγατέρα,
κρυφομιλεῖ τοῦ κύρη της, τὸν νηὸν ἐλευθερώνει.
Καὶ εἰς τὴν ἀγάπη ὁ νηὸς ναὸ τειχίζει, θεμελιώνει,
ποὺ σπάει τῶν σκλάβων τὰ δεσμὰ κι’ ἀφέντες ἁλυσώνει.  

Βριτόμαρπις

νδ΄

Βριτόμαρπις

Τὲς σαγίτες μου ἐζώστην, τὸ δοξάριν μου βαστῶ,
σ’ ἄγρια κι’ εἰς ἐρμιὲς κυνήγουν, σὲ φαράγγια ἐθήρευα.
Κι’ ηὗρα μιὰν ἀφροπλασμένη, μιὰ νεραϊδογέννητη,
κι’ ἤλαμπεν ὡς τὸ φεγγάρι ποὺ πλανιέται στὴν νυχτιά.
Ἐλησμόνησα κυνήγια κι’ ἀγριμολογήματα,
τέτοιο διαλεχτὸ κυνήγιν μήγαρις τ’ ἀρνήθηκα;


Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Πρωτεσίλαος καὶ Λαοδάμεια

νγ΄

Πρωτεσίλαος καὶ Λαοδάμεια

Παντέρμη ἡ Λαοδάμεια στὸν ἀργαλειὸν ὑφαίνει,
τὸν Πρωτεσίλαο ἀνιστορεῖ, τὸν Πρωτεσίλαο κλαίει,
κι’ ἀπὸ τὰ δάκρυα τ’ ἁλμυρὰ κι’ οἱ ἀθάνατοι λυγίσαν.
Τοῦ Πλούτωνα ἐμήνυσαν, στεῖλαν τοῦ κάτω κόσμου
κι’ ὁ Πλοῦτος λευτερώνει τον, νὰ τὸν στερναγκαλιάσῃ.
Κι’ ἡ κόρη δίχως κειὸν δὲν ζῇ καὶ τὸν νεκρὸ ἀκλουθάει,
νύφη νεκροπαντρεύεται στοῦ ᾍδη τὰ σεράγια.


Πενθεσίλεια καὶ Ἀχιλλεὺς

νβ΄

Πενθεσίλεια καὶ Ἀχιλλεὺς

Τὴν Πενθεσίλεια ὁ Ἀχιλλεὺς σπαθοκοντάρισέ την,
κι’ ὡς ἡ ψυχή της φτέρωνε κατάματα τὸν κοίτα,
βαριὰ τὸν λάβωσ' ἡ σαϊτιά, τρανὴ φωνὴν ἐσῦρεν.
«Ἀνάθεμά σε Χάροντα καὶ μυριανάθεμά σε,
δόλια ὡς πλέκεις στοὺς θνητοὺς δολιόπλεξες καὶ μένα,
μὲ γέλασες καὶ βάρεσα τὴν αὐριανή μου ἀγάπη».

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Ἡ Χαλδαία μάγισσα

να΄

Ἡ Χαλδαία μάγισσα

Ῥίχν' ἡ Χαλδαία μάγισσα στὸ μαῦρον της τσουκάλι
γητειές, φεγγαροβότανα, πολλῶ λογιῶ φαρμάκια,
τοῦ μονοκέρου κέρατον, τοῦ βασιλίσκου ἀνάσα,
ἀπὸ ἀχάτη γρύπ' αὐγόν, τοῦ φοίνικα τραγούδι,
νεράϊδας ποθοφλόγιστης τὸ κρουσταλλένιο δάκρυ.
Ὁλημερὶς τὰ ἔδενεν, τὴν νύχτα τ' ἀστρονόμα,
ξόρκια κι’ ἀνακαλέματα μὲ τὴν αὐγοῦλα ψάλλει.
Τὰ καστροτείχια βούλεται τῆς γῆς νὰ καταλύσῃ,
σμάρια δαιμόνους σκοτεροὺς ’π' ἀντίπερα νὰ σύρῃ,
κι’ ὡς τὴ μερὰν βουρκώσουσι κι’ ὡς πνίξουν τὸν ἀγέραν,
τοῦ κόσμου τὴν κερκόπορτα στὸν μαῦρ' ὀχτρὸ νὰ δώσῃ.
Τάχα δυνήθης γραῖα μου τὰ μάγια νὰ τελέψῃς;
Φουσσᾶτα μαυροφτέρουγα νὰ ὁρίσῃς ἀπ' τὴν ἄλλην;
Ἥλιος μαυρομελάνιασε; Τὸ πέλαγον ματώθη;
Ἐσβῆσαν τ' ἄστρη τῆς νυχτιᾶς; Τὰ ὄρη ἐπροσκυνῆσαν;
Δέντρη κι’ ἀνθοὶ μαράζωσαν; Στερέψαν τὰ ποτάμια;
Μάγισσα δὲν ποκρίνεσαι, ἀπηλογιὰ νὰ δώσῃς;
Δύστυχη, τί ν' ἀποκριθῇ; Τὸ πῶς μιλιὰ νὰ βγάλῃ; 
Τὰ ξόρκια της ἐπάψασιν, τζακίστη τὸ τσουκάλι,
καὶ ἡ ματιά της γούρλωσεν ὡς ἔλαμψε τ' ἀτσάλι,
καὶ ἡ κεφαλή της κρέμεται εἰς ἀντρειωμένου σέλλα!