Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Τὰ δώδεκα λαγωνικὰ


ριδ΄

Τ δώδεκα λαγωνικ

Βούκινο νά ’χω μαγικό, σὰν τὸ φυσῶ, σιμά μου,
δώδεκα νά ’ρχωνται στοιχειά, πιστὰ λαγωνικά μου.
Νὰ ξαμολνιοῦνται, ν’ ἀλυχτοῦν, ν’ ἀγρεύουσιν εἰς τόπους
ποὺ φυόνται εἰς ἄφιλες ψυχὲς καὶ χαλαστὲς ἀνθρώπους.
Νὰ ξετρυπώνουν στὲς μονιὲς κακὲς βουλὲς καὶ σκέψεις,
καὶ νὰ ξεσκίζουν τὰ θεργιὰ ποὺ κρύβου οἱ δόλιες λέξεις.

Δοξάρι νά ’χω μαγικό, σαγίτες νὰ σκαλίζω,
στοῦ ἥλιου τὸ φῶς νὰ τὶς βουτῶ, μὲ φῶς νὰ τὶς ποτίζω.
Νὰ σαγιτεύω στὴν χωσιὰ τοῦ μάταιου τ’ ἄγρια σμήνη,
δρακόντους, ὄρνεα κι’ ὕαινες, τῶν πεθυμιῶν τὰ κτήνη.
Μὲ φῶς νὰ φαρμακώνωνται, νὰ τρέχουν τὰ ζαγάρια,
νὰ φέρνουσι στὰ πόδια μου στερφῶν παθῶν κουφάρια.

Νά ’χω καὶ κάστρο νὰ κρεμῶ, τοιχοβαλσαμωμένες,
λογιῶ δαιμονοκεφαλές, καρδιὲς ξεστρατισμένες.
Νὰ βλέπω, νὰ θιαμαίνωμαι τὸ πῶς κατέντησάν τη
τὴν ἀνθρωπότη ὡς τύλιξαν σ’ ἀβύσσου τὸ πλεμμάτι.
Νά ’χω καὶ τοὺς συντρόφους μου, στὴν στιὰ ἀποκαρωμένους,
παγάνες νὰ ὀνειρεύωνται καὶ ῥόγχους ματωμένους.