Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

The Master



















Πεζὸ ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ

Ὅταν τὸ σκότος ἡπλώθη ἀνὰ τὴν γῆν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, φέρων ἐκ πεύκης δαλὸν ἀνημμένον, κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ λόφου εἰς τὴν κοιλάδα. Ὅτι ἤθελεν μεριμνήσει περὶ τῶν οἰκείων πραγμάτων.   

Καὶ γονυπετῆ ἐπὶ τῶν πυρολίθων τῆς κοιλάδος τῆς ἀπωλείας εἶδεν νέον ἄνδρα γυμνὸν καὶ θρηνοῦντα. Τὸ χρῶμα τῆς κόμης αὐτοῦ ἦτον ὡς τοῦ μέλιτος καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ὡς ἄνθος λευκόν, ἀλλὰ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἦτο πεπληγμένον ὑπὸ ἀκανθῶν καὶ ἐπὶ τῆς κόμης αὐτοῦ εἶχεν σκορπίσει τέφρας ἀντὶ στέμματος.

Καὶ οὗτος ὁ μέγαν πλοῦτον κατέχων εἶπεν εἰς τὸν νέον ἄνδρα τὸν γυμνὸν καὶ θρηνοῦντα: «Δὲν ἀπορῶ μὲ τὸ μέγεθος τῆς θλίψεώς σου, ὅτι Ἐκεῖνος ὑπῆρξεν ἀληθῶς δίκαιος ἄνθρωπος».  

Καὶ ὁ ἀνὴρ ὁ νέος ἀπεκρίθη: «Δὲν θρηνῶ γιὰ Ἐκεῖνον, παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτόν μου. Κι’ ἐγώ, ἂν ἠξεύρῃς, τὸ νερὸν ἤλλαξα εἰς κρασίν, καὶ τοὺς λεπροὺς ἐγιάτρεψα καὶ εἰς τοὺς τυφλοὺς ἔδωσα τὸ φῶς των. Ἐβάδισα ἐπάνω εἰς τὰ ὕδατα, κι’ ἀπὸ τοὺς κατοίκους ὁπού ’ναι εἰς τὰ κιβούρια ἐξώρκισα διαβόλους. Καὶ τοὺς πεινασμένους ἔθρεψα εἰς τὴν ἔρημον ὅπου δὲν ἦτον τροφή, καὶ τοὺς ἀποθαμένους ἐσήκωσα ἀπὸ τὰ στενόχωρά των ὁσπίτια, κι’ ὡς πρόσταξα, κι’ ἐνώπιον ἄμετρου λαοῦ, μιὰ στέρφα συκῆ ἐξεράνθη. Ὅλα ὅσα τοῦτος ὁ ἄνθρωπος ἔκαμεν, ὁμοίως τὰ ἔκαμα. Κι’ ὡστόσο δὲν μ’ ἔχουν σταυρώσει».


Φωτογραφία: Napoleon Sarony   

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

The Artist



















Πεζὸ ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ

Κάποιαν ἑσπέραν ἐφώλιασεν ἐντὸς τῆς ψυχῆς του ἡ ἐπιθυμία νὰ πλάσῃ μιὰν ἀπεικόνισι «Τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀντέχει γιὰ μιὰ στιγμή». Καὶ ἀνεχώρησεν ἐντὸς τοῦ κόσμου πρὸς ἀναζήτησιν ὀρειχάλκου. Ὅτι μόνον μὲ ὀρείχαλκο μποροῦσε νὰ ὁραματίζεται.

Ὅμως ὅλος ὁ ὀρείχαλκος τοῦ κόσμου ὁλάκερου εἶχεν ἐξαφανισθῆ, μήτε ὁπουδήποτε ἐντὸς τοῦ κόσμου ὁλάκερου ὑπῆρχε λίγος ὀρείχαλκος γιὰ νὰ βρεθῇ, ἐκτὸς μόνον ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκο στὴν ἀπεικόνισι «Ἡ Θλῖψι ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα».

Τούτη τὴν ἀπεικόνισιν εἶχεν ὁ ἴδιος, μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, πλάσει, καὶ τὴν εἶχε τοποθετήσει ἐπὶ τοῦ μνήματος τοῦ μοναδικοῦ ὄντος ποὺ ἀγάπησε στὴν ζωή. Ἐπὶ τοῦ μνήματος τοῦ νεκροῦ ὄντος ποὺ πειότερον ἀγάπησεν εἶχε τοποθετήσει τὴν ἀπεικόνισι ποὺ ἦταν δικό του πλάσμα, ὥστε νὰ μπορῇ νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἔνδειξι τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν πεθαίνει ποτέ, καὶ ὡς σύμβολο τῆς θλίψεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα. Καὶ στὸν κόσμον ὁλάκερο δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος ὀρείχαλκος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκο τούτης τῆς ἀπεικονίσεως.

Καὶ ἔλαβε τὴν ἀπεικόνισι ποὺ εἶχε πλάσει, καὶ τὴν ἐτοποθέτησεν ἐντὸς μεγάλης καμίνου, καὶ τὴν παρέδωσε στὴν φωτιά.

Καὶ μὲ τὸν ὀρείχαλκο τῆς ἀπεικονίσεως «Ἡ Θλῖψι ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα» ἔπλασε μιὰν ἀπεικόνισι «Τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀντέχει γιὰ μιὰ στιγμή».


Φωτογραφία: Napoleon Sarony

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς μίαν κυριακὴν τοῦ 1980

ρπα΄

Κυριακή, δρομεῖ * ἀστραφτερὸ τ’ ἁμάξι,
ἀγροί, ληοστάσια * προσπερνοῦν ὡς σιμώνουν.
Κι’ ὕστερα ἥλιος * κι’ ὥρα χρυσῆ· τὸ γέρας
κῦμα κρύσταλλο, * πετράδια τῆς ἁρμύρας.
Καὶ τὸ σύθαμπο * γυμνὰ κορμιὰ ποὺ ἱδρώνουν· 
στὸ τραπεζάκι * καπνὸς στηλώνει, κι’ οἶνος,
«καὶ καλύτερα…» * κηρύττει ἕνα τραγούδι.  
Κι’ ἀπὸ τὰ βένθη * τῶν στοιχειακῶν ῥηγάτων
φριχτὲς ὑλακὲς * ἀσβολερῶν φουσσάτων
λογχίζουν καρδιὲς * ποὺ ἐν τρόμῳ προμαντεύουν
πὼς πειὰ θ’ ἀνέβουν * στὸ φῶς οἱ ἀβυσσόθεν.



Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς Ἄραβα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ

ρπ΄

Ἀλεξανδρείας * κατακτηθείσης Ἄραψ
τοῦτα μαρτυρεῖ. * «Νυχθημερὸν ἡ πόλις,
λευκομάρμαρη, * φεγγοβολᾷ ὁλόθεν·
ὥστε καὶ ῥάφτης, * νύκτωρ, δίχως λυχνάρι
ἄκοπα περνᾷ * κλωστὴν ἀπὸ βελόνη.  
Τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς * οἱ ἐν ὁδοῖς καλύπτουν».
Ἂν ηὗρες τρόπον, * Ἄραβα, τ’ ἀκριβά σου
μάτια νὰ φυλᾷς, * βάδιζε, μὴ σὲ σκιάζῃ
τῆς μαρμαρίνης * πόλεως ἡ λευκότης.
Γιὰ τῶν Ἑλλήνων * τὸ φῶς ἔγνοια μὴν ἔχῃς,
ἀλεξήλιον * ἄτρωτο ἤδη κατέχεις
τῆς πίστεώς σου * τοὺς ἥσκιους καὶ τὰ σκότη. 

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς τὴν σιωπήσασαν

ροθ΄

Μίλα, σ’ ἀγαπῶ * μ’ ἁπλῆ θεοῦ ἀγάπη.
Πύρινοι, ἁλυχτοῦν, * λύκοι τὰ πρῶτα τ’ ἄστρη
στὲς μαῦρες λόχμες * τῆς νυχτιᾶς ποὺ ζυγώνει.
Κι’ οἱ ψυχές, κύνες, * χοροὺς κι’ ὄργια θυμοῦνται,
νυχτέρια, καρτέρια, * μ’ ἄγρες ὁ νοῦς γιομώνει
κι’ ὀρθὲς κορμώνουν· * κι’ ἀπὸ τῆς γῆς τὰ κάστρη
μ’ ὄψιν μανιακὴ * τὲς ἅλυσες δαγκώνουν.
Ἔρως ἂς χυθῇ * τὴ σάρκα νὰ σκοτώσῃ
κι’ αἷμα νὰ γευτῇ, * πλούσιο σὰν πιδακίσῃ,
φόνος ἱερός, * τὸ πνεῦμα θὰ λυτρώσῃ.  
Νὰ φτερακίσῃ * στ’ ἀμόλευτα τὰ δάση,
μὲ τὴ φλογινὴν * ἀγέλην νὰ σμειχτοῦνε,
νὰ τρέξουν, νὰ παίξουν, * νὰ μυριστοῦνε. Μίλα.  
Καὶ ν’ ἀποκριθῇς * στοὺς λυκηθμοὺς τῶν ἄστρων.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Περὶ εὐγενείας

ροη΄

Στὸ προαύλιο * κλωτσῶντας πετραδάκια
προχωρᾷ σκυφτός. * «Ἅμα τὰ ὅσα εἶπε
ἡ κυρία μας * στὸ μάθημ’ ἀληθεύουν,
ἡ εὐγένεια * κάποια μαγεία θά ’ναι.
Στὸν κὺρ Θόδωρα, * ὄχι στὸν κὺρ Ἀντώνη,
στὸν κὺρ Θόδωρα * θὰ πάω ν’ ἀγοράσω,
πού ’ναι φωνακλᾶς * καὶ συνεχῶς γκρινιάζει.
Κι’ ἅμα σκλαβωθῇ, * τρόπους σὰν δοκιμάσω,
ἀπὸ δῶ κι’ ἐμπρὸς * εὐγενικός, ναί, θά ’μαι».  

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Χειμῶνας τοῦ 1992

ροζ΄

Νεοκλασσικό, * διάλειμμα στὸν ἐξώστη,
λέει ἀνέκδοτα * ἡ ἀνύποπτή μου ἀγάπη
καὶ καπνὸ φυσᾷ· * γελῶ κι’ ἀνάβω κι’ ἄλλο.
Ὀνειροπολῶ * πλησίον κρημνοῦ ἐρεβώδους
καὶ μὲ τὸν ἥλιον * κατάμματα ἐλπίζω.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Κοντάκιον ἢ μπαλλάντα

ροστ΄

Τὸ κοντάκιον * ἀρχαῖος ἦτον ὕμνος
τῶν φιλοχρίστων· * ἐν ἀρχῇ προοίμιον,
οἶκοι κατόπιν, * κι’ ἕκαστον οἶκο κλείνει
τὸ ἐφύμνιον, * τὸ ἴδιο πάντα σ’ ὅλους.
Τὸ πρῶτο γράμμα * κάθ’ οἴκου σχηματίζει
ἀκροστιχίδα, * ῥῆσιν, ὄνομα, φράσιν.
Σκεῦος λόγου ἁβρό, * ποὺ αἰῶνες λησμονήθη,
δύναται ὕψος, * δύναται μεγαλεῖον!
Πῶς νὰ τραγουδῶ * τὸ θώρι τὸ γυμνό σου;
Φέρεις τῆς κυρᾶς * τῆς Κύπριδος τὲς χάρες,
κάλλος σαρκοθὲν * ποὺ Κάλλος ἀναβλύζει.
Μὲ κοντάκια, * θαῤῥῶ, πλειότερο ἀξίζει
παρὰ μ’ εὐτελεῖς * φραντσέζικες μπαλλάντες.



Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Ἀπὸ καὶ πρὸς

ροε΄

Πλήρωσ’, ἐν σιωπῇ, * κατηφὴς στὸ ταμεῖο
φόρον ὁ φτωχὸς * κι’ εὐθὺς τὰ μετρηθέντα
παρεδόθησαν * νὰ μετρηθοῦν καὶ πάλι
ἀπ’ τῆς γλώσσαργης * ξερακιανῆς τσιγγάνας
τὰ κατάφορτα * καὶ χρυσωμένα χέρια.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Εἰς Φίλιππον


ροδ΄

Εἰς Φίλιππον

Σκιάζεται ὁ μέγας βασιλεὺς κι’ οἱ πόλεις σὲ φοβοῦνται,
κι’ ἀνέμυαλοι σὲ μάχονται, τυφλοὶ καταλαλοῦν σε,
κύρης τοῦ κόσμου μὴ γενῇς καὶ πρωτοβασιλέας.
Μὰ ἐσὺ πλεμμάτιν ῥίχνεις τους, δίχτυ κρουστὸ τοὺς πλέκεις,
κι’ ἥσκιους γεννᾷς καὶ κυνηγοῦν, στοιχειὰ καὶ πολεμοῦν τα,
κι’ ὅλα ποὺ ἀνάντια σου ἐνεργοῦν, κατά των ἐνεργοῦν τα.  
Κόσμον, θαῤῥοῦν, φυλάττουσιν, στὰ κάστρη του βαστιῶνται,
κι’ ἐσὺ τὰ κάστρη προσπερνᾷς καὶ χτίζεις νέον κόσμον.
Δάση, γυρεύουν, κονταριῶν καὶ κουρνιαχτοὺς ἀλόγων,
τὴν Οἰκουμένην δὲν νογᾶν, ποὺ ὑφαίνει την ὁ νοῦς σου,
τῆς τέχνης σου ὁ ἀργαλειός, στημόνι μὲ τὸ ὑφάδι.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Κοῦπα χρυσῆ


ρογ΄

Κοῦπα χρυσῆ

Πῶς κοῦπα χρυσῆν ἀγάπης σὰν ὑψώνῃς
πίνουν καὶ φτύνουν ἢ προσπερνοῦν μ’ αὐθάδεια;
«Μοῖρα» μὴν εἰπῇς, «βουλὴ» μὴν πῇς καὶ «ἀνάγκη».
«Ἄδικο» νὰ εἰπῇς καὶ «ἀνήλεο» καὶ «κομμάτια…».
Ἀμὴ τὴν χρυσῆν τὴν κοῦπα σὺ νὰ ὑψώνῃς
πάλι καὶ ξανὰ καὶ συνεχῶς καὶ πάλι.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Οἶκος Χατζιαθανασίου




















ροβ΄

Μὲ ὑπερηφάνειαν ἔβλεπα, μὲ δέος πάντα κοιτοῦσα,
φωτογραφία παλαιάν, εἰκόνα φυλαγμένη.
Τὴν ἔδειχνα στοὺς συγγενεῖς, μικρὸ παιδὶ ἀποροῦσα,
«Ποιός εἶν’ αὐτὸς μὲ τὴν στολή;» (Τὴν ὄψι τὴν θλιμμένη.)

«Παιδί μου, εἶν’ ὁ Ἀλέξανδρος τῶν Χατζιαθανασίου,
ὁ ἄλλος Ἀθανάσιος καὶ ὁ τρίτος Ἰωάννης.
Στὴν Σμύρνη ἐσφάγησαν οἱ τρεῖς, στὴν γῆ τοῦ μαρτυρίου,
τ’ ἀδέρφια ἦσαν τῆς Δέσποινας καὶ τῆς γιαγιᾶς σου Ἄννης».

Παπποῦδες, ποὺ δὲν γνώρισα, συχνὰ σᾶς μνημονεύω,
μύθους ἀξιώνουν κι’ οἱ ἀχαμνοί, κι’ οἱ ταπεινοὶ ἔχουν γένη.
Κι’ ὡς τοῦ οἴκου τὸν χαμὸ μετρῶ, φυλάττω κι’ ἀναδεύω,
φλόγα τῆς γῆς περίστατη, μιὰ νέαν Οἰκουμένη. 


Φωτογραφία τοῦ ἱστολογίου


Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Ὁ γέρων δράκος


ροα΄

Ὁ γέρων δράκος

Πυρὴν ἡ παράδοσις -389- τοῦ Ν. Γ. Πολίτη

Τὴν Ἄνδρον εἰς τὰ πρῶτα της δρακόντοι κατοικοῦσαν,
ἀνοῖγαν τὲς φτεροῦγες των καὶ θηόρατοι ἐπετοῦσαν.
Ἐβούταγαν ἀπ’ τὲς κορφές, μπαῖναν στὰ σπηληοκάστρη,
τὸν ἥλιον ἐστιγμάτιζαν, τὴν νύχτα ἐκρύβαν τ’ ἄστρη.
Βέλη χρυσᾶ, βέλη ἀργυρᾶ, βέλη πυῤῥὰ καὶ μαῦρα,
ἠξέρναγαν γλῶσσες φωτιᾶς, τὴν χώρα ἔῤῥαιναν λάβρα.
Χύνοντο πάνωθε τῆς γῆς κι’ ἐτρέχαν τῶν κυμάτων,
κι’ ἥσκιοι ψηλάθε στοίχειωναν, κατάτρεχαν τὰ κάτω.
Ἀμὴ τ’ ἀργάζεται ὁ καιρός, τὰ προχωρεῖ ἡ φύσις,
κι’ ἔτσι ἡ γενηά των φύρανε κι’ ἦρθεν κι’ αὐτῶν ἡ δύσις.
Κι’ ὅντες δρακόντοι ἐπέρασαν κι’ ἐφάνησαν ἀνθρῶποι,
λαοὺς ἐγιόμισ’ ὅλ’ ἡ γῆς, φύλλα καὶ γένη οἱ τόποι.
Δῶ Τοῦρκοι στερνοπάτησαν, ὥρισαν Ὀθωμᾶνοι,
ἀμὴ πρίν, ἀπ’ τὴν Βενετιάν, ἦρθαν οἱ Βενετσιᾶνοι.
Κι’ ἀπὸ τοὺς Βενετσιάνους πρὶν ἄλλ’ ἦσαν δῶ φερμένοι,
οἱ Ἕλλενοι οἱ ἐξακουστοὶ καὶ κοσμογροικημένοι.
Κι’ αὐτοὶ εἰς ἐρμιὰ δὲν πάτησαν, μήτ’ ἄδειον τόπο εὑρῆκαν,
κι’ ἦτον γεῖς ποὺ ἔζη μοναχὸς καὶ συναπαντηθῆκαν.
Κι’ ἐκειὸς δὲν ἦτον ἄνθρωπος, ἦτον δρακόντου γένος,
στραβὸς καὶ ἀνημπόρετος, παππούλης γερασμένος.
«Λαλιὲς ἀκῶ κι’ ἥσκιους θωρῶ κι’ ὄντα ποὺ δὲν κατέχω,
νηώτερος ἔμουν πάντερμος, γέρων συντρόφους ἔχω;»
«Ἀνθρῶποι, δράκο, εἴμαστε, στὴν Ἄνδρον νηοφερμένοι,
οἱ Ἕλλενοι οἱ ἐξακουστοὶ καὶ κοσμογροικημένοι».
«Φέρτ’ ἕναν σας νὰ ψηλαφῶ, νὰ τόνε πασπατέψω,
νὰ ἰδῶ τὶ πρᾶμμα ὁ ἄνθρωπος, στὸ νοῦ μορφὴ νὰ πλέξω».
Οἱ ἀνθρῶποι δὲν θαῤῥεύοντο, νὰ πέμψουν δὲν τολμοῦσαν,
κι’ εἰς τὸ κατόπιν ἔκαμαν ποὺ ἀρχῆθεν μελετοῦσαν.
Στὴν κεφαλὴ τοῦ πότορμου ὑνὶν εἶχαν στερηώσει,
ν’ ἀδράξῃ ὁ δράκος τὸ ὑνίν, ὁ ἄνδρας νὰ ἐγλυτώσῃ.
«Στέλνομε, δράκο, ἐρεύνα τον, μάνθανε τὴν γενηά μας,
πῶς φαίνεται τὸ θώρι μας, πῶς στέκουν τὰ κορμιά μας».
Κι’ ὁ δράκος, ὡς ἐσίμωσε, τὸ ὑνὶν φουχτογραπώνει,
κι’ ἡ χέρα του τὸ ἔστειψε κι’ ἐχύθη κάτω ἡ σκόνη.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Ἡ θυσία τῆς μύγας


ρο΄

Ἡ θυσία τῆς μύγας

Μῦγα σοφὴ σ’ ἐφόνευσαν κι’ ἀτσάλως σ’ ἐσκοτῶσαν
καὶ τὰ λειωμένα σου φτερὰ τὸ ἄλφα ἐθαμπῶσαν.
Τοῦ ποιητοῦ τὸ «ἀθάνατος» «θάνατος» πλέον ὁμοιάζει,
θανὴ σημάδι κι’ οἰωνός, τὸ νόημα ὅλο ἀλλάζει.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Ἡ ἄμπελος τῆς συλλογῆς

ρξθ΄

Ἡ ἄμπελος τῆς συλλογῆς

Ἰδοὺ οἱ λόφοι τῆς σιωπῆς, οἱ ἀγροὶ τῆς ἐρημίας·
κεῖ λιόγερμα δίχως νυχτιά, κεῖ δύσις δίχως σκότος,
μπροστάθε τοῦ Ἅιδου οἱ κρημνοί, πίσω τοῦ κόσμου οἱ κάμποι
καὶ γύραθε περίσπαρτα τοῦ χρόνου τὰ γκρεμίδια.
Ἐκεῖ μοχθεῖ κι’ ὁ ποιητὴς τῆς συλλογῆς τ’ ἀμπέλιν,
ὁποὺ τρυγᾶται στὸν καιρό, παληώνει στὸν αἰῶνα,
καὶ βγάζει δυὸ λογιῶν κρασί, χρυσοῦν καὶ πορφυρᾶτον,
τὸ πορφυρᾶτον ἡ ἐμμορφιὰ καὶ τὸ χρυσοῦν τὸ πνεῦμα.
Καὶ τρέχει ἀπάνω στὲς ὁδοὺς καὶ σμείγει τοὺς δοιπόρους,
τοὺς ἐκ τῶν κάμπων περπατοῦν καὶ τοὺς κρημνοὺς γυρεύουν,
τὰ δυὸ εἰς ἕνα τὰ κερνᾷ, φιλεύει τους νὰ πιῶσιν,
νὰ εὐφρανθῶσιν, ν’ ἀντρειωθοῦν, τὸν δρόμον νὰ βαστάξουν.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Ἐμβατήριον

Διασκευὴ ποιήματος τοῦ Τυρταίου
ἢ λαϊκοῦ ἐμβατηρίου

Μπρός, διαβῆτε τῆς Σπάρτης, ποὺ οἱ ἄντρες ἀνθίσαν,
σεῖς οἱ γυιοὶ ποὺ πατέρες πολῖτες γεννῆσαν.
Τὸ ζερβὺ τῆς ἀσπίδος τὸν γῦρον νὰ δείχνῃ,
τὸ δεξί, μ’ ὅλο ἀντρειά, τὸ κοντάριν νὰ ὑψώνῃ,
καὶ ζωὴν μὴ βλεπίσῃ κανείς, σὰν χτυπιέται·
δῶ στὴ Σπάρτη, παλαιόθε, πρεπὸ δὲν περνιέται.


Ἄγετ’ ὦ Σπάρτας εὐάνδρω
κῶροι πατέρων πολιατᾶν,
λαιᾷ μὲν ἴτυν προβάλεσθε,
δόρυ δ’ εὐτόλμως ἄνχεσθε
μὴ φειδόμενοι τᾶς ζωᾶς·
οὐ γὰρ πάτριον τᾷ Σπάρτᾳ.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Ὀρφικὸν ἐρωτικὸν


ρξη΄

Ὀρφικὸν ἐρωτικὸν

Δεξιά ’χω κόρην ἐγδυμνή, ζερβὰ τὸ κρυὸν σπαθί μου,
κάτω μου ὁγρὴ ἁπλών’ ἡ γῆς κι’ ἀπάνωθέ μου τ’ ἄστρη
κι’ ἄγρυπνος συλλογίζομαι καὶ λογισμοὶ ἀγρυπνοῦν με:
Πὼς κεῖμαι, λέει, κορφομεσίς, στοῦ κόσμου τὸ γιοφύρι,
κι’ εἰς τό ’να στόμα ὁ θάνατος κι’ εἰς τ’ ἀντικρὺ ἡ ἀγάπη,
κι’ ὁ χρόνος κάτω ἀφροκυλᾷ κι’ ὁ αἰῶνας πανωφέγγει,
καὶ μ’ ἀνακράζουν, μὲ καλοῦν κι’ «ἄνθρωπο» μ’ ὀνομάζουν
κι’ ἐγὼ εἰς αὐτοὺς ποκρίνομαι κάθε ποὺ ἐμὲ φωνάζουν.
«Εἶμαι ὑγιὸς τῆς μάννας γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ βλαστάρι,
κι’ ἂν εἶστε οἱ τρεῖς ἡ μοῖρα μου, ἡ ἀγάπη εἶν’ ὁ ἀγών μου,
ἡ τελευτὴ κι’ ὁ χρόνος μου, μήτρα μου, πατρικόν μου».
Κι’ ὁρμὴν ὁ χρόνος μ’ ἔδωκεν κι’ ὁ θάνατος νηὰ χάρι·
τοὺς λογισμοὺς ἀπόδιωξα κι’ ὁλόκορμος πυρώνω
κι’ ἐστράφην στὸ ἐγδυμνὸ κορμὶ κι’ ἀγκάλιασα τὴν κόρη
κι’ εἰς τὸν ἀγρὸν ἐχώθηκα τὰ οὐράνια νὰ τρυγήσω.  

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Πύλες


ρξζ΄

Πύλες

Πύλη μᾶς φτύνει, μᾶς πετᾷ, πύλη μᾶς καταπίνει,
ὀφίδι στόμαν ἄνοιξε καὶ τὴν οὐρά του πίνει.
Ζωὲς θνητὲς διαβαίνομε, πομπὲς θνητὲς λυγᾶμε,
στὰ καυδιανά μας δίκρανα σκύβομε καὶ περνᾶμε.
Φωτιὰ στὸν πάγο πνίγεται, φωτιὰ τὸν πάγο λειώνει·
ζωὴν ὁ θάνατος γεννᾷ καὶ τὴν ζωὴν ποσώνει.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Ἡ ῥήγισσα τῶν λευκῶν


ρξστ΄

Ἡ ῥήγισσα τῶν λευκῶν

Ῥῆγας, σπαθίου ἀρχόντοι, πύργοι κι’ ἄλογα
καὶ σὺ στοὺς πρώτους, τῶν λευκῶν ἡ ῥήγισσα,
λιόφωτο χιόνι ἀστράφτεις στὸ φουσσᾶτο μας.
Κι’ ἂν πιόνι ἐγὼ γιὰ ἐσέ, λογιέμαι, ἀχαμνό,
γιὰ ἐσὲ βαστῶ τοὺς μαύρους καὶ τὸν πόλεμο,
καρτέρια, μπλόκα τῶν ὀχτρῶν στὸν ἄβακα.
Κι’ ἂν ποτορμήσω ἆθλον καὶ ἀποκοτιάν,
ἴσως νὰ μ’ ὀρεχτῇς καὶ ν’ ἀγαπήσῃς με.
Δὲν πλέει τὸ δοιάκι τῶν μοιρῶν ἀκλόνητο,
δὲν πάει κι’ ὁ Κόσμος ἀνελεημόνητος.

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Polaris



















  
Διήγημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ.
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 18ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.)

Στὸ βορεινὸ παράθυρο τοῦ δωματίου μου φεγγοβολεῖ, μὲ φῶς ἀπόκοσμον, ὁ Πολικὸς ἀστέρας. Λάμπει ἐκεῖ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῶν μακρόσυρτων διαβολικῶν ὡρῶν τοῦ νυχίου σκότους. Καὶ κατὰ τὸ φθινόπωρο, ποὺ οἱ βοριᾶδες καταριῶνται καὶ ὀλολύζουν καὶ τὰ δέντρα τοῦ βάλτου, μὲ τὰ κοκκινωπὰ φύλλα, συνομιλοῦν ψιθυριστά, ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη, τὶς μικρὲς ὧρες τοῦ πρωϊνοῦ, κάθομαι κοντὰ στὸ παραθυρόφυλλο καὶ παρατηρῶ τὸ ἄστρο. Ψηλὰ ἀπὸ τὰ χάη τρεκλίζει ἡ λαμπρὴ Κασσιόπη καθὼς οἱ ὧρες προχωροῦν ἀργά, ἐνῷ  ὁ ἀστερισμὸς Τσὰρλς Γουέιν πορεύεται βαριά, πίσω ἀπὸ τὰ μουλιασμένα καὶ ἀτμίζοντα δέντρα τοῦ βάλτου ποὺ λικνίζονται στὸ νυχτερινὸ ἀγέρι.  Μόλις πρὶν τὴν αὐγὴ ὁ Ἀρκτοῦρος τρεμοπαίζει, ῥόδινος, πάνωθε τοῦ κοιμητηρίου στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, καὶ ἡ Κόμη τῆς Βερενίκης ῥίχνει ἀλλόκοτα τὸ τρέμιο φῶς της πέρα, κατὰ τὴν μυστηριώδη ἀνατολή. Ὅμως ἀκόμα ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτᾷ μοχθηρὰ ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο τοῦ μαύρου θόλου, τρεμοπαίζοντας ἀποτρόπαια, ὡς ὀφθαλμὸς παράφρονα παρατηρητῆ ποὺ παλεύει νὰ μεταφέρῃ κάποιο παράξενο μήνυμα, ἀλλὰ δὲν ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη τίποτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάποτε εἶχε ἕνα μήνυμα νὰ μεταφέρῃ. Κάποιες φορές, σὰν εἶναι συννεφιά, μπορῶ καὶ κοιμοῦμαι.
     Καθαρὰ θυμοῦμαι τὴν νύχτα τῆς μεγάλης Ἠοῦς, ὅταν πάνω ἀπ’ τὸν βάλτο ταλαντεύθηκαν τρομακτικὲς ἀκτινόμορφες λάμψεις ἑνὸς δαιμονικοῦ φωτός. Μετὰ ἀπὸ τὴν φωτοδέσμη συννέφιασε καὶ τότε ἀποκοιμήθηκα.
      Ἦταν πάλι ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη ὅταν πρωταντίκρυσα τὴν πόλι. Ἀκίνητη καὶ νυσταγμένη κειτόταν, ἐπὶ ἑνὸς ἰδιότυπου ὑψιπέδου ποὺ ἐκτεινόταν σ’ ἕνα κοίλωμα μεταξὺ παράξενων κορυφῶν. Ἀπὸ μάρμαρο νεκρικῆς ὠχρότητας ἦσαν τὰ τείχη καὶ οἱ πύργοι της, οἱ στῦλοι, οἱ θόλοι καὶ τὰ πεζοδρόμια. Στὶς μαρμάρινες ὁδοὺς ὑπῆρχαν μαρμάρινοι κίονες ποὺ κατέληγαν σὲ κιονόκρανα μὲ τὶς ἀνάγλυφες μορφὲς ἀξιοσέβαστων γενειοφόρων ἀνδρῶν. Ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν θερμὴ κι’ ἐπικρατοῦσε ἄπνοια. Καὶ ὑψηλά, μόλις δέκα μοῖρες ἀπ’ τὸ ζενίθ, ἔλαμπε κεῖνος ὁ παρατηρητής, ὁ Πολικὸς ἀστέρας. Ἐπὶ μακρὸν ἀτένισα πρὸς τὴν πόλι μὰ δὲν ξημέρωσε. Ὅταν ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαράν, ποὺ τρεμόπαιζε χαμηλὰ στὸν οὐρανὸ ἀλλὰ δὲν ἔδυε ποτέ, εἶχε διανύσει ἀργόσυρτα τὸ ἓν τέταρτον τῆς πορείας του γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, εἶδα κίνησι καὶ φῶτα στὰ σπίτια καὶ στοὺς δρόμους. Μορφὲς ἰδιόῤῥυθμα ντυμένες ἀλλὰ συνάμα εὐγενεῖς καὶ οἰκεῖες κυκλοφοροῦσαν ἔξω καὶ ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη ἄνθρωποι ἔλεγαν σοφίες σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ κατανοοῦσα, ὡστόσο δὲν θύμιζε καμμία γλῶσσα ἀπ’ ὅσες γνώριζα. Καὶ ὅταν ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαρὰν εἶχε διανύσει ἀργόσυρτα περισσότερο ἀπὸ τὸ ἥμισυ τῆς πορείας του γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, ἐπικράτησε πάλι σκότος καὶ σιωπή.
      Ὅταν ξύπνησα δὲν ἤμουν σὰν πρῶτα. Εἶχε ἐντυπωθῆ στὴν μνήμη μου τὸ ὅραμα τῆς πόλεως καὶ μέσα στὴν ψυχή μου εἶχε ἀναδυθῆ καὶ μιὰ ἄλλη ἀπροσδιόριστη ἀνάμνησι, γιὰ τῆς ὁποίας τὴν φύσι δὲν ἤμουν τότε βέβαιος. Ἔκτοτε, τὶς συννεφιασμένες βραδιὲς ποὺ μ’ ἔπιανε ὕπνος, ἔβλεπα τὴν πόλι συχνά. Πότε ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη καὶ πότε ὑπὸ τὶς καυτὲς κίτρινες ἀκτῖνες ἑνὸς ἥλιου ποὺ δὲν ἔδυε, ὅμως περιστρεφόταν χαμηλὰ γύρω  ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα. Καὶ τὶς νύχτες μὲ ξαστεριὰ ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτοῦσε μοχθηρά, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε.
      Σταδιακὰ κατέληξα ν’ ἀναρωτιέμαι περὶ τῆς θέσεώς μου στὴν πόλι τοῦ ἰδιότυπου ὑψιπέδου, μεταξὺ τῶν παράξενων κορυφῶν.  Ἱκανοποιημένος, στὴν ἀρχή, νὰ ἐξετάζω τὸ τοπίο ὡς ἀσώματη παρουσία ἀμέτοχου παρατηρητῆ, πλέον ἐπιθυμοῦσα νὰ ὁρίσω τὴν σχέσι μου μ’ αὐτὴν καὶ νὰ διατυπώσω κι’ ἐγὼ τὶς σκέψεις μου, ὡς ἕνας ἀπ’ τοὺς ἀξιοσέβαστους ἄνδρες ποὺ συνωμιλοῦσαν καθημερινὰ στὶς δημόσιες πλατεῖες. Εἶπα στὸν ἑαυτό μου, «Αὐτὸ δὲν εἶναι ὄνειρο, γιατὶ μὲ ποιούς τρόπους μπορῶ ν’ ἀποδείξω, περισσότερο ἀπὸ τούτη, τὴν ἁπτὴ πραγματικότητα τῆς ἄλλης ζωῆς στὸ λιθόκτιστο σπίτι, νοτίως τοῦ δαιμονικοῦ βάλτου καὶ τοῦ κοιμητηρίου στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, ὅπου ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτᾷ μὲ περιέργεια μέσα στὸ βορεινὸ παράθυρό μου κάθε βράδυ;»
      Κάποια νύχτα, καθὼς ἄκουγα τὴν συζήτησι σὲ μιὰ μεγάλη πλατεῖα, ποὺ περιεῖχε πλῆθος ἀγαλμάτων, ἔνιωσα μιὰν ἀλλαγὴ καὶ συνειδητοποίησα πὼς ἐπιτέλους εἶχα ἐνσώματη παρουσία. Μήτε καὶ ἤμουν κάποιος ξένος στοὺς δρόμους τῆς Ὀλαθόης, ἡ ὁποία κεῖται ἐπὶ τοῦ ὑψιπέδου τῆς Σαρκίδος καὶ μεταξὺ τῶν κορυφῶν Νότον καὶ Καντιφόνεκ. Ὁ ὁμιλῶν ἦταν ὁ φίλος μου  Ἄλως, ὁ δὲ λόγος του τέτοιος ποὺ μοῦ εὔφραινε τὴν ψυχή, γιατὶ ἦταν λόγος ἀληθινοῦ ἀνδρὸς καὶ πατριώτη. Ἐκείνη τὴν νύχτα ἔγινε γνωστὴ ἡ πτῶσι τῆς Ντάϊκος καὶ ἡ προέλασι τῶν Ἰνοῦτος: Κοντόχοντρα δαιμονικὰ κίτρινα κτήνη ποὺ πρωτοφάνηκαν πρὶν πέντε χρόνια ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἄγνωστης δύσεως, μὲ σκοπὸ νὰ δηώσουν τὶς ἀκριτικὲς περιοχὲς τοῦ βασιλείου μας, ὥστε κατόπιν νὰ πολιορκήσουν τὶς πόλεις. Ἔχοντας ἐκπορθήσει τοὺς ὠχυρωμένους τόπους στοὺς πρόποδες τῶν βουνῶν, ὁ δρόμος πρὸς τὸ ὑψίπεδο ἦταν πλέον ἀνοιχτός, ἐκτὸς καὶ ἂν κάθε πολίτης προέβαλε ἀντίστασι μὲ τὴν δύναμι δέκα ἀνδρῶν. Γιατὶ τὰ κοντόχοντρα πλάσματα ἦσαν δεινὰ στὶς τέχνες τοῦ πολέμου καὶ ἀγνοοῦσαν τοὺς περὶ τιμῆς ἐνδοιασμούς, ποὺ συγκρατοῦσαν τοὺς δικούς μας ὑψηλόκορμους γκριζομάτηδες ἄνδρες τῆς Λόμαρ ἀπὸ ἀνηλεεῖς κατακτήσεις.
      Ὁ Ἄλως, ὁ φίλος μου, ἦταν διοικητὴς ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ὑψιπέδου καὶ ἀπ’ αὐτὸν κρεμόταν ἡ στερνὴ ἐλπίδα τῆς πατρίδας μας. Κατὰ τὴν παροῦσα περίστασι μίλησε γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ θ’ ἀντιμετωπίζαμε καὶ παρώτρυνε τοὺς ἄνδρες τῆς Ὀλαθόης, τοὺς γενναιότερους τῶν Λομαριανῶν, νὰ τηρήσουν πιστὰ τὶς παραδόσεις τῶν προγόνων τους· οἱ ὁποῖοι ὅταν ἀναγκάσθηκαν νὰ πορευθοῦν νοτίως τῆς Ζόμπνα, ἀντιμέτωποι μὲ τὴν προέλασι τοῦ μεγάλου παγετῶνα (ὅπως ὁμοίως οἱ ἀπόγονοί μας θὰ χρειαστῇ μιὰν ἡμέρα νὰ δραπετεύσουν ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Λόμαρ), θαῤῥετὰ καὶ νικηφόρα σάρωσαν τοὺς μαλλιαροὺς μακρυχέρηδες καννιβάλους Γκνόφκεζ ποὺ τοὺς ἔφραζαν τὸν δρόμο. Ὁ Ἄλως μοῦ ἀρνήθηκε τὸ καθῆκον τοῦ πολεμιστῆ γιατὶ ἤμουν ἀδύναμος καὶ εἶχα τὴν τάσι γιὰ περίεργες λιποθυμίες ὅταν ὑποβαλλόμουν σὲ πίεσι καὶ κακουχίες. Ὅμως εἶχα τὴν ὀξύτερη ὅρασι μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν πολλῶν ὡρῶν ποὺ καθημερινὰ ἀφιέρωνα στὴν σπουδὴ τῶν Πνακοτικῶν χειρογράφων καὶ στὴν μελέτη τῆς σοφίας τῶν Ζομπναριανῶν πατέρων. Ἔτσι λοιπὸν ὁ φίλος μου, μὴ ἐπιθυμῶντας νὰ μὲ καταδικάσῃ σὲ ἀδράνεια, μὲ ἀποζημίωσε μὲ τοῦτο τὸ μηδαμινῆς σπουδαιότητας καθῆκον. Μ’ ἔστειλε στὸ παρατηρητήριο τοῦ Θάπνεν νὰ ὑπηρετῶ ὡς τὰ μάτια τοῦ στρατοῦ μας. Ἂν οἱ Ἰνοῦτος ἐπιχειροῦσαν νὰ κυριεύσουν τὴν ἀκρόπολι ἀπὸ τὴν μεριὰ τῆς στενωποῦ πίσω ἀπὸ τὴν κορυφὴ Νότον, ὥστε μ’ αὐτὴν τὴν κίνησι νὰ αἰφνιδιάσουν τὴν φρουρά, ἤμουν ὡρισμένος νὰ στείλω τὸ σῆμα φωτιᾶς ποὺ θὰ προειδοποιοῦσε τοὺς ἐν ἀναμονῇ στρατιῶτες καὶ θὰ διέσωζε τὴν πόλι ἀπὸ ἄμεση καταστροφή.
     Ἔρημος ἀνέβηκα τὸν πύργο, γιατὶ κάθε στιβαρὸς στὸ σῶμα ἄνδρας χρειαζόταν στὰ χαμηλότερα περάσματα. Ὄντας πολλὲς ἡμέρες ἄυπνος, τὸ μυαλό μου πονοῦσε σαστισμένο ἀπὸ διέγερσι καὶ ἐξάντλησι. Ὅμως ὁ στόχος μου ἤταν ἀκλόνητος, ἐπειδὴ ἀγαποῦσα τὴν γενέθλια γῆ μου τὴν Λόμαρ καὶ τὴν μαρμάρινη πόλι τῆς Ὀλαθόης, ποὺ κεῖται μεταξὺ τῶν κορυφῶν Νότον καὶ Καντιφόνεκ. Ἀλλὰ καθὼς στεκόμουν στὸ ὑψηλότερο δωμάτιο τοῦ πύργου, ἰδοὺ ἡ κερασφόρος φθίνουσα σελήνη, κόκκινη καὶ δαιμονική, νὰ τρέμῃ ἀνάμεσα στοὺς ἀτμοὺς ποὺ αἰωροῦνταν πάνω ἀπ’ τὴν μακρυνὴ κοιλάδα τοῦ Μπάνοφ. Καὶ ἀπὸ μιὰ χαραμάδα στὴν στέγη λαμπύριζε ὁ χλωμὸς Πολικὸς ἀστέρας, φτερουγίζοντας σὰν ζωντανὸς καὶ κοιτῶντας κακότροπα σὰν δαίμονας καὶ πειραστής. Μοῦ φάνηκε πὼς τὸ πνεῦμα του ψιθύριζε κακοπροαίρετες συμβουλές, καθησυχάζοντάς με σχετικὰ μὲ τὴν προδοτικὴ ὑπνηλία, μὲ μιὰν ἀναθεματισμένη ῥυθμικὴ ὑπόσχεσι, τὴν ὁποία ἐπαναλάμβανε ξανὰ καὶ ξανά:

«Βιγλάτορα κοιμήσου ὥσπου οἱ σφαῖρες
γιὰ δυόμισι μυριάδων χρόνων μέρες
θὰ στρέφωνται· καὶ τότε πάλι ὁρίζω 
στὸν τόπο, ἐδῶ, ποὺ τώρα λαμπυρίζω.
Ἄλλ’ ἄστρη, τὸ γοργόν, θὲ ν’ ἀνατείλουν
πάνω στὸν νοητὸν οὐράνιο στῦλον.
Ἄστρη ὁποὺ πραΰνουν κι’ εὐλογοῦνε
μὲ τὴν γλυκειὰ τὴν λήθη ὁποὺ σκορποῦνε:
Μόνον ὅταν ὁ γῦρος μου γυρίσῃ,
τὸ παρελθὸν στὴν πόρτα σου θὰ ὁρίσῃ».

Ματαίως πάλεψα μὲ τὴν νύστα μου, ἀναζητῶντας νὰ συνδέσω τούτους τοὺς παράξενους λόγους μὲ κάποιες παραδεδομένες γνώσεις περὶ τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ εἶχα διδαχθῆ ἀπὸ τὰ Πνακοτικὰ χειρόγραφα. Τὸ κεφάλι μου, ἀσήκωτο καὶ νὰ γυρίζῃ, κρεμάστηκε στὸ στῆθος μου καὶ τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ ἄνοιξα τὰ μάτια ἦταν ἐντὸς ὀνείρου. Μὲ τὸν Πολικὸν ἀστέρα νὰ μοῦ χαμογελᾷ πλατιὰ μέσ’ ἀπὸ ἕνα παράθυρο, πάνωθε τῶν φριχτῶν λικνιζομένων δέντρων ἑνὸς ὀνειρικοῦ βάλτου. Καὶ ἀκόμα ὀνειρεύομαι.
     Βυθισμένος στὴν ντροπὴ καὶ στὴν ἀπόγνωσί μου οὐρλιάζω μανιωδῶς, ἱκετεύοντας τὰ ὀνειροπλάσματα τριγύρω μου νὰ μὲ ξυπνήσουν, προτοῦ οἱ Ἰνοῦτος διαβοῦν ἀπαρατήρητοι τὸ πέρασμα πίσω ἀπὸ τὴν κορυφὴ Νότον καὶ κυριεύσουν τὴν ἀκρόπολι μέσῳ αἰφνιδιασμοῦ. Τοῦτα τὰ πλάσματα, ὅμως, εἶναι δαίμονες, γιατὶ μοῦ γελοῦν κατάμουτρα καὶ μοῦ ἐξηγοῦν πὼς δὲν ὀνειρεύομαι. Μὲ χλευάζουν ἐνῷ κοιμοῦμαι καὶ ἐνόσῳ ὁ κοντόχοντρος κίτρινος ἐχθρὸς μπορεῖ νὰ ἕρπῃ ἀθόρυβα ἐναντίον μας. Ἀπέτυχα νὰ τηρήσω τὸ καθῆκον μου καὶ πρόδωσα τὴν μαρμάρινη πόλι τῆς Ὀλαθόης. Ἀποδείχθηκα τιποτένιος στὸν Ἄλως, τὸν φίλο μου καὶ διοικητή μου. Μὰ καὶ πάλι καγχάζουν οἱ ἥσκιοι τοῦ ὀνείρου μου. Ἰσχυρίζονται πὼς γῆ τῆς Λόμαρ δὲν ὑπάρχει πέραν τῶν νυχτερινῶν μου φαντασιώσεων. Πὼς σ’ ἐκεῖνες τὶς ἐπικράτειες, ὅπου ὁ Πολικὸς ἀστέρας λάμπει ψηλὰ καὶ ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαρὰν πορεύεται ἀργὰ καὶ χαμηλὰ γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, δὲν ὑπῆρξε τίποτα πλὴν πάγου καὶ χιονιοῦ ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια, μήτε καὶ ἄνθρωπος ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κοντόχοντρα κίτρινα πλάσματα, τὰ μαραμμένα ἀπ’ τὸ ψῦχος, τὰ ὁποῖα καὶ ὀνομάζουν «Ἐσκιμώους».
      Καὶ καθὼς σφαδάζω βυθισμένος στὴν ὀδύνη τῆς ἐνοχῆς μου, ἀλλόφρων νὰ σώσω τὴν πόλι ποὺ ἡ ἐναντίον της ἀπειλὴ κάθε στιγμὴ αὐξάνεται, καὶ ματαιοπονῶντας ν’ ἀπελευθερωθῶ ἀπὸ τὸ ἀφύσικο ὄνειρο μὲ τὸ λιθόκτιστο σπίτι, τὸν δαιμονικὸ βάλτο καὶ τὸ κοιμητήριο στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, ὁ Πολικὸς ἀστέρας, κακὸς καὶ τερατώδης, κοιτᾷ μοχθηρὰ ἀπὸ τὸν μαῦρο θόλο, τρεμοπαίζοντας ἀποτρόπαια, ὡς ὀφθαλμὸς παράφρονα παρατηρητῆ ποὺ παλεύει νὰ μεταφέρῃ κάποιο παράξενο μήνυμα, ἀλλὰ δὲν ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη τίποτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάποτε εἶχε ἕνα μήνυμα νὰ μεταφέρῃ.




Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Ἡ παρθένος, ἡ σπάθη καὶ ἡ βίβλος


ρξε΄

Ἡ παρθένος, ἡ σπάθη καὶ ἡ βίβλος

Ι. Πολλὰ τὰ ἐπὶ γῆς βασίλεια καὶ ἔθνη, ἀμὴ μόνον ὁ γνωρίζων τὰς καταλλήλους στροφὰς καὶ τὴν ὀρθὴν ὁδὸν ἠμπορεῖ μεταβαίνων ἐκεῖ νὰ τὰ περιηγηθῇ.  Ἓν ἐξ αὐτῶν καὶ ἡ πόλις βασίλειον τῆς Ἀλίλ, ἡ εὑρισκομένη κάπου ἐν μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ἐπὶ τόπων ἐλαφρῶς «ἀνηφορικῶν» ὁποὺ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἰδοῦμε. Περὶ τοῦ ὀνόματος λέγεται ὅτι σημαίνει ἄνθος χετταϊστὶ καὶ ὅτι εἰς τὰς φλέβας τινῶν ἐκ τῶν κατοίκων κυλᾷ τὸ ἀρχαῖον αἷμα τῶν Χετταίων. Μελετήσας προχείρως περικοπὰς κειμένων ἀρχαίου κώδικος καὶ κυλίνδρους παλαιῶν χειρογράφων καὶ ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ὀνομάτων εἰς τοὺς βασιλικοὺς καταλόγους, ἐσχημάτισα γνώμην ὅτι τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετον ἰσχύει· πολλὰ δὲ παρέλαβαν καὶ παλαιόθεν ἐδιδάχθησαν ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων βασιλείων οἱ μικρασιᾶται λαοὶ περὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν τέχνην, ἀλλ’ ἀγνοῶν διὰ ποίων τρόπων, μόνον ὑποθέτω.

ΙΙ. Ἔτυχεν κατὰ τὴν ἐν Ἀλὶλ παραμονήν μου καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπέθανεν. Δοθείσης εὐκαιρίας καὶ ἀντιβασιλέως ἐπιτρέψαντος, παρευρέθην εἰς τὴν σύναξιν τοῦ δήμου ὁποὺ ἀναγορεύεται ὁ νέος ἡγεμών. Οἱ μὲν ἄρχοντες προσκαλοῦνται συνοδείᾳ τοῦ τελετάρχου ἐντὸς τῆς αἰθούσης τοῦ θρόνου, τὸ δὲ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ἀντὶ τοῦ ἀνακτόρου τασσόμενον, προσμένει τὴν ἔξοδον αὐτῶν μετὰ τοῦ νέου ἡγεμόνος. Γνωρίσας δὲ τὸ τελεσθὲν τυπικόν, ἀκολούθως καὶ ἐν συντομίᾳ τὸ παραθέτω.

ΙΙΙ. Πρῶτοι τῶν ἀρχόντων στέκονται ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένοι χιτῶνας φαιούς, οἱ δημογέροντες τῆς τάξεως τῶν Ταύρων, ὁποὺ εἶναι, νὰ εἰποῦμε, οἱ ἀγροτοτεχνῖται ἅπαντες. Οὗτοι φέρουσιν μίαν κόρην παρθένον γυμνήν, λυσιπλόκαμον καὶ ἀνυπόδητον, πολλὰ εὔμορφον εἰς τὰ κάλλη τοῦ κορμίου, ἀναντιῤῥήτως συνετὴν καὶ φρονίμην, ὀποὺ τὴν ἐδιάλεξαν ἀπ’ ὅλας τὰς παρθένους θυγατέρας τῶν νοικοκυραίων τοῦ βασιλείου. Ὅταν ἡ κόρη χαμηλοβλέπουσα σταθῇ ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου, λέγει ὁ σεβασμιώτατος τῶν δημογερόντων πρὸς τὸν βασιλέα «Λάβε ἀγρὸν ἵνα κάμῃς ζωήν». Μόλις ὁ ἄρχων ἀποκριθῇ ὅτι δέχεται τὴν κόρην διὰ σύζυγον, οἱ δημογέροντες προσκυνοῦσιν ἀνακράζοντες ὁμάδιν «Πατέρα μας σὲ γνωρίζομεν!», ὁ δὲ «Πατέρας σας θέλω κυβερνήσει» λέγων, ὑποκλίνεται.

ΙΙΙΙ. Δεύτεροι προσέρχονται ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένοι χιτῶνας ἐρυθρούς, οἱ ἡγεμόνες τῆς τάξεως τῶν Λεόντων, ὁποὺ εἶναι οἱ πολεμισταὶ καὶ οἱ ἱππόται οἱ βασιλικοί. Οὗτοι φέρουσιν μίαν σπάθην ἀμφίστομον γυμνήν, χρυσολαβῆ καὶ χρυσοποίκιλτον, πολλὰ εὔμορφον εἰς τὸ εἶδος, ἀναντιῤῥήτως ἐλαφρὰν καὶ ἄθραυστον, ὁποὺ τὴν ἐσφυρηλάτησαν, διὰ τέχνης μυστικῆς, ἀπ’ ὅλας τὰς αἱματοβάπτους σπάθας τῶν ἐν πολέμῳ ἀριστευσάντων πεσόντων τοῦ βασιλείου. Ὅταν ἡ σπάθη ἀστράπτουσα ἐπιδειχθῇ ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου, λέγει ὁ ἀνδρειότατος τῶν ἡγεμόνων πρὸς τὸν βασιλέα «Λάβε ἄρματα ἵνα κάμῃς εἰρήνην». Μόλις ὁ ἄρχων ἀποκριθῇ ὅτι δέχεται τὴν σπάθην διὰ ὅπλον του, οἱ ἡγεμόνες προσκυνοῦσιν ἀνακράζοντες ὁμάδιν «Ἀδελφόν μας σὲ γνωρίζομεν!», ὁ δὲ «Ἀδελφός σας θέλω πολεμήσει» λέγων, ὑποκλίνεται.

Π. Ὑστερινοὶ ἐμφανίζονται ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένοι  χιτῶνας λευκούς, οἱ πατέρες τῆς τάξεως τῶν Λύκων, ὁποὺ εἶναι οἱ σεπτοὶ ἱερεῖς καὶ οἱ τῆς σοφίας θεράποντες. Οὗτοι φέρουσιν μίαν βίβλον δερματόδετον καὶ χρυσόδετον, ὑπὸ τὸν τίτλον «Βίοι τῶν βασιλέων τῆς Ἀλίλ», πολλὰ εὔμορφον εἰς τὴν ὄψιν, ἀναντιῤῥήτως βαρεῖαν καὶ πολύφυλλον, ὁποὺ ἐντὸς κατεγράφησαν ἀρχῆθεν, ἀπὸ τοὺς βασιλικοὺς γραμματέας (τοὺς ὁμοίως εἰς τὴν τάξιν τῶν Λύκων ἀνήκοντας), ἅπαντα τὰ ἀξιομνημόνευτα ἔργα τῶν ἐν τῇ χώρᾳ βασιλευσάντων, τὰ γεννήσαντα τὴν ἀρετὴν καὶ τὰ σπείραντα τὴν κακίαν ἐξ ἴσου.  Ὅταν ἡ βίβλος ἀνοιχθῇ, εἰς τὸ σημεῖον τῆς πρώτης ἀγράφου σελίδος, ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου, λέγει ὁ ἁγιώτατος τῶν πατέρων πρὸς τὸν βασιλέα «Λάβε γνῶσιν ἵνα κάμῃς ἀρετήν». Μόλις ὁ ἄρχων ἀποκριθῇ ὅτι δέχεται τὴν βίβλον διὰ διδαχήν του, οἱ πατέρες ὑποκλίνονται ἀνακράζοντες ὁμάδιν «Υἱόν μας σὲ γνωρίζομεν!», ὁ δὲ «Υἱός σας θέλω εὐεργετήσει» λέγων, κλίνει ἐλαφρῶς τὴν κεφαλήν.

ΠΙ. Κατόπιν καὶ εἰς γλῶσσαν ἀρχαίαν καὶ πλέον ἀκατάληπτον δίδεται ὁ ὅρκος τῶν βασιλέων ἐν σιωπῇ.

ΠΙΙ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς τελετῆς καὶ τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ ἀνακτόρου τῶν ἀρχόντων μετὰ τοῦ βασιλέως, τοῦ συμποσιάρχου σαλπίζοντος κινεῖ μία σεμνὴ ἑορτὴ καὶ οἱ πάντες τρώγουσιν καὶ πίνουσιν καὶ χορεύουσιν, ἀμὴ τὸ πρῶτον ἆσμα ὁποὺ τραγωδεῖται κατὰ  παράδοσιν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἔχει τὰ ἑξῆς λόγια:

Ἔχομε νέον βασιληὰ κι’ ἔχομε νέον ῥῆγα!
Κορίτσι οἱ Ταῦροι δώκασιν κι’ οἱ Λέοντες σπαθίτσιν
κι’ οἱ Λύκοι καλεντάριον, νὰ λέῃ τὲς καλωσύνες.
Πατέρας νά ’ναι τοῦ λαοῦ, τῶν ἀντρειωμένω ἀδέρφι,
τῶν ἅγιων καὶ σοφῶν ὑγιός, τῆς χώρας δυναμάριν.
Ἀητὸς ὁ νέος βασιληάς! Ἀητὸς τὸ παλληκάριν!

Ἀγνώστου περιηγητοῦ

22 Ἰουλίου 2016