Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Σκουριὲς




ρκ΄

Σκουριὲς
(Ἡ πείνα τῆς Δήμητρος)

Ἡ γῆ μας εἶν πανίερη, τὰ δάση ἁγιασμένα,
κι ὁποὺ κρατοῦν τὰ σπλάχνα τους ἂς μένουσιν κρυμμένα.
Μὸν στὲς ψυχὲς ποὺ ἐσβήσασιν τὸ μάλαμα γυαλίζει,
χωμάτινοι τὸ λαχταροῦν, τοὺς πήλινους πλουμίζει.
Τῶν μονοφθάλμων ὁρμαθός, ἥλιον, τὸ καμαρώνει,
μὰ καίγουν οἱ ἀχτίδες του σὰν παγωμένο χιόνι.

Κι ὁ Ἐρυσίχθων κάποτες, βλάστημος καὶ μὲ θράσος,
τὰ δέντρη ἐπελέκησεν κ’ ἐσώριασεν τὸ δάσος.
Κ’ ἤθελε λεύκα τῶν ξωθιῶν γιὰ τάβλα καὶ καδρόνι,
νὰ κάμει οἶκο καλόφτιαστον, φίλους νὰ τραπεζώνει.
Πείνα τοῦ θέργιεψ’ ἡ θεά, ποτὲς νὰ μὴν χορτάσει,
τὴν πλάσι καταβρόχθισεν κι ὀρέγοταν τὴν πλάσι.
Κι ἀφοῦ τὰ πάντα ἐμάσησεν κι οὐδὲν ηὗρε νὰ φάει,
μὲ δάκρυα κι οὐρλιαχτὰ φριχτὰ τὸ κρέας του μασάει.
Σεῖς ποὺ πεινᾶτε γιὰ χρυσὸν καὶ δάση χερσοτόπους,
λογιάστε τ’ ἀντιγύρισμα στοὺς ἄφρονες ἀνθρώπους.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Ἀκόντιος καὶ Κυδίππη



ριθ΄

Ἀκόντιος καὶ Κυδίππη

Ὁ Ἀκόντιος τὸν ἔκλεψε τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης
πρὸς τὴν Κυδίππη ὡς ἔριξεν ὁλόχρυσο κυδώνι.
Στὰ πόδια της ἐκύλησεν, στὰ πόδια της ἐστάθη,
κι ἄδολα ἐκείνη ἔσκυψεν κι ἄδολα βάστηξέν το,
κι ἄδολ’ ἀνέγνωσεν γραφὴ στὴ φλούδα χαραγμένην,
κι ἄδολα λόγια πέταξαν καὶ τῆς θεᾶς ἀμώνει:
«Μὲς στὰ ἱερά σου δώματα, Ἄρτεμι, σοῦ τ’ ἀμώνω
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενῶ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρω».
Τὸν δόλο ἡ δόλια νόγησε, πέταξε τὸ κυδώνι,
κι ἀπ’ ἐντροπὴ κοκκίνησεν κι ἀπ’ ὄργητα κορώνει,
κι ἀπ’ τὴν ῥωτοκατεργαριὰν ἔτρεξε δακρυσμένη…

Ἡ κόρη ἀρραβωνίζεται, χλωμὴ στὴν κλίνη ἐστρώθη,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, τριαντάφυλλο σηκώθη.
Δεύτερη ἀρραβωνίζεται κι ὁ πυρετὸς τὴν καίει,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, δροσίζει καὶ ῥοδίζει.
Τρίτην ἀρραβωνίζεται, χτικιὸ τὴν κατατρώγει,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, ἥλιος Μαγιοῦ καὶ λάμπει.
Ἐσάστισεν ὁ κύρης της κ’ εἰς τοὺς Δελφοὺς μηνάει,
καὶ οἱ Δελφοὶ τοῦ κύρη της ἀντιμηνύουσίν του:
«Ἀπὸ τὴν Κέα κάλεσε γαμπρό σου τὸν Ἀκόντιο».
Ὅτι ἡ θεὰ τὸν ἔστρεξε τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης,
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενεῖ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρει.

Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ἀστόχαστα κι ἂν μίλησεν, ἄκριτα κι ἂν ἐλάλει,
μὲς στὸν ναὸ σὰν ἄμωσεν, ὁ ὅρκος δὲν ξεστρέχει.
-Μὰ σεῖς οἱ παντελήμονες, σεῖς καὶ οἱ παντογνῶστες,
καὶ δὲν ξεσυνερίζεστε ἀστόχαστα κοράσια.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Τοῦ νηοῦ ἡ ἀγάπη ξόβεργα, κόλλησ’ ἡ καρδερίνα,
κι ὅταν γι’ ἀλλοῦ φτεροκοπᾶ, λαβώνει καὶ πονεῖ την.
-Τὴν λευτεριὰ κι ἂν ἀψηφᾶ, τ’ αὐτόβουλο ἂν δαμάζει,
δὲν εἶναι ἀγάπη μὰ γητειὰ ποὺ δοῦλον ἐξουσιάζει.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Μοίρα, γραφτὸ καὶ ῥιζικό, τύχη καὶ πεπρωμένο,
τοῦτα τὴν ἐπροξένεψαν, τοῦτα τὴν ὑπαντρέψαν.
- Τὸ πεπρωμένο τρίστρατα κ’ ἡ μοίρα σταυροδρόμια,
μὰ ὁ δοιπόρος τὰ περνᾶ, διαβαίνει τα ἀπατός του.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ψυχὲς συνταξιδιώτισσες, ψυχὲς ἀστροπεράτες,
κλῆρο καὶ βιὸν ἐδιάλεξαν ζευγάριν νὰ γενοῦσιν,
πρὶν εἰς τὴν γῆ κατέβουσιν καὶ πρὶν νὰ γεννηθοῦσιν.
-Θεά, γιὰ τοῦτο ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης!