Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Εἰς Τήλεφον

μθ΄

Ἐπίγραμμα στὸν πολεμιστὴ Τήλεφον
ὁποὺ ἔπεσε στὴν μάχη τοῦ Καντὲς

Δὲν βρέθηκαν ἀκράνηδες νὰ πλέξουν μοιργιολόγιν,
μηδὲ παρθένες κι’ ἀδερφὲς νὰ νεκροτραγουδήσουν,
τὸ σιδερὸ κοντάρι σου, ἔρμο, θρηνολογοῦσεν.
«Ἀφέντη ἀκόμα μὲ βαστᾷς, σφιχτά, στ' ἄψυχο χέρι,
κι’ ὁ Χάρος στέκει, ἀναρωτᾷ π' ἀρνιέσαι νὰ μ' ἀφήσῃς:
Μὴν ἀγαπᾷ τὸ πολεμᾶν; Τὸ πλέκει μὲς στὸ γαῖμα;
Κι’ ἐγὼ τοῦ Χάρου ἀντίλεξα, κοφτὰ τοῦ ἀποκρίθην:
Δὲν ἀγαπᾷ τὸ πολεμᾶν, τὸ πλέκει μὲς στὸ γαῖμα,
μὸν ἀγαπᾷ τὴν λευτεριὰν καὶ τὸ ψηλὰ κεφάλι».

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Ὁ ἄνθρωπος τῆς Κουσσάρα

μη΄

Ὁ ἄνθρωπος τῆς Κουσσάρα

Ἔβοσκα τὸ κοπάδιν μου, τὴν σύριγγα λαλοῦσα,
βιγλίζω ἀρχόντους κυνηγούς, τὸν ῥύακα διαβαίνουν,
σύγνεφο ἀσκώνουν τὸ νερό, τὰ κύματ’ ἀφροδέρνουν,
τὰ κύματ’ ἀφροπέρασαν, πισωκρατοῦν τ’ ἁμάξια.
Κάμω χουνὶ τὲς χοῦφτες μου, τοὺς νηοὺς καλημερίζω.
«Καλὴν ἡμέρα εὐγενικοί». «Γειά σου καὶ σὲ βοσκάρη».
«Ποῦ τάχατες πορεύεστε; Ποιόν ἔχετε μπροστάρη;»
«Εἰς τὸ κυνήγιν βαίνουμε, τῶν προεστῶν ἀγύμνη,
κι’ εἶν’, τῆς Κουσσάρας ὁ ἄνθρωπος, ὁ πρωτοκυνηγάρης,
καὶ ἡμεῖς τὸ κυνηγᾶτον του, παλατιανοὶ καὶ σόϊ».


Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Ὁ βασιληὰς Λαβάρνας



μζ΄

Ὁ βασιληὰς Λαβάρνας

Σὰν τὸ γεράκι πού ’θρεψεν φτεροῦγες τρανεμμένες,
κι’ ἀπ’ τὴν φωληὰ φτεροκοπᾷ στὰ πρῶτα του κυνήγια,
ὅμοια στὲς χῶρες χύθηκεν ὁ βασιληὰς Λαβάρνας.
Κι’ ὅλα τὰ κάστρα τὰ πατεῖ, τοὺς τόπους διαφεντεύει.
Τὴν Λάντα καὶ τὴν Χούσπινα, Λαζάρα, Πουρσουχάντα,
κι’ ἀκόμη τὴν Τουβάνουβα, τὴν Λοῦσνα, τὴν Νενάσσα.



Ἐνέδρα στὴν γῆ τῶν Λούκκα

μστ΄

Ἐνέδρα στὴν γῆ τῶν Λούκκα

Φουσσᾶτον ἐκατέβαινε μὲ πλήθια στρατολάτες,
τοξότες, ἀκοντάρηδες, γοργοὺς ἁμαξηλάτες.
Ὁ ἀντάρτης παραμόνεψε, τοὺς ἔστησε καρτέριν,
ἐχύθη ξάφνου ὡς ἀητὸς στ’ ἄδολο περιστέριν.
Ὄχλος μὲ ὄχλον ἔκρουσε, πλέχτη καυγὰς καὶ φόνος,
καὶ ποιὸς θὲ νά ’βγῃ ὁ νικητὴς θεὸς τὸ ξεύρει μόνος.



Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Στὸν Κεντρίτη ποταμὸ

με΄

Στὸν Κεντρίτη ποταμὸ

Ὁ Χειρίσοφος, τῶν μπροστομάχων κύρης,
στέφανον φορεῖ, ἀπ' τ' ἄρματα γυμνώθη.
Τὰ ἄρματα κρατεῖ, μὲς στὸ ποτάμι μπαίνει,
στὰ δεξιά, ζερβὰ τὸν ἀκλουθοῦν συντρόφοι.
Περνοῦν τὸν ποταμό, περνοῦν οἱ ἀντρειωμένοι,
ὁμάδιν τραγουδοῦν καὶ τὸν παιᾶνα ψάλλουν.

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Ἔξεχ' ὦ φίλ' ἥλιε

μδ΄ 

Ἔξεχ’ ὦ φίλ’ ἥλιε

Ὁ Ξενοφῶντας τὸ ταχὺ γυμνὸς στὸ χιόνι ἐβγῆκε,
γυμνὸς ξύλα πελέκαγε, τὸν ἥλιον περικάλει.
«Γιὰ λάμψε ἥλιε φίλε μου νὰ λειώσουνε τὰ χιόνια,
νὰ μαζωχτῇ τὸ στράτευμα ὁπού ’ναι σκορπισμένο,
νὰ ζεσταθοῦν τὰ κόκκαλα ὁπού ’ναι παγωμένα,
κι’ ἔχουμε στράτα μακρυνή, στὴν θάλασσα θὰ πᾶμε...»



Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Γιὰ τὴν χώρα τῶν Καρδούχων

μγ΄

Γιὰ τὴν χώρα τῶν Καρδούχων

Σ' ἀνατολὴ τὰ Ἐκβάτανα, στὴ δύσιν ἡ Λυδία,
Καρδούχων τ' ἄγρια τὰ βουνὰ εἰς τοῦ βοριᾶ τὰ μέρη,
ἐκεῖ ποὺ ἐστεῖλε ὁ βασιληὰς ἀρίφνητον ἀσκέρι,
κι’ ἀπὸ μυριάδες δώδεκα μήτε στρατιώτης φάνη.
Κινοῦν καὶ γοργοβαίνουσιν, ἀφήνουν πίσω ἁπλάδες,
νὰ πρωτοπιάσουν τὰ στενά, Καρδοῦχος μὴ τοὺς κόψῃ.


Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Ἐλελεῦ

μβ΄

Ἐλελεῦ

Δάσος πυκνό, κοντάρια μύρια ὑψώσαμε,
τ' ἀμφαλωτὰ σκουτάρια μας προτάξαμε.
Στόματα μύρια τὸ ἐλελεῦ ἐκράξαμε,
τὰ θάρρετα τῶν Μήδων τρὶς ἐκόπησαν.
Τὰ γόνατα λυγίζουν, οἱ ἐχθροὶ πισωπατοῦν,
οἱ Κῆρες πάνωθέ των, ὄρνεα ποὺ διψοῦν.

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Τῶν Δολιέων ῥῆγας

μα΄

Τῶν Δολιέων ῥῆγας

Πέρα στὴν ἀκροθαλασσιά, σ’ ἀμμουδερὸ περγιάλι,
ἐκεῖ ἀράξαν ἡ Ἀργὼ κι’ οἱ Μίνυες ἀρχόντοι,
στρώνουνε μέρος νὰ δειπνοῦν, τόπο γιὰ νὰ πλαγιάζουν.
Γιδοβοσκὸς τοὺς βίγλισεν ἀπὸ ψηλὴ κορφοῦλα,
καὶ τὸ κοπάδιν ἄφηκε, στοῦ βασιληᾶ κινάει.
«Ὥρα καλή σου βασιληά». «Καλῶς τὸν πιστικό μου».
»Σὰν πῶς στὴν χώρα βρέθηκες, στοῦ παλατιοῦ τὴν στράτα;»
«Στὸ μεροβίγλι, στὰ σιμά, γίδια περιβοσκοῦσα,
κάτεργο βλέπω κι’ ἔρχεται κι’ εἰς τὸν γιαλὸν ἀράζει,
κι’ ἀπὰ στὸν ἄμμον βγήκανε πενῆντα παλληκάρια».
«Γιὰ λέγε μου, βρὲ πιστικέ, σὰν τί λογιῶ σοῦ μοιάσαν;»
«Πολλά ’μορφο τὸ θώρι τους, τρανὸ τ’ ἀνάστημά τους,
βάστουν δρακόντων τ’ ἄρματα κι’ ἀρχοντικὰ ντυμένοι,
κι’ ἐλάμπαν τὰ ματάκια τους σὰν τ’ οὐρανοῦ τ' ἀστέρια».
Νά την καὶ ἡ βασίλισσα στὴν σάλα ξεπροβάλλει.
«Ποιά ἔγνοια τρώει τὸν ῥῆγα μου κι’ ἔτσι πολυλυπιέται;»
«Ξένους φοβοῦμαι, λυγερή, μὴν ἦρθαν γιὰ τὸ κοῦρσος».
«Ἂν χαραμῖτες κι’ ἂν ἐχθροὶ τ’ ἀσκέρι σου περίττου,
μ’ ἂν φίλοι κι’ ἂν εὐγενικοὶ ντροπή μας νὰ εἰποῦν το:
Πιάσαμε καὶ στῶν Δολιέων τὸν ἄξενο τὸν τόπο,
ὁποὺ βαρβάροι κατοικοῦν κι’ ὁ ῥῆγας τους ἀγροῖκος,
καὶ τοὺς ἀρχόντους δὲν τιμᾷ, τραπέζια δὲν τοὺς στρώνει».
«Ποιός εἶν’ ὁ νηὸς ὁπού ’ρχεται μὲ κύπελλο στὸ χέρι;
Μὲ δῶρα, σφάγια διαλεχτά, στάμνες κρασὶ ποὺ φέρει;»
«Ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύζικος, τῶν Δολιέων ῥῆγας...»


Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Ἐν Δηλίῳ

μ΄

Ἐν Δηλίῳ

Ἐστράφησαν οἱ Ἀθηνηοὶ καὶ δρέμου ὡς τὸ κοπάδιν,
καὶ ὁ Σωκράτης μάχεται, στὸ σκυλολόϊν ληόντας.
Ψηλά ’χει τὸ σκουτάριν του, ψηλὰ τὴν κεφαλή του,
κι’ ὅσο κονταροκρούουν τον, διπλᾶ κονταροκρούει.
Καὶ πέρφανος ὑποχωρεῖ, σὰν βασιληὰς στὸν ὄχλον,
ὁπλίτης καὶ φιλόσοφος, Λακεδαιμόνιος ὅμοιος.


Τὸ συμβούλιον

λθ΄

Τὸ συμβούλιον

Ὁ Ἄτλας, μέγας βασιλεύς, πόλεμον θέλει κάμει,
τῆς Ἀθηνᾶς τ’ ἅγιο καστρὶ βούλεται νὰ πατήσῃ.
Συνάζει ἀσκέρι ἀρίφνητον ὁπ’ ἄλλοτε δὲν φάνη.
Χίλια διακόσια κάτεργα, τ’ ἅρματα μιὰ μυριάδα,
κι’ ἂν βάνῃς τῶν συμμάχων τα, τοῦ ἀγροῦ τὴν ἀγριάδα.
Στέλνει, καλεῖ τοὺς ἄρχοντας νὰ τόνε συμβουλέψουν.
Μισοὶ σκύβουν στὸ πάτωμα κι’ ἄλλοι θωρᾶν ταβάνι
κι’ ὁ γέρων ὁ Ἀντιλλιανὸς τὸν Ἄτλαντα κοιτάει.
«Δύο μυριάδες, βασιληά, τῶν Ἀθηνηῶν τ’ ἀσκέρι,
δρακόντοι καὶ δρακόντισσες, πολεμαναθρεμμένοι,
ποὺ φόβον δὲν τρομάσουνε καὶ τρόμον δὲν φοβοῦνται,
καὶ κάθε βῆμα ὁποὺ πατοῦν τὴν λευτεριὰ θυμοῦνται».





Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Στὸν Ἀσσίναρον

λη΄

Στὸν Ἀσσίναρον

Στὸν ποταμὸν Ἀσσίναρον μέγα κακὸ ποὺ ἐγίνη,
οἱ Συρακοῦσοι μάντρωσαν τοὺς Ἀθηνηοὺς ὁμάδιν.
Κι’ ἀπὸ τὴν δίψα οἱ Ἀθηνηοὶ πόλεμον δὲν βαστοῦσι,
μὸν τ' ἄρματα χαμοβροντοῦν καὶ τὸ νερὸ ποθοῦσι.
Κι’ ἄλλος πίνει καὶ σφάζεται κι’ ἄλλος σφαγμένος πίνει,
κι’ ὁ ζωντανὸς μὲ τοῦ νεκροῦ τὸ γαῖμα ξεδιψάει.

Λαοὶ τῆς θάλασσας

λζ΄

Λαοὶ τῆς θάλασσας

Κάτεργα δέκ' ἀρμάτωσα, γεράκια πελαγίσια,
μπάρκαρα καὶ κουρσάτορες, πειράτους γεμιτζῆδες
κι’ ἀπ' τὴν Λυκίαν ἀρμένιζα στῆς Αἴγυπτος τὰ μέρη.
Νὰ ποίσω κοῦρσα περισσά, νὰ φορτωθῶ λογάριν,
Αἰγύπτιους μ' Αἰγύπτιες νὰ βγάλω εἰς τὸ παζάριν,
στὰ ἔμμορφα τὰ Αἰγυπτόπουλα μαύρη σκλαβιὰ νὰ φέρω.





Τοῦ Ἰονίου ἀντίπερα

λστ΄

Τοῦ Ἰονίου ἀντίπερα

Ἡ αὐγοῦλα μόλις χάραξεν οἱ λαμνοκόποι ἐπᾶψαν,
τὰ βαθουλὰ καράβια μας στὸν ἄμμον πάνω ἀράξαν,
ἐφύσαγεν βοριᾶς γλυκός.
Σὰν ψηλωμένο ἀητόπουλο πρὸς τὴν στερηὰ κοιτάζει,
πριχοῦ τὰ πόδια νὰ βραχοῦν τ' ἀκόντιον τινάζει
ὁ βασιλέας Οἴνωτρος...

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Τὰ ὅμοια

λε΄

Τὰ ὅμοια

Ἐδείπνα ὁ Νεοπτόλεμος, κρασόπινε κι' ἐγλέντα,
κι’ ἀπόδειπνό του ἐτρόχιζαν Ἰλλυρικὴ μαχαίρα.
Μὰ τοῦ καιροῦ ὁ γυρισμὸς τὰ ὅμοια θέλει φέρει,
ὁ Πύρρος ν' ἀδικοσφαχτῇ μ' Ἰλλυρικὸ μαχαίρι.  




Ἡ σωτηρία τῆς Σπάρτης

λδ΄

Ἡ σωτηρία τῆς Σπάρτης

Κατέφθασε ἀπὸ Κόρινθο Φωκεὺς ὁ Ἀμεινίας,
ὁ στρατηγὸς τ' Ἀντίγονου μὲ ξένους μισταρκούς.
Κι’ ἀπὸ τὴν Κρήτη πρόφτασεν ὁ βασιληάς μας Ἄρευς,
μὲ δυὸ χιλιάδες στράτευμα, ὅλ' ἄντρες διαλεχτούς.
Ἀμῆτε οἱ γέροι σπίτια σας, γυναῖκες τραβηχτῆτε,
κι' ἡ Σπάρτη ν’ ἤθελε σωθῆ καὶ πλειὸν μὴ πολεμεῖτε.


Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Ἀντροκάλιο



λγ΄

Ἀντροκάλιο

Οἱ Μολοσσοὶ κι’ οἱ Μακεδνοὶ σὲ πόλεμον ἐμπλέξαν,
τὸν πόλεμον δὲν τέλευαν καὶ νικητὴς δὲν ἦτον,
κι’ ὁ Πάνταυχος σέρνει φωνή, τοῦ Πύρρου ἀντροκάλιο.
«Βγὲς Πύρρε νὰ παλεύωμεν, τὴν χώρα ποιὸς νὰ πάρῃ.
Τὸ ξεύρω μπρὸς θὰ πεταχτῇς, ὁτί ’σαι παλληκάρι.
Κι’ ἔνι τοῦ βασιληᾶ τιμὴ τὸν πόλεμον νὰ λύνῃ,
γιὰ τοὺς πολλοὺς τὸ γαῖμα του στὴ μαύρη γῆς νὰ χύνῃ».



Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

Τὰ λόγια τοῦ Κινέα

λβ΄

Τὰ λόγια τοῦ Κινέα

Γοργοπερνοῦ οἱ δρακέλλενοι μετὰ καβαλλαρίας,
καὶ παραπίσω ἡ φάλαγγα μὲ τοὺς σαρισοφόρους.
Πύρρος ἐσύναξε στρατιὰ τὴν Ῥώμη νὰ πατήσῃ,
φέρνει μαζί του κι' Ἰνδικὰ θεριὰ νὰ τοὺς νικήσῃ.
Φέρνει συμμάχους Λευκανούς, Ταραντινούς, Σαυνῖτες,
τὰ λόγια τοῦ φιλόσοφου γιὰ καστροπολεμῖτες.  


Ὁ θάνατος τοῦ Ὄπλακου

λα΄

Ὁ θάνατος τοῦ Ὄπλακου

Ὁ Ὄπλακος, γεῖς Φρεντανός, τὸν βασιληὰ τηράει,
τὸν ληόνταν ὕαιν' ἀκλουθᾷ καὶ κάμνει φαντασμένα.
Κεντᾷ τ' ἀλόγου τὰ πλευρά, βοριᾶς θρᾳκιὰς χυμάει,
δόξα πολέμου γύρευεν...



Εἰς λυτρωτὴν

λ΄

Εἰς λυτρωτὴν

Ἐδῶ κατάπιε ἡ μαύρη γῆς τὸν Αἰγιστέα τὸν Φρύγα,
λαμπρὸν ὑγιὸν ἀνόητου, τοῦ Μίδα βασιληᾶ.
Σάν, ἀντρειωμένος, κάλπασε στὸν ἄβυσσον καὶ ῥίχτη,
κι’ ἀπὸ τὴν χώρ' ἀπόδιωξε τὴν κακοδαιμονιά.
Διαβάτη μὴ τὸν λησμονᾷς κι’ ἂν τύχῃ μὴ διστάσῃς
γιὰ τὴν πατρίδα σου ἄτρομος στὸν ᾍδη νὰ καλπάσῃς.


Ἀπὸ ἐπίγραμμα τοῦ Ἀδαίου Μακεδόνος

κθ΄

Ἀπὸ ἐπίγραμμα τοῦ Ἀδαίου Μακεδόνος

Ἀράδαν ἐδειπνούσαμε σὲ τάβλες μαρμαρένιες,
πίναμε καὶ γλυκὸ κρασὶν ’πὸ κοῦπες ἀσημένιες,
καὶ ὁ Πευκέστας ἔπινε ’πὸ κέρας ταύρου μέσα.
«Πευκέστα, γι’ ἀφηγήσου μας, κέρατο πόθεν τό ’βρες;»
«Τὸ σκοτεινὸν ἐπέρναγα τὸ δάσος τοῦ Δοβήρου,
ταῦρο τηρῶ ν' ἀπὸ μακριὰ καὶ τὸν κοντοζυγώνω,
κι’ ὁ ταῦρος στάθη πότορμος καὶ μ' ἔφραξε τὸ δρόμον.
Δίνω τοῦ μαύρου μου βιτσιὰ κι' εἰς τὸ θεργιὸν χυμάω,
κι' ἡ λόγχη ν’ ἡ Παιονικὴ...»

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Τῶν Μακεδνῶν ὁ ἄρχων

κη΄

Τῶν Μακεδνῶν ὁ ἄρχων

Περσέας προσγονάτισεν ἱκέτης στοὺς Καβείρους,
κι’ ἐφάνη ὀμπρός του ὁ Χάροντας μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι.
«Πότερον ῥῆγα θέλεις το, γιὰ ἥρωα νὰ περνοῦν σε;
Γιά στῶν βαρβάρων τὴν γιορτὴ στολίδι νὰ γυρνοῦν σε;»
«Νά τος, διαβαίνει, Πόπλιε, τῶν Μακεδνῶν ὁ ἄρχων,
ποὺ ἔφερ' ὄνομα βαρύ, βαρειὰν ἐκράτει ῥάβδον!»


Ἡ Παιονία πάρθεν

κζ΄

Ἡ Παιονία πάρθεν

Οἱ ἀντρειωμένοι Παίονες, οἱ ληοντοκαρδιωμένοι,
ἐπιάσαν τὰ ψηλώματα, βαστοῦσιν τὲς κλεισοῦρες,
βιγλίζου κι’ ἀνιμένουσι τοῦ Μήδου τὰ φουσσᾶτα.
Ὁ Μῆδος ἦτον πονηρὸς καὶ πονηριὰ βουλήθη,
βάλθη νὰ κάμνῃ πόλεμον χωρὶς νὰ πολεμήσῃ.
Εὑρῆκεν ἄνδρες ἄτιμους κι’ ὀλιγοκαρδισμένους,
καὶ δείχνουν τον περάσματα κι’ ἀπ' ἀλλαχοῦ διαβαίνει,
δερβένια τὰ νυχτοπερνᾷ, στὸν κάμπον κατεβαίνει.
Βρίσκει τὲς πόλεις ἀδειανές, τὰ κάστρα ῥημωμένα,
βρίσκει τὴν χώρ' ἀφύλακτον καὶ τὰ σκυλιὰ δεμένα.
Σέρνει γερόντους μὲ γρηές, παιδιὰ μὲ ψυχοπαίδια,
σέρνει κυράδες δέσποινες κι’ ἀπάρθενα κορίτσια.
Πουλάκιν ἐφτερούγισεν ἀπὸ τὸν κάμπον μέσα,
στοῦ πρώτου τοῦ βιγλάτορα καθίζει τὸ σκουτάριν.
Μὲ τὴν γλωσσίτσα τῶν πουλιῶ δὲ γλυκοκελαδοῦσε,
μόνε μιλοῦσε ἀνθρωπινά, μὲ λέξες τῶν ἀνθρώπων.
«Ἐσεῖς ἐδῶ βιγλίζετε κι' ἡ Παιονία πάρθεν!
Δὲν πέρασε μὲ τὸ σπαθὶν μὸν πέρασε μ' ἀπάτη,
ὁ Μῆδος σᾶς ἐκούρσεψεν δίχως ἀντρειὰ κι’ ἀμάχη».
«Ἀπαρατᾶτε τὰ στενά, στὰ σπίτια σας ἀμῆτε,
σμείξατε σύμβιες καὶ γονηοὺς καὶ τέκν' ἀγαπημένα».
Κι’ ὅλοι εὐθὺς ἐσκόρπισαν, στὰ σπίτια τους ἐπῆγαν.
Περνοῦν εἰς τὰ χεράκια τους ἅλυσες μὲ χαλκᾶδες,
στὰ κάτεργα τοὺς μπάζουνε, στὰ βαθουλὰ καράβια,
τί, ὁ βασιληὰς ἐπρόσταξεν ν' ἀφήσουν τὴν πατρίδα.



Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Γῆν καὶ ὕδωρ

κστ΄

Γῆν καὶ ὕδωρ

Γέμισε ἡ Θράκη μ’ ἄλογα κι’ οἱ Παίονες πεζούρα,
τῶν Μακεδνῶν τὰ πέργερα ’πὸ τῶν Μηδῶν τ’ ἀσκέρια.
Κι’ ἀφέντης των Μεγάβαζος ὁρίζει ἑφτὰ πρωτάρχους,
ἀπὸ γενηὰ τοὺς πειὸ τρανούς, τοὺς πειὸ κεφαλιωμένους,
κι’ εἰς τοῦ Ἀμύντα πέμπει τους, γῆν καὶ νερὸ νὰ φέρουν.
Φεύγουν γοργά, φεύγουν ταχιά, φθάνουσι στὴν αὐλήν του,
κι’ Ἀμύντας τοὺς προϋπαντᾷ στοῦ παλατιοῦ τὴν πόρτα.
«Καλῶς τοὺς μεγαλάρχοντες, τοῦ πατισάχη φίλους.
Γῆν καὶ νερὸ τὰ δίνω σας καὶ νὰ δειπνᾶτε στρώνω».
«Γῆν καὶ νερὸ τὰ παίρνουμε, στὶς τάβλες σου δειπνοῦμε,
τὸ φαγητό σου τρώγουμε κι’ ἀπ’ τὰ πιοτὰ μεθοῦμε,
κυράδες τὶς παλατιανὲς γιὰ συντροφιὰ ζητοῦμε».
«Ἐδῶ συνήθειο τό ’χουμε καὶ χώρια οἱ ἄντρες τρῶμε».
«Κάμε, νὰ δείχνῃς σεβασμό, τοῦ πατισάχη πίστι».
Ἐσκιάχτηκεν ὁ βασιληάς, κάλεσε τὶς γυναῖκες
κι’ εἰς τὸ τραπέζι κάθονται, τῶν Μήδων καταντίκρυ.
Κι’ οἱ Μῆδοι ἐθαυμάσαν τες, σιμά των λαχταροῦν τες
καὶ ὁ Ἀμύντας ἤβραζεν μὰ ν’ ἀρνηθῇ φοβήθη.
Χουφτώνουν τὶς ἀρχόντισσες, δέσποινες πασπατεύουν,
φιλοῦν λαιμούς, πιάνουν βυζιά, ζάλευκα ποδομήρια.
Κι’ Ἀλέξανδρος, τ’ Ἀμύντα ὑγιός, «Κοιμήσου σὺ πατέρα
κι’ ἐγώ, στὸ πόδι σου, κερνῶ, τοὺς ξένους μας φιλεύω».
Κι’ ὡς ἐκοιμήθη ὁ κύρης του, πλάνευε τοὺς πρωτάρχους.
«Ἀφέντες, τὶς ἀρχόντισσες γιὰ τὸ λουτρὸ σχολάστε
κι’ ὕστερον ματαστέλνω τες νὰ τὶς ῥωτοπλαγιάστε».
Κι’ οἱ Μῆδοι ἐπλανεύτηκαν κι’ ὅλες τὶς λευτερώνουν
κι’ ὁ Ἀλέξανδρος τὶς κλείδωσεν πέρα στοὺς γυναικῶνες.
Φέρνει νηοὺς δωδεκάχρονους, ἀγούρους δίχως χνούδι,
καὶ μὲ γυναίκεια ντύνει τους, σὰν θηλυκὰ τοὺς βάφει,
κι’ ὕπαγε κάθε ἄγουρος σ’ ἑνὸς Μηδοῦ τὸ πλάγι.
Κι’ ὅντες οἱ Μῆδοι ἅπλωσαν, στοὺς Μακεδνοὺς ῥιχτῆκαν,
κάμες ἑφτὰ ἐγυάλισαν, λαρύγγια ἑφτὰ κοπῆκαν.