Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Εἰς τὸν κύρην λαὸν


Εἰς τν κύρην λαν

ρϞδ΄

Δὲν ξαποσταίνει ποντικς μς στο φιδιο τν ζσι,
νὰ επ τν σφίξιν γκαλιά, φάρμακο τ φαρμάκι.
Κι’ ἀπ’ τν σκιόγυρον το ητο ντιδρομε τ’ φίδι,   
φιλὶ δν λέει τ άμφισμα, χάδι τ γράπωμά του.
Τὸν τύραγνον ὀφιδαητό, κύρη λαέ, προσμένεις.  
Τὸν σουριγμό του ντες γροικς θ επς «Βρίσκετ’ λπίδα!»
κι’ εἰς τ’ νυχοσπαρτάρισμα «Βασττε, θ περάσ»,
στὸ άμφος τ φαρμακερν «χου στερνή μου γνσι».  

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Εἰς τὸ Γεγονὸς

Εἰς τὸ Γεγονὸς

ρϞγ΄

Στὸν περίβολο * τς λευκς κκλησίας,
κάτω ἀπ’ τ κιόσκι, * στν μαρμαρένια τάβλα,
εμβάζω ρμος, * καίω πικρ τσιγάρο.
Θωρῶ τν τόπο. * μανδρότοιχος πέρα
καί, δεξιὰ ζερβά, * δυ σιδερένιες πόρτες
τ’ ἄκτιστον κρύπτουν * π τς κτίσεώς Του
τ’ ἀναπόδραστον * τ Γεγονός, τ μέγα.
ναρ σκις * νθρωπος; Τ’ ρνομαι.
Πρᾶγμα βέβαιον * βεβαίως θ καταλήξ,
σκιοι κι’ νειρα * τ βέβαια δν γεννονε.

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Στὸ Σκυλάκι

Στὸ Σκυλάκι

ρϞβ΄

Εἶχα μι σκύλα κάποτε π’ νόμασα Σκυλάκι,
μέχρι καὶ πο γέρασεν τσι τν καλοσα.
Κι’ ὅντες ψυχομάχησε κα τον ν’ ποθάν
τρεῖς στν ράδα γαύγισε, ν μ’ ποχαιρετίσ.
«Καλή μου μὴν φοβσαι πλειν κι’ λι σ’ μς πο ζομε,
κι’ ἒν ρως λόχρυσος ρμς κι’ νακρατε τν πλάσι.
Κι’ ἀπ’ τς πλάδες τ’ ορανο σμε τ βύθη το δου,
τὸ πν φυλάττει, μάτια μου, μ πύρινο πλεμμάτι.
Καὶ μήτε το γλιστρ ψυχή, στν βυσσον ν πέσ,
κι’ ἀγαλην μ τν καιρν λους μς νεβάζει,
μᾶς πάει σὲ χρες λυπες, σ τόπους δίχως δάκρυα,  
κεῖ πο θ ξανασμείξωμε, χαρε, Σκυλάκι, χαρε».

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Εἰς ἀλήθειαν ΙΙ

Εἰς ἀλήθειαν ΙΙ

ρϞα΄

Κάστρον ἐθεμελίωναν οἱ ψεῦτες μὲ ἀγῶνα,
ἄπαρτον κι’ ἀπολέμητον καὶ νὰ μὴν καταλυέται,
νὰ διαυθεντεύῃ εἰς τὸν καιρὸν καὶ ν’ ἄρχῃ εἰς τὸν αἰῶνα.
Γιὰ τείχη χτίζουν ψέμματα, πυργιὰ ψέμματα ὀρθώνουν,
ψέμματα πόρτες ἔφραξαν, ψέμματα ταφροζώνουν,
καὶ φλάμπουρα, ὁλοτρόγυρα, ψέμματα μύρια ἁπλώνουν. 
Ἀγέριν ἀντιφύσηξεν, ἄνεμος ἐσηκώθη.
Τὰ φλάμπουρα ἐσκίστηκαν, ἡ τάφρος ἐπλακώθη,
χαμαὶ οἱ πόρτες βρόντηξαν, οἱ πύργοι ἐσωριαστῆκαν,
καὶ τὰ καλάρμοστα τειχιὰ πλάτωμα ἐγινῆκαν.   
«Πόθεν φυσᾷ ὁ ἄνεμος ὁ ἐχάλασε τὸ κάστρον;
Μὴν φύσηξεν ὁ ζέφυρος; Μὴν φύσηξεν ὁ λίβας;
Μὴν φύσηξεν ὁ κὺρ βοριᾶς κι’ ὁμοῦ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι;»
Κοράσιν ἀποκρίθη τους, τοὺς ψεύτας ἀναμπαίζει.
«Ψεῦτες δὲν ἦτον ζέφυρος, ψεῦτες δὲν ἦτον λίβας,
ψεῦτες δὲν ἦτον κὺρ βοριᾶς κι’ ὁμοῦ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι.
Μὸν ἡ ἀλήθεια ἤμουνα, ποὺ στέρηα καστροχτίζω,
κι’ ὅπου μαθαίνω ψέμματα, φυσῶ καὶ τὰ σκορπίζω».