Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Ἡ παγαποντιὰ τῶν καλικαντζάρων



ριζ΄

Ἡ παγαποντιὰ τῶν καλικαντζάρων

Ἄχ, βάχ, ὠϊμέ, κι ὁλοχρονὶς
μὲ πριόνια καὶ τζεκούρια μας,
τὸ δέντρον ποὺ βαστάει τὴ γῆς
πελεκοπριονίζαμεν·
κοντὰ θὰ τὸ κρημνίζαμεν
τῶν Χριστουγέννω ἀνήμερα,
καὶ πρίχου ἡ γῆς πλακώσει μας,
βγαίναμεν τῆς παραμονῆς.

Δώδεκα ἡμέρες, βρὲ παιδιά,
τί ζαβολιές! Πειράγματα!
Τί νυχτοπερπατήματα!
Κλεψιὲς καὶ μαγαρίσματα!
Στῶν καλκαντζάρων τοὺς χοροὺς
σκιάζαμεν τοὺς περαστικούς,
κι ὣς πετεινὸς λαλήσει τρίς,
τσιγκλούσαμεν ὁλονυχτίς.

Κι ὡς ἁγιαζόταν τὰ νερὰ
τῶν φώτων καὶ τῶν φωτισμῶν,
- ὤ τρισαλὶ καὶ συμφορά -
στὸν κάτω κόσμ’ ὀγλήγορα
πηδούσαμεν, κυλούσαμεν
κ’ οἱ κακομοίρηδες γοερὰ
«Ἔθρεψε τὸ δεντρὶ κορμόν!»
τὸν ὀδυρμὸ ἐκινούσαμεν.

Πολλὰ χολιάστη ὁ βασιλιάς:
«Νερὸ νὰ πιεῖ ποιός δύνεται
σὰν εἶναι τρύπιος ὁ κουβάς;»
Στὶς φάρες στέλνει μπουγιουρντὶ
κ’ εὐθὺς μάζωξι ἐκάλεσεν
πασῶν τῶν καλικάντζαρων·
ὁμοῦ πλέμπα κ’ εὐγενικούς,
πρώτους καὶ παρακατιανούς.

«Ὦ κακομούτσουνη γενιά,
ὁλοχρονὶς πριονίζουμε,
τῶν φώτων θρέφεται ὁ κορμὸς
κι ἂχ μαρτυροῦμ’ αἰώνια·
θαρρέψτε, φτάνει ὁ γδικιωμός!
Κάποια σοφὰ τελώνια,
τὴ γῆς πῶς νὰ κρημνίσουμε,
μ’ ὁρμήνεψαν παγαποντιά».

«Ὤωω!» Τότες ὅλοι ἐθαύμασαν,
μὰ ὁ ῥήγας ἔσκουξεν: «Σιωπή.
Ποιοί ἀπὸ ἐσᾶς οἱ διαλεχτοὶ
ὡς ἄνθρωποι νὰ ζήσετε;»
«Ἴιι!» Φρούμαξαν καὶ μάνισαν,
μὰ ἦτον ἅγιος ὁ σκοπός,
τῆς γῆς ὁ κατακρημνισμός!
Κ’ ἔτσι πολλοὶ ἐφάνησαν.

Στὴν ἀνθρωπότη ἐσκόρπισαν,
σ’ ὅλους τρυπῶσαν τοὺς λαοὺς
φουσσάτο ἀνέγνωρο, κρυφόν·
μὰ τοὺς ἐπείραζεν τὸ φῶς,
κ’ ἐψάχναν μέρη ἀνήλιαγα,
στοές, χαμώγια σκοτεινά,
κι ἀγάλια ὑφαῖναν στοὺς καιροὺς
διχόνοιες καὶ ξολοθρεμμούς.

Ὀφίκια ἁρπάξαν καὶ τιμές,
γίναν ῥηγάδες σεβαστοί,
μινίστροι καὶ βουλευταριόν,
καὶ μεγαλοπαπαδαριόν,
μὰ κι ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος,
τῆς μάσας, τοῦ οἰνοπνεύματος,
καὶ ζουρναλίστες μαχητές,
τοκογλυφοχρηματιστές.

Κι ὡς ξεύρουν καὶ τὸ συνηθοῦν,
σὰν τὰ γκουβέρνα ἔπιασαν,
βάλαν μπρὸς τέχνες πονηρές·
κόψαν τὶς ῥίζες τῶν λαῶν,
τὸν κόσμο ἐκάμαν παρδαλὸν
καὶ τ’ ἄνομα χρίσαν πρεπά,
καλόν, κακὸ ἀνακάτωσαν
κ’ εἶπαν τὰ λογικὰ ζουρλά.

Μὰ πάνω ἀπ’ ὅλα πόλεμος
καὶ ξαναματαπόλεμος
κ’ ὕστερις πόλεμος ξανά,
ξεριζωμοί, ξευτελισμοί,
ῥημάγματα καὶ χαλασμοί,
μόχθος, ξαναχτισίματα,
καὶ μαῦρος βιὸς μ’ ἀπανθρωπιὲς
καὶ κρίσεις οἰκονομικές.

Κι ἀρχίσαν δάκρυα νὰ κυλοῦν,
καὶ τῶν ψυχῶν ἡ καταχνιὰ
πηχτὴ ἀντάρα ὅλ’ αὔξαινε,
βάρυνε ὁλάκερη τὴν γῆ·
καὶ τῶν δακρυῶν οἱ ποταμοὶ
τὸ χῶμα ἐπότιζαν γοργὰ
κ’ ἡ γῆς, σφουγγάρι, ἐφούσκωνεν
καὶ γένονταν πολλὰ βαρειά.

Πνιχτογελᾶ ὁ βασιλιάς:
«Ἀδέρφια σίμωσε ὁ καιρὸς
κ’ εἰς μιὰ χρονιὰ μελλούμενη
μὲ τόσον βάρος, νὰ τραφεῖ
δὲν θὰ προκάμει ὁ κορμὸς
κ’ ἡ γῆς κομμάτια θὰ γενεῖ
μὲ πάταγον καὶ σαματά,
γι’ αὐτὸ παληόσκυλα δουλειά.


Πὸ κάτω ἡ πλέμπα ἂς πελεκᾶ,
κ’ εἰς τ’ ἁψηλὰ τ’ ἀρχοντολόϊ
χαλάστε τους, λιανίστε τους,
φοροχαρατσομπῆχτε τους,
γάργαρα δάκρυα νὰ κυλοῦν
καὶ τὰ στερνὰ σὰν στραγγιχτοῦν
θὰ πάει τὸ σχέδιο μας ῥολόϊ,
κ’ ἡ νέα τάξις ξεκινᾶ!»

Φίλοι, δὲν ξεύρω νὰ τὸ εἰπῶ
ἂν μὲς στὸν κάταστρο οὐρανὸ
ἐπλάστηκαν κι ἄλλοι λαοὶ
πλιὸ τετραπέρατα μωροὶ
ἀπὸ τοὺς καλικάντζαρους.
Οἱ μὲν θὰ καταπλακωθοῦν
κ’ οἱ δὲ θὰ γκρεμοτσακιστοῦν
κι ἅπαντες θέλει ἀπολεσθοῦν.

Διῶχτε λοιπὸν τοὺς μουλωχτούς,
ἀφέντες κουτοπόνηρους,
μινίστρους καὶ βολευταριόν,
κι ἀμήν, τραγοπαπαδαριόν,
ἀπνεύματους τοῦ πνεύματος
καὶ ζουρναλίστες χλευαστές,
τραπεζοφραγκοπειρατὲς
κι ὅλο τὸ καλικαντζαριὸν…

Καλὴ χρονιά! Καλὲς γιορτές!

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Τὸ σπαθὶ τοῦ Πύῤῥου

ριστ΄

Τ σπαθ το Πύῤῥου
(Ψυχ κα τσάλι)

Μὲ ποιά δεξιότη ἀλάθευτη, ποιά τέχνη γητεμμένη,
ποὺ ἐδούλευαν ἡρώων σπαθιὰ παραμυθένια γένη,
μ’ ἀργάστη καὶ μ’ ἀνέστησεν σφυριοῦ - ἀμονιοῦ ἡ πάλη·
ποιό ξόρκι, σὰν μ’ ἐβάφτιζαν, ἀδιάλυτο εἶχαν ψάλει;

Λαὸν δάμασ’ ἀρίφνητον, ὀχτροὺς ὅμοιους ληοντάρια,
καὶ ἁρμαθιὲς ἀπόστειλα στὸν Πλοῦτο παλληκάρια·
τοὺς ὀβολοὺς σοῦ αὐγάτισα, Χάρο περαματάρη,
κι’ ἡ δίψα ἐσβήστη τῶν Κηρῶν, μερώθ’ ἡ λύσσα τοῦ Ἄρη.

Στῆς Περσεφόνης τὸν δρυμὸ κάποτε σὰν πατήσῃς,
τὸν Μαμερτῖνον γίγαντα νὰ βρῇς, νὰ τὸν ῥωτήσῃς,
ποὺ τὸν Ἀητὸ ἀντροκάλεσεν, θρασὺς καὶ φαντασμένος,
κι’ ὡς ἥσκιος στοὺς ἀσφόδελους πλανιέται χωρισμένος!

Κι’ ἐκεῖνος θέλει ἀποκριθῆ: «Χέρι, σπαθὶ ὡς κραδαίνει,
κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιον μαγικὸ τρανότερον δὲν δένει,
παρὰ ὡς ἀτσαλωθῇ ἡ ψυχὴ καὶ ψυχωθῇ τ’ ἀτσάλι,
κι’ ὡς σάρκα ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς τὸ μέταλλον θὰ πάλλῃ».

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Ῥεσάλτο

ριε΄

Ῥεσάλτο

Στὴν πόλι μας ἐπλάκωσεν δρολάπι μανιασμένο,
ἐβούρκωσεν ἀποσπερίς, μεσάνυχτα καὶ βρέχει,
σμεῖξαν τ’ ἀγέρι κ’ ἡ βροχὴ κι ἀφηνιασμένα δέρνουν.
Δέρνουν καράβια τρίκροτα καὶ ἀχαμνὰ καΐκια,
δέρνουν τὶς ῥοῦγες τῶν φτωχῶν κι ὁσπίτια τῶν ἀρχόντων,
τῆς κεφαλῆς τὰ μέγαρα, τὸ κάστρο στὸν λιμνιώνα,
δέρνουν τρουλοκαμπαναριά, σταυρούς, ταφομνημούρια.
Τὰ καλντερίμια χείμαρροι καὶ οἱ ἀλάνες βάλτοι,
μήτε φωνὴ στὰ τρίστρατα καὶ φῶς εἰς τὰ χαγιάτια,
μόνε φωτίζουν οἱ ἀστραπὲς καὶ κλαίει τ’ ἀνεμοβρόχι.

Κα μέσα ες τ κρασοπωλειόν, στὴν φουμιστὴ ταβέρνα,
δὲν εἶναι μπόρα καὶ βροχήν, ἡ στιὰ γλυκὰ πυρώνει,
ἔρχονται, πᾶνε οἱ γέμορφες, κερνοῦν τοὺς χαροκόπους,
μὲ μπροῦσκα, μὲ γλυκόπιοτα, παληὰ καὶ γιοματάρια,
γυρνοῦν πανέρια τὰ ψωμνιά, τὰ φουρνιστὰ κοψίδια,
καὶ μυρωδάτος ὁ καπνὸς ἀπ’ τὰ τσιμπούκια βγαίνει.
Κ’ ἕνας ἐπρωτοκίνησεν κι ὅλοι σειριὰ ἀφηγιοῦνται.
Ἄλλος φηγιέται γι’ ἀερικά, γιὰ λάμιες καὶ γιὰ μόρες,
ἄλλος γυρεύει θησαυροὺς κι ἄλλος τοὺς δένει μάγια,
κι ἄλλος ταξίδια ἱστορεῖ καὶ θαύματ’ ἀπ’ ἀλάργου.
Γεῖς τῶν συντρόφων λέγει τους: «Ἐγὼ νὰ τραγουδῶ σας.
Δὲν τραγουδῶ γι’ ἀερικὰ καὶ θαύματ’ ἀπ’ ἀλάργου,
μὸν τὸ ῥεσάλτο τραγουδῶ, ποὺ ἐποῖκαν παλληκάρια,
κλέφτες καὶ πρωταρματολοὶ καὶ πολεμαφεντάδες
ποὺ ἐτρέμαν οἱ κουρσάτορες καὶ οἱ γενιτσὰρ ἀγάδες».
Κι ὅλοι τότες ἐσώπασαν, στὴν τάβλα του γυρίσαν!
Κ’ ἐκεῖνος κούπα γιόμισεν, κρασὶν ὀλίγο ἐγεύτη,
κ’ ἐταίριασεν τὴν λύρα του, τραγουδιστὰ διηγιέται:

- Στῆς Βόνιτσας τὴν ἀμμουδιὰ μιὰ λάντζα περιμένει.
Ποιούς ἔχει γιὰ τὸ πέραμα; Γιὰ μπάρκο ποιούς νὰ πάρει;
Στρατιῶτες κοντοζύγωναν, σολδάτοι Βενετσιάνοι,
μισοὶ δεξιά, μισοὶ ζερβὰ κ’ οἱ αἰχμάλωτοι στὴν μέσι.
Γυμνοὺς τοὺς πᾶνε ἀπ’ τ’ ἄρματα καὶ στὰ σκοινιὰ ντυμένους.
Μήτε γιὰ Τοῦρκοι φαίνονται, μήτε Φραγκολατίνοι,
μὸν ἀπ’ τὸ θώρι φαίνονταν Ἕλληνες ἀντρειωμένοι.
Σύρθηκα κάτω ἀπ’ τὰ κλαδιά, χώθηκα στ’ ἁρμυρίκια,
νὰ τοὺς γνωρίσω σὰν περνοῦν, νὰ ἰδῶ τους σὰν κοντεύουν,
κι ὡς πέρναγαν κι ὡς κόντευαν, εἶδα τοὺς καπετάνιους.
Τὸν βλάχο ἀπὸ τὰ Γιάννενα, τὸν Ἀγγελὴ Σουμίλα,
κι ἀπ’ τὴν Κατούνα ἐγνώρισα τὸν Πάνο τὸν Μεϊντάνη,
καὶ τὸ μικρὸ Χορμόπουλον ἀπ’ τ’ Ἄγραφ’ ἀκλουθάει.
Στὴ λάντζα τοὺς ἐκάθισαν, γιὰ τὴν γαλέρα λάμνουν,
δεμένους τοὺς ἐμπάρκαραν, δεμένους τοὺς συντάξαν,
δεμένους τοὺς κατέβασαν στὰ μουχλιασμέν’ ἀμπάρια,
νὰ ὑπάγουν τους στὴν Βενετιά, τοὺς κλέφτες νὰ δικάσουν.

Τὸ Ἰόνιο ἐβάλαν πρύμνη τους, τὸ Μοντενέγκρο πλώρη,
τὴν Δαλματία ὡς ξάνοιγαν ἐπέσαν σὲ καρτέρι,
τὸν πηγαιμὸ τοὺς ἔφραξεν μιὰ φούστα πὸ τ’ Ἀλγέρι:
«Γαλέρα δῶθε δὲν περνᾶς, πέρα δὲν ἀρμενίζεις,
τὸν Ἅγιο Μάρκο ξέχνα τον, τὴν Βενετιὰ λησμόνα.
Γαλέρα μαϊνάρισε, στὴν μπάντα νὰ πλευρίσω,
νὰ πάρω τοὺς εὐγενικοὺς γιὰ τὰ χρυσὰ τζεκίνια,
νὰ πάρω καὶ τοὺς ταπεινούς, στοὺς πάγκους ν’ ἁλυσώσω».
Καὶ ἡ γαλέρα ἐφρύαξεν, φαρμακερὰ ποκρίθη:
«Φούστα δὲν παραδίνομαι, φούστα δὲν μαϊνάρω,
τὸν Ἅγιο Μάρκο δὲν ξεχνῶ, στὴν Βενετιὰ ἀρμενίζω,
νὰ φύγω παραμέρισε, στάσου καὶ πολεμῶ σε».
Ῥίχν’ ἡ γαλέρα μιὰ φωτιά, τὸ πέλαγο καπνίστη,
κ’ ἡ φούστα δυὸ τῆς ἔριξεν καὶ κρύφτη ἀπὸ τὰ νέφη.
«Κουπιά μου ἄλλο μὴ λάμνετε, λατίνια κατεβεῖτε,
κάλλιον δοῦλοι στὰ κάτεργα, κάλλιον χαλκὰ στὰ πόδια,
παρὰ στὸν ἄμμον τοῦ βυθοῦ, νὰ μᾶς δειπνοῦν τὰ ψάρια».

Οἱ αἰχμάλωτοι ἀκουρμαίνονταν στὰ μουχλιασμέν’ ἀμπάρια,
ναυτόπουλον ἐθώρησαν, στὰ φωναχτὰ ῥωτοῦσιν:
«Πόλεμος ἄναψε, μωρέ, μὲ τόπια καὶ μὲ βόλια;
Τάχα φουρτούνα δέρνει μας, τὸ πλοῖον νὰ βουλιάξει;
Βροντάγει καὶ ταρακουνᾶ κ’ ἡ μπούλμπερη μᾶς πνίγει,
ναυτόπουλε μολόγα μας, χανόμεθα γιά ζοῦμε;»
«Ἀλιά μας, ἐπιαστήκαμεν τῶν μπαρμπαρέσων πρέζα!»
Τότε ὁ Μεϊντάνης μίλησε, στὸν ναύτην ὁρμηνεύει:
«Μήνα τοῦ κυβερνήτη σου νὰ μᾶς ἐλευθερώσει
πριχοῦ σιμώσουν οἱ ὀχτροὶ τ’ ἄρματα νὰ μᾶς δώσει,
στὰ χέρια νὰ τὰ παίξουμε, νὰ τὰ ζωστοῦμε πάλι,
νὰ θαλασσομαχήσουμε τοῦ πέλαου τὸ τσακάλι.
Κι ὅσα τ’ ἀργάστη ὁ διάολος, καλὸς θεὸς δὲν στρέχει,
κι ἂν θέλει το κι ὁμογνωμεῖ, στὸν πόλεμον συντρέχει».
Ἔτρεξε τὸ ναυτόπουλον, τὰ λέει τοῦ κυβερνήτη,
κι ὁ κυβερνήτης ἔστερξεν, τοὺς κλέφτες λευτερώνει
καὶ τ’ ἄρματα, ὁποὺ κράταγεν, μὲ τὸ γοργὸν γυρίζει,  
κ’ εὐθὺς στὰ χέρια ὡς τά ’παιξαν κι ὡς τὰ ζωστῆκαν πάλι,
ἀρματωμένοι ἔμορφα στοὺς ἥλιους ἐφανῆκαν,
κι ἀπόμερα ἡσύχαζαν, τὴν φούστα νὰ προσμένουν.

«Σίμωσε φούστα, σίμωσε, στὴν μπάντα νὰ πλευρίσεις».
Κροτάει ξερὴ μιὰ μπαταριά, πλαγιάσαν τρεῖς λεβέντες!
Μ’ ἀλαλαγμοὺς πετάχτηκαν, μὲ πιστολιὲς πηδῆξαν,
καὶ μὲς στὴ φούστα ὡς πάτησαν τὶς σπάθες τους γυμνῶσαν,
τοὺς μυσαροὺς κουρσάρηδες λεπίδι νὰ περάσουν.
Κόβει Ἀραπάδες ὁ Ἀγγελὴς καὶ Τούρκους ὁ Μεϊντάνης,
κόβει καὶ τὸ Χορμόπουλον σωρὸ τοὺς Μαυριτάνους.
Κ’ οἱ Βενετσιάνοι ὡς νόγησαν στὸ φονικὸ λιοντάρια,
τὸν λιόντα στὴν παντιέρα τους, τὸν φτερωτό, ντραπῆκαν
κ’ ἐθάρρεψαν κ’ ἐκάρδιωσαν: «Τ’ ἄρματα στὴν κουβέρτα»,
κ’ εἰς τὸ ῥεσάλτο χύθηκαν, στοὺς κλέφτες καταπόδι.
Σκίζουν τζεκούρια, κροῦν σπαθιά, στιλέτα στιλετώνουν,
γεύονται σάρκα οἱ κονταριές, σφυρᾶ καυτὸ μολύβι,
κ’ οἱ μπαρμπαρέσοι στρώνονται μὲ γένεια ματωμένα.
Καὶ ὁ ῥεῒς ἐσκιάχτηκεν, προστάζει τοὺς λεβέντες:
«Λεβέντες ῥίχτε τὰ σπαθιά, τὸν βιόν σας λυπηθεῖτε,
κάλλιον δοῦλοι στὰ κάτεργα, κάλλιον χαλκὰ στὰ πόδια,
παρὰ στὸν ἄμμον τοῦ βυθοῦ, νὰ μᾶς δειπνοῦν τὰ ψάρια».
Βροντῆξαν χάμω τὰ σπαθιά, τὴν κεφαλὴ κρεμάσαν,
κ’ οἱ Βενετοὶ ὡς ἀλάλαξαν, τὴν ὄψιν τους ἐχάσαν.
                                                 
«Καράβια δυὸ ἀγνάντεψα κ’ εἰς τὸν λιμνιώνα μπαίνουν,
γαλέρα Βενετσιάνικη σέρνει φούστ’ ἀπ’ τ’ Ἀλγέρι,
θρήνους μακρόθεν ἀγροικῶ, Βερβέρικες κατάρες,
κι ὁ κυβερνήτης συντροφιὰ μὲ τρία παλληκάρια».
Μετὰ ὁποὺ ξεμπάρκαραν καὶ γῆς ὅταν ἐπιάσαν,
ὁ κυβερνήτης ἔπεμψε γραφὴν τῆς γερουσίας.
Μ’ ἔμορφα λόγι’ ἁπλώνει τα, καλλίγραφα ξηγᾶ τα,
τὶς ἀντρειωσύνες ἱστορεῖ, παινέματ’ ἀραδιάζει,
καὶ τοὺς αἰχμάλωτους Γραικοὺς βγάζει πολεμιστάδες.
Τ’ ἀνέγνωσεν ἡ γερουσιά, τ’ ἀνέγνωσεν κι ὁ δόγης,
τὰ κρίματα τοὺς σχώρεσαν, κατηγοριὲς τοὺς σβῆσαν,
κι ἀπ’ τὰ κιτάπια ξέγραψαν τὰ ποὺ καταλαλοῦσαν.
Κτήματα τοὺς ἐχάρισαν κι ὀφίκια ζηλεμένα,
κ’ εἰς ὄχθρητες μελλούμενες βοηθοὺς τοὺς λογαριάζαν.

«Ποιοί ’ναι οἱ Γραικοὶ ποὺ σάλπαραν στ’ ἅη Μάρκου τὴν ἀρμάδα
κ’ εἰς τὰ συμβούλια φαίνονται τ’ ἀρχόντου Μοροζίνι,
κάστρα κ’ ἐνέργειες μελετοῦν καὶ σηκωμοὺς γυρεύουν;»
«Ὁ βλάχος ἀπ’ τὰ Γιάννενα, ὁ Ἀγγελὴς Σουμίλας
καὶ τῆς Κατούνας ὁ ἀητός, ὁ Πάνος ὁ Μεϊντάνης,
καὶ τὸ μικρὸ Χορμόπουλον ἀπ’ τ’ Ἄγραφ’ ἀκλουθάει.
Κλέφτες καὶ πρωταρματολοὶ καὶ πολεμαφεντάδες
ὁποὺ ὁ δόγης τοὺς τιμᾶ καὶ σέβονται οἱ δουκάδες,
ποὺ τρέμουν οἱ ῥεΐζηδες καὶ οἱ γενιτσὰρ ἀγάδες…» - 

Τέτοια νὰ λέει δὲν χόρταινε, ὣς νὰ μερώσ’ ἡ μπόρα,
ἡ ὁμήγυρις στὸ καπηλειόν, στὴν φουμιστὴ ταβέρνα.
Κ’ ἡ στιὰ γλυκὰ ἐπύρωνεν κ’ οἱ γέμορφες κερνοῦσαν,
τὰ μπροῦσκα, τὰ γλυκόπιοτα, παληὰ καὶ γιοματάρια,
καὶ μυρωδάτος ὁ καπνὸς ἔβγαιν’ ἀπ’ τὰ τσιμπούκια,
κι ἀπ’ ὄξ’ ὅλα τὰ ἔδερνε δρολάπι μανιασμένο,
κ’ ἦσαν βουβὰ τὰ τρίστρατα κι ἄφωτα τὰ χαγιάτια,
κ’ ἤλαμπαν μόνον οἱ ἀστραπὲς κ’ ἔκλαιε τ’ ἀνεμοβρόχι.

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Τὰ δώδεκα λαγωνικὰ


ριδ΄

Τ δώδεκα λαγωνικ

Βούκινο νά ’χω μαγικό, σὰν τὸ φυσῶ, σιμά μου,
δώδεκα νά ’ρχωνται στοιχειά, πιστὰ λαγωνικά μου.
Νὰ ξαμολνιοῦνται, ν’ ἀλυχτοῦν, ν’ ἀγρεύουσιν εἰς τόπους
ποὺ φυόνται εἰς ἄφιλες ψυχὲς καὶ χαλαστὲς ἀνθρώπους.
Νὰ ξετρυπώνουν στὲς μονιὲς κακὲς βουλὲς καὶ σκέψεις,
καὶ νὰ ξεσκίζουν τὰ θεργιὰ ποὺ κρύβου οἱ δόλιες λέξεις.

Δοξάρι νά ’χω μαγικό, σαγίτες νὰ σκαλίζω,
στοῦ ἥλιου τὸ φῶς νὰ τὶς βουτῶ, μὲ φῶς νὰ τὶς ποτίζω.
Νὰ σαγιτεύω στὴν χωσιὰ τοῦ μάταιου τ’ ἄγρια σμήνη,
δρακόντους, ὄρνεα κι’ ὕαινες, τῶν πεθυμιῶν τὰ κτήνη.
Μὲ φῶς νὰ φαρμακώνωνται, νὰ τρέχουν τὰ ζαγάρια,
νὰ φέρνουσι στὰ πόδια μου στερφῶν παθῶν κουφάρια.

Νά ’χω καὶ κάστρο νὰ κρεμῶ, τοιχοβαλσαμωμένες,
λογιῶ δαιμονοκεφαλές, καρδιὲς ξεστρατισμένες.
Νὰ βλέπω, νὰ θιαμαίνωμαι τὸ πῶς κατέντησάν τη
τὴν ἀνθρωπότη ὡς τύλιξαν σ’ ἀβύσσου τὸ πλεμμάτι.
Νά ’χω καὶ τοὺς συντρόφους μου, στὴν στιὰ ἀποκαρωμένους,
παγάνες νὰ ὀνειρεύωνται καὶ ῥόγχους ματωμένους.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Ὁ βιγλάτωρ



ριγ΄

Ὁ βιγλάτωρ

Ἀπάνω εἰς τὸ λευκὸ χαρτὶ μαῦρο μελάνι ἁπλώθη,
μελάνι βάφτη ὁ οὐρανὸς κ’ ἡ μέραν ἐνυχτώθη.
Τῶν προμαχώνω ἀναμεσὶς οἱ ἀγέρηδες σουρίζουν,
βροντοῦν πορτοπαράθυρα, φλάμπουρα πλανταγίζουν.
Τὰ δέντρη ἐγυμνώθησαν, φύλλα χρυσὰ σκορποῦσιν,
κ’ οἱ μαῦροι μὲς στοὺς στάβλους των μὲ νεῦρον χλιμιντροῦσιν.
Στάλες ἀριές, στάλες βαρειές, ἐνότισεν τὸ χῶμα,
κι ἀπὸ τ’ ὀλίγον ἄνοιξε τῶν οὐρανῶν τὸ πῶμα.
Αὐλάκια καὶ νεροσυρμές, μὸν χαλασμὸς γροικιέται,
κι ἀπ’ τῆς βροχῆς τὸν σάλαγον ὁ ἀχὸς τοῦ τόπου σβηέται.
Κάτω στὸν κάμπ’ ὁ ποταμὸς φουσκώνει, κατεβάζει,
θεργιὸν στοῦ κάστρου τὴν ποδιὰν ἀφρίζει κι ἀνταριάζει.
Γδέρνει τὲς ἀκροποταμιές, τὲς καλαμιὲς βουρλίζει,
ἐθόλωσέν του τὸ νερὸ κι ὡς δράκοντας μουγκρίζει.
Κι ἀντίπερα κι ἀντίνακρα τῶν ἄπιστων οἱ τόποι,
τῶν Σαρακήνων τὰ χωριά, μωαμέτηδες ἀνθρῶποι.
Κι ὅλα ὁ βιγλάτωρ τὰ τηρᾶ κ’ εἰς τὸ κοντάριν γέρνει,
στὴν κάπα του μαζεύεται, βροχὴ νὰ μὴ τὸν παίρνει.
Πότε τοῦ νοῦ του χάνεται καὶ πότε στ’ ἀγριοκαίρι,
τὸν πόλεμον ἀνιστορεῖ ποὺ ἐκάμαν καλοκαίρι.
Φουσσάτα καὶ μονόκουρσα στὴν χώραν ὅπου ἐμπαῖναν
κ’ οἱ ἀκρίτες, σὰν ἀγερικά, κατόπι τοὺς ἐπαῖρναν.
Κι ἀγέλες ὡς ἐσκόρπιζαν, τὸ κοῦρσος νὰ γυρέψουν,
τῶν χαραμήδων ῥίχνονταν σειριά, νὰ μακελέψουν.
Κ’ ὕστερα ὁμάδι ἐχύνονταν, πού ’σαν τσαντιρωμένοι,
κ’ οἱ ἀμηράδες στὰ φαριὰ ἐφεῦγαν ντροπιασμένοι.
Κ’ οἱ Ἀραβίδες σκιάζονταν τ’ ἀκριτικὰ λεοντάρια
μὲ τετραπίθαμα σπαθιά, μὲ τρεῖς ὀργυιὲς κοντάρια.
Σὲ τέτοια ὁ νοῦς δρασκέλαγεν, στῆς βίγλας τὸ πατάρι,
- καὶ μὲς στὴν μπόρα ἐγυάλιζεν τὸ γκρίζο δυναμάρι -
κ’ ἤλεγεν «Θέλημα θεοῦ ἡ Ῥωμανία νὰ μείνει,
τῆς Πόλης τὸ κηφηναριὸν ἂς τρώγει καὶ ἂς πίνει.
Τὸ μῆλον πέρα ἀπ’ τὴ μηλιὰν καμμιὰ φορὰ κυλάει,
τῶν μισανθρώπων ἡ γενιὰ φιλάνθρωπη γεννάει.
Μόνο ἡ ἐλπίδα μὴν χαθεῖ κι ὁ κόσμος νὰ κρατιέται,
κι ὁ ἀνθὸς ὁ μοσχομύριστος στὴν κοπριὰ βαστιέται».

Ἡ Ῥωμανία ἐπέρασεν, πάρθη καὶ καταλύθη,
τῶν ἀκριτῶν τὸ πάλεμα δὲν ἀπολησμονήθη.
Χρόνοι, καιροὶ κ’ ἔτη πολλὰ κ’ αἰῶνες στοὺς αἰῶνες,
κάστρο ἄπαρτο θ’ ἀντροκαλεῖ τοὺς Ἕλλενους σ’ ἀγῶνες.
Ὅτι καὶ τώρα στὲς καρδιὲς μαῦρο μελάνι ἁπλώθη,
μισάνθρωπο κηφηναριὸν στὸν κόσμον ἐτρανώθη
καὶ χαραμῆδες γιόμισεν κ’ ἡ μέραν ἐνυχτώθη.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Νόμος γραφτὸς


ριβ΄

Νόμος γραφτὸς

Χρείαν δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος τοῦ νόμου τοῦ γραμμένου,
σὰν βουρκοτόπι βρωμεροῦ καὶ τρισαποσταμένου.
Κίτρινη λάσπη, καλαμιὲς κι ὀφίδια ὅλον φαρμάκι,
δίκιον δὲν καθρεφτίζεται μὲς στὸ θολὸ νεράκι.
Δίκιον δὲν καθρεφτίζεται, καρδιὲς δὲν ξεδιψοῦσιν,
κρίματα δὲν ξεπλένονται κείνων ὁποὺ θὰ πιοῦσιν.
Κολλᾶ ὁ λαὸς στὶς ὄχθες του, βουλιάζει, τυραγνιέται,
βδέλλες ῥουφοῦν τὸ γαῖμα του κι ἀνήμπορος κυλιέται.
Μὰ οἱ χαραμίτες ἄρχοντες στὴ λάσπην δὲν κολλοῦσιν,
μαρκάρουν ξέρες καὶ πατοῦν καὶ πόρους καὶ περνοῦσιν.
Γενιὰν ἀνθρώπων ἄριστων νόμος γραφτὸς δὲν σώνει,
στὸν βράχον στέκ’ ἡ ἀρετή, στοῦ ἕλους τὴν γῆ βαλτώνει.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Chef d’Estradiots



ρια΄

Chef d’Estradiots

Πέρα, στὶς Φράγκινες αὐλές, στῆς Βενετιᾶς τὶς κοῦρτες,
στρατιώτης διάγει καὶ περνᾶ, τῶν στρατιωτῶν αὐθέντης.
Στὸν πόλεμον ῥογεύεται, σ’ ἀργίαν ἀπολνιέται,
κ’ οἱ πρωτογέροι τὸν τιμοῦν καὶ γι’ ἄρχοντας περνιέται.
Καὶ σὲ μιᾶς σκόλης μάζωξιν ἔσμειξεν μὲ κυράδες,
κι ὡς Διόνυσος, ἐφάνταζεν, μὲ σμάρι ἀπὸ μαινάδες.
Τρισεύγενα γλυκομιλεῖ, φηγιέται ἀντρειγιωσύνες,
κ’ οἱ δοῦλες νηὲς λιγώνονται κ’ οἱ ἀρχοντοποῦλες λειώνουν,
κι ἀνασαλεύουν οἱ καρδιὲς στὰ φουσκωμένα στήθη,
κι ὀπίσω ἀπ’ τὶς βεντάλιες τους γλυκογελοῦν καὶ λέγουν:
«Ἔχει δρολάπι στὴν ματιά». «Μὲ καίει, γυμνὴ λαμπάδα».
«Μνέει ἡ ἐμορφιά του στὶς καρδιὲς ὄνειρα καὶ λιακάδα».
«Μοιάζ’ ἡ ἑλικιά του τὸ σπαθί». «Περπατησιὰ λιοντάρι».
«Τὸ σέντζιο τῆς ἀγάπης του ὡς κάστρον νὰ μὲ πάρει».
Μὰ κεῖνος ἐμαραίνοταν καὶ πικροτυραγνιόταν.

-Στρατιώτη πῶς μαραίνεσαι, σὰν τὸν ἀνθὸ στὴ λάβρα;
Κουρτέσα μὴν ἀγάπησες καὶ στέκει ψηλωμένα;
Πρωτόγερου κόρη ἀκριβὴ καὶ μονοθυγατέρα;
Ποθεῖς κοράσι τρυφερὸ τὴν φλόγα σου κι ἀρνήθη;
Τοῦ ἔρωτα μελιβάπτιστα ξιφάρια σ’ ἐκεντῆσαν;
-Ἡ Ἀμμόχωστος κουρσεύτηκεν, Τοῦρκοι τὴν ἐπατῆσαν!

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Ὁ ἄρχων τοῦ δαχτυλιδιοῦ


ρι΄

ρχων το δαχτυλιδιο

Ποιός ἦτον ὅπου ἐφύτρωσεν τὰ νέφια στὴν λιακάδα,
φυλάκισεν τὰ ἡλιάχτιδα κι’ ἐσκότισαν τὰ οὐράνια,
κατωκλονίστη ὁ Τάρταρος κι’ ἀπανωσείστη ὁ τόπος,
σάλεψεν κι’ ἀναδεύτ’ ἡ γῆς καὶ τὸ λειβάδι ἐσχίστη,
κι’ εἰδώθη σπηληοβάραθρον καὶ χάσμα καὶ κατώγι,
κατέβη τὸ βοσκόπουλον, ὁ Γύγης ὁ τσομπᾶνος,
κι’ ηὗρε ἄλογο χαλκόχυτον, μέσα κουφαλιασμένον,
κι’ ηὗρε γιγάντου σκελετὸν στὸ κοῦφος σωριασμένον,
μὲ δαχτυλίδι ὁλόχρυσον στὸ κοκκαλένιο χέρι,
καὶ τὸν νεκρὸν ἐγύμνωσε, τὸ δαχτυλίδιν κλέβει,
τὸ μελετᾷ, τὸ χαίρεται, στὸ δάχτυλον περνᾷ το,
κι’ ὡς φόρησέν το ἐμάζεψε καὶ ταιριαστὸν τοῦ μείνη;
Κι’ ὡς σώθη ὁ μῆνας ὁ παληός, τοῦ νηοῦ τὸ πρῶτο βράδυ,
ποὺ οἱ πιστικοὶ συνάζονται, τὴν στιὰ γυροκυκλώνουν,
μετροῦν τὸ βιὸς τοῦ βασιληᾶ, κοπάδια λογαριάζουν,
ἂν λείπεται, ἂν αὐγάτισεν, ἂν στέκῃ ὡσὰν βρισκότουν,
τοῦ Γύγη ποιός μουρμούρισεν, δίχως νὰ νιώσῃ τοῦ ’πεν,
τῆς πέτρας τοῦ δαχτυλιδιοῦ νὰ στρίψῃ τὸ καστόνι;
Πρὸς τὴν μεριά του τό ’στριβεν, ἄφαντος ἐπερνιότουν,
κι’ ἀνάστροφα ὡς τὸ γύριζεν, τὸ πάλιν ἐφαινότουν.
Κι’ ὡς μάθεν τοῦ δαχτυλιδιοῦ τὴν μαγεμμένη χάριν,
τὸν ἄγουρο ποιός φούντωσεν μὲς στῶν φλογῶν τὸ φέγγος
σὲ γέρους κι’ ἄντρες μπρὸς νὰ βγῇ, σὰν ἄντρας νὰ ζητήσῃ;
«Ἐγὼ νὰ πάω στοῦ βασιληᾶ, τὸ βιός του ν’ ἀναφέρω».
Κι’ εἰς τοῦ Κανδαύλη ὡς φάνηκεν, λογαριασμὸν νὰ φέρῃ,
κεῖνον σὰν ποιός ἐγήτεψεν, τὸν Γύγη ν’ ἀγαπήσῃ,
καὶ τὴν ἀγκλίτσ’ ἀπίθωσεν στὴν στάνη νὰ σκεβρώνῃ
κι’ ἀμφίστομο κοντόσπαθον στέρηωσε στὴν ζωστρή του;
Καλυβιαραῖος ἤτονε, παλατιανὸς ἐγίνη,
κι’ ἀπὸ προβατοφύλακας ἐχρίστη ῥηγοφύλαξ.
Κι’ ἔπειτα ποιός τὸν τύφλωσε καὶ τά ’χασε ὁ Κανδαύλης,
καὶ τοῦ Δασκύλου τὸ παιδὶ ξεδιάντροπα ὁρμηνεύει;
«Κι’ οἱ λόγοι σὰν δὲν πείθουν σε, τὰ μάτια θὰ πιστέψουν,
σάν, τὴν κυρά σου θὰ χαρῇς κι’ ὁλόγυμνη χορτάσῃς!
Κι’ ὁ γδικιωμὸς τῆς ῥήγισσας μὴν σὲ μεταμελήσῃ,
καὶ σὲ κρυψῶναν μπάζω σε κι’ ἀνείδωτος θωρᾷς την».
Κι’ ὡς λαίμαργα κατάτρωγεν τῆς ῥήγισσας τὴν γύμνια,
ποιός πῆρεν τοῦ δαχτυλιδιοῦ τὴν μαγεμμένη χάριν
κι’ εἶδε τον ποὺ ξεγλίστραγεν, στὰ σπλάχνα φαρμακώθη,
κι’ ὁλονυχτὶς κουβέντιαζαν μὲ τὴν ὀργὴ συντρόφοι;
Κι’ ὡς κάλεσε, τὴν μαύρη αὐγή, τὸν Γύγη νὰ δικάσῃ,
κι’ εἰς τὴν παλάμη τοῦ ’κλεισεν τὴν ἄσπλαχνη λεπίδα,
«Ἢ στὸν λαιμό σου πέρνα το ἢ τοῦ Κανδαύλη κόψε»,
τὴν γνώμη ποιός πολέμησεν νὰ σκοτωθῇ ἀτός του
κι’ ἐβάρυνε στὴν ζυγαριὰ τὸν φόνο τοῦ ἀφεντός του;
Καὶ τέλος ποιός τὸν θράσυνε κι’ ἔσφαξε τὸν Κανδαύλη,
σ’ αἱμάτου θρόνο ἐκάθισεν, αἱμάτου ῥάβδο ἐπῆρεν,
σ’ αἱμάτου κλίνη ἐπλάγιασεν τοῦ βασιληᾶ τὸ ταίρι;
Ἐγὼ ποὺ τὰ σοφίστηκα κι’ ἐγέλασα τὸν Γύγη.
Ἐγώ, ὁ δαίμων, τὸ στοιχειὸ πού ’ναι στὸ δαχτυλίδι!
Μὲ τὸν χρυσὸ σᾶς κυβερνῶ, κοῦρσος βαρὺ σᾶς παίρνω,
σ’ ἅλυσους χρυσοκρίκωτους, σκλάβους πικρούς, σᾶς σέρνω.
Μὲ τὸν χρυσὸ σᾶς ξέκοψα, τ’ ἀνθρωπινὸ κοπάδι,
τρίσβαθα σᾶς ξεμάκρυνα στῆς νύχτας τὸ πηγάδι.
Στὶς κοῦπες μου γλυκοκερνῶ τὸ γαῖμα τῶν καρδιῶν σας,
σὲ μαῦρες τάβλες γεύομαι τὴν σάρκα τῶν ψυχῶν σας.
Τὰ οὐρλιαχτά σας κι’ οἱ ὀδυρμοὶ τραγούδια μὲ γλεντίζουν,
τ’ ἄθλια ποὺ καμώνεστε, πολλὰ μὲ ξεκαρδίζουν.
Γύρω μοσχοβολίζει με, ὁ βοῦρκος ποὺ ξερνᾶτε,
τὰ ψεύτικα ὡς ὀρέγεστε, τὰ μάταια ὡς λαχταρᾶτε.
Τὸ γένος τὸ ἡρωϊκὸν μὲ λύσσα πολεμεῖτε,
καὶ τὴν χρυσῆν σας ἅλυση, καμαρωτοί, κρατεῖτε.
Κι’ ἔχω τὴν γῆ κονάκι μου, κῆπο μου καὶ φυτεύω,
μαντρί μου γιὰ νὰ κυνηγῶ, στέρνα μου νὰ ψαρεύω.
Νὰ βόσκου οἱ νεκροζώντανοι κι’ ἐμὲ νὰ προσκυνοῦσιν,
αἰώνια νὰ πεθαίνουσιν κι’ αἰώνια νὰ μὲ ζοῦσιν.