Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Εἰς φιλοσόφους

κα΄

Εἰς φιλοσόφους

Ἦτον ἡ ἀγνωσιὰ ἐμήρισσα τοῦ σκότους,
κι' εἶχεν βιὸς περισσό, κτήματα τοὺς ἀνθρώπους.
Σκλαβιὰ δὲν βάσταγαν, τὲς ἅλυσες πριονίσαν,
σ' ἀπάτητες κορφὲς τὴν ἀρετὴ γνωρίσαν.
Κι’ ἀπ' τὰ λημέρια ὁρμοῦν στὸν κάμπον κάθε βράδυν,
νὰ κλέβουνε ψυχὲς ἀπ' τὸ βαθὺ σκοτάδιν.

Μεσοδρομὶς

κ΄

Μεσοδρομὶς

«Ἀγκάθι ὅπου φυτρώνεσαι, μεσοδρομὶς φουντώνεις,
δὲν βρέθη χέρι ἀνθρωπινὸ νὰ σὲ ξεχορταριάσῃ;
Φαίνεται χρόνια ἀπάτητο θά ’ναι τὸ μονοπάτι».
«Ὀλιγοστοὶ διαβαίνουσιν ’πὸ δῶθε καβαλλάρη,
ὁτί ’ναι ἡ στράτα π’ ὁδηγᾷ στῆς ἀρετῆς τὸ κάστρο,
κι’ ὅταν πατοῦν με σπόρο νηὸ ῥίχνω, ξαναφυτρώνω
κι’ ὣς νὰ φανοῦν οἱ ἑπόμενοι πληθαίνω καὶ φουντώνω».


Ὁ υἱὸς τοῦ ἥλιου

ιθ΄

Ὁ υἱὸς τοῦ ἥλιου

Εἶμαι τοῦ ἥλιου ὁ ὑγιός, τὸν Χάρον δὲν φοβοῦμαι,
στὶς φλέβες μου κυλάει τὸ φῶς κι’ ἀθάνατος λογιοῦμαι.
Εἶμαι τοῦ ἥλιου ὁ ὑγιός, τὰ μάταια δὲν ζηλεύω,
ὅπως τὴν γῦρ' ἡ μέλισσα, τὲς ἐμμορφιὲς γυρεύω.
Εἶμαι τοῦ ἥλιου ὁ ὑγιὸς καὶ μόνο αὐτὸ μὲ μέλει,
νὰ χαιρετῶ τὸν κύρη μου, λαμπρός, σὰν ἀνατέλλῃ.  

Τοῦ ἥλιου τὸ μεράκι

ιη΄

Τοῦ ἥλιου τὸ μεράκι

Σὰν ἀποθάνω θάφτε με στὸ χῶμα, στὴν αὐλή μου,
φυτέφτε δέντρο ἀπάνω μου νά ’χῃ πλατειὰ σκιά.
Βάλτε μου τάβλα μὲ σκαμνί, κρασὶ καὶ τσιπουράκι,
νὰ πίνω καὶ νὰ λησμονῶ τοῦ ἥλιου τὸ μεράκι.


Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Ὁ ἥλιος σὰν ἐρώτησεν

ιζ΄

Ὁ ἥλιος σὰν ἐρώτησεν

«Γιώργη μου πᾶψε τὸν καπνὸ ποὺ σοῦ χαλᾷ τὰ στήθια
καὶ λέγε μου τὸν πόνο σου νὰ σὲ παρηγορήσω,
κι’ ἂν βγῇ μιλιὰ ἀπ' τὸ στόμα μου αὐγὴν νὰ μὴν φωτίσω».
«Στὴ Σμύρνη μπρός μου σφάξανε τοὺς τρεῖς λεβεντογιούς μου,
σὰν τὸ κεράκι στὸ βοριᾶν σβήστηκ' εὐθὺς ὁ νοῦς μου.
Μὰ σ' ὅλους τὸ καμώθηκα, ἥλιε μου, πὼς χαθῆκαν,
τάχατες πὼς χωρίσαμεν, σ' ἄλλο βαπόρι μπῆκαν.
Κι’ ἀφοῦ σ' ἄνθρωπο δὲν μπορῶ νὰ εἰπῶ τὴν μαύρη ἀλήθεια,
τὴν κουβεντιάζω τοῦ καπνοῦ ποὺ μοῦ χαλᾷ τὰ στήθια».

Στὸν ἥλιο


ιστ΄

Στὸν ἥλιο

Στὸν καφενὲ ὁ Στρατῆς μὲ κάποιονα μαλώνει,
κεῖνος πισώπλατα μιὰ καρεκλιὰ τοῦ δώνει.
Δὲν τό ’καμε καλά, κρύβεται νὰ γλυτώσῃ,
γυρεύει ὁ Στρατῆς τὸ χρέος νὰ πλερώσῃ.
Στὴν πέρα γειτονιὰ τὸν ἔστησε καρτέρι,
τοὺς χωριανοὺς ῥωτᾷ, βαστοῦσε τὸ μαχαίρι.
«Στὸν ἥλιο, μπελαλή, τὸ τάζω κι’ ἂν σὲ πιάσω,
καρέκλα κέρασες; Μαχαίρι νὰ κεράσω».



Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Ἀπόδειλι σαββάτου


ιε΄

Ἀπόδειλι σαββάτου

Βαγγέλης ὤργωσεν ἀγρόν, ψιλοχωμάτισέ τον,
πιάνει, τραβάει ῥάμματα, καρίκια χώρισέ τον.
Βαστάει τσάπα κοφτερήν, γεμίζει τὰ μπασλίκια,
ψηλώνει βάδες δυνατές, νερὸ νὰ μὴν τοῦ φύγῃ.
Φέρνει καὶ σπόρο διαλεχτὸν καὶ κάμει τὴν σποριά του,
καὶ μοναχὸς ἐπότιζεν, ἀπόδειλι σαββάτου.

Βασκανία

ιδ΄

Βασκανία

Γοργοβαδίζ' ἡ ἄνοιξι κι' οἱ μέρες ἀντρειῶσαν,
στὰ περιβόλια τὰ φυτὰ θεριέψαν καὶ δασῶσαν,
ὁ κηπουρὸς τὰ νοιάζεται κι' ἔχει μεγάλην ἔγνοια.
Τὰ περπατεῖ τὴν ῥοδαυγή, τὰ περπατεῖ τὸ δείλι,
τὰ μελετᾷ, τὰ χαίρεται καὶ δὲν ἀποχορταίνει,
σκόρδο κρεμᾷ εἰς τὸ πέργερον, τυχὸν μὴ τὰ βασκάνουν.

Ὁ Γιάννος καὶ ἡ τράπεζα

ιγ΄

Ὁ Γιάννος καὶ ἡ τράπεζα

Τὸν Γιάννον χρέη πνίγουν σὰν πέλαγο βαθὺ
καὶ τὸ φαρμάκιν ἔπιεν, ὁλόγλυκο κρασί.
Πικρὰ τὸν κλαῖνε οἱ φίλοι, πικρὰ κι' ἡ γειτονιά,
ἡ δόλια του γυναῖκα, τὰ τρία ὀρφανά.
Ἡ τράπεζα δὲν κλαίγει, μηδὲ ψυχοπονεῖ,
τὸ σπίτιν του κουρσεύει καὶ τοὺς ἀγροὺς πωλεῖ.
Στὴν Ἀχερουσιάδα, στὸν ἄμμον, στὲς ἀκτὲς
προσμένουσιν, ἀράδα, μυριάδες οἱ ψυχές.
Μυριάδες κι’ εἰς τὸ κῦμα, βογγᾶν, παρακαλοῦν,
ὀνόματα ἀνακράζουν κείνων ποὺ χρεωστοῦν.
Ὀλίγοι σχωρεθῆκαν, τὸ κῦμα τοὺς ξερνᾷ,
κι’ ὅσους σιωπὴν ἐλάβαν, στὸν Τάρταρο γυρνᾷ.


Πικρὸς ἔνι ὁ κάματος

ιβ΄

Πικρὸς ἔνι ὁ κάματος

Στ’ ἁμάξια ἐζεῦαν τ' ἄλογα, τὸν ἄμμον κουβαλοῦσαν,
τὸν ἄμμον ἐκουβάλαγαν, τὸν βάλτο ἵνα γεμίσουν.
Τὸν βάλτον ἀμμογέμισαν, χωράφιν τὸν ἐποῖσαν,
καὶ τὸ χωράφιν ἔσπειραν καὶ τὴν σοδειὰ θερίσαν.
Κι’ ἀπείτις τὴν ἐθέρισαν χαμογελάσαν κι’ εἶπαν.
«Πικρὸς ἔνι ὁ κάματος μά ’χει καρπὸ σὰν μέλι».




Πάρωρα

ια΄

Πάρωρα

Ὅπως ἀνθίζ’ ἡ μυγδαλιὰ πάρωρα γελασμένη,
ἔτσι κι’ ἐλπίδες φτερωτὲς τὸν Κωσταντῆ σηκῶσαν.
Βλέπει Φλεβάρην ἄνοιξι, τὸν Μάρτη καλοκαίριν,
μὲ δίχως σόμπες καὶ φωτιὰ βουλήθη νὰ φυτέψῃ.
Βάζει θαλάμους ντοματιές, θαλάμους τὰ πιπέρια,
κι' ἓν ἁψηλὸ κι’ ἀμμουδερὸν μὲ ἀγγουριὲς γεμεῖ το.
Πέφτει τὸν Μάρτη παγωνιὰ καὶ πάχνη τὸν Ἀπρίλην.
Γίνα οἱ ντομάτες κάρβουνο κι’ οἱ πιπεριές του ξύλο,
κι’ οἱ πράσινές του οἱ ἀγγουριὲς σὰν τὸ σαπούνι ἐλειῶσαν.
-Μωρ’ ἔμαθες τὰ πού ’παθεν ὁ μαῦρος Κωσταντῖνος;
-Τὰ πού ’παθεν ὁ Κωσταντῆς ὅλοι τά ’χουμε πάθει,
ὅτι διαβαίνει τὸ πρεπὸ πάνω σὲ μύρια λάθη.

Ὁ κὺρ Βοριᾶς

ι΄

Ὁ κὺρ Βοριᾶς

Οἱ ἐμπόροι κρυφοχαίρονται καὶ κρυφολογαριάζουν,
ὁ κὺρ Βοριᾶς ἐμήνυσεν θέλει φυσήξει πάλε,
θέλει παγώσει τοὺς ἀγρούς, τινάξει θερμοκήπια.
Λαγοκοιμᾶται ὁ κηπουρός, δαγκώνεται ἡ καρδιά του,
κάθε τ' ἀγέρα σφύριγμα λύνει τὰ γόνατά του,
σὰν ξημερώσῃ αὐγερινὸς τί θ' ἀποφανερώσῃ...

Ὁ Γιώργης ὁ νταὴς

θ΄

Ὁ Γιώργης ὁ νταὴς

Κρατεῖ ὁ Γιώργης ὁ νταὴς τὸ πλειὸν ὡρηὸν ἀμπέλιν.
Μὲ μαστοριὰν ἐκλάδευε, μὲ τέχνη τὸ τρυγοῦσεν,
μὲ κόπο τὸ ἐσκάλιζε καὶ τὸ περιθειαφοῦσεν.
Φυτεύει καὶ γιὰ φράχτη του λογιῶ, λογιῶ τὰ ῥόϊδα.
Οἱ χωριανοὶ θαυμάζουν το κι’ ὁ Γιώργης καμαρώνει,
κι' οἱ γεωπόνοι τὸν καλοῦν νὰ ὑπάγῃ νὰ διδάξῃ.


Ὁ Στράτης νυχτογύρισεν

η΄

Ὁ Στράτης νυχτογύρισεν

Ὁ Στράτης νυχτογύρισεν βαρὺς ἀπ' τοὺς μπαξέδες,
παίρνει νερὸ καὶ νίβεται, ῥοῦχα καθάρια βάζει.
Ἡ κὺρ Ἀννοῦλα ἑτοίμασεν ψωμίν, αὐγά, τομάτα,
στρώνει του τάβλα ἵνα γευτῇ σ' αὐλὴν ἀσβεστωμένη.
Κι’ ὁ Στράτης ἐτρωγόπινε μ' ἀνάῤῥιχτο σακάκι,
κι' εἶχε τ' ἀστέρια γιὰ κερί, κληματαριὰν γιὰ σκέπη.


Γραφὲς

ζ΄

Γραφὲς 

Κάτω στὸ γιαλό, κάτω στὸ περιγιάλι
μέρος εἶν’ κρυφό, τῶν ῥωτευμένων τόπος.
Πέλαγον ὀμπρός, ξοπίσω πευκοδάσος,
κι' εἰς τὲς ἀκρομεριὲς βραχιά 'ναι ἀραδιασμένα.
Κεῖ οἱ νηοὶ κι' οἱ νηὲς φιλὶ πᾶν νὰ χορτάσουν,
καὶ σὰν φιληθοῦν στὴν πέτρα τὸ χαράσσουν.
«Τὸ εἴδατ' ἄστρη τ' οὐρανοῦ καὶ σὺ λαμπρὸ φεγγάρι
μὰ μὴν τὸ μαρτυρήσετε πῶς γίναμε ζευγάρι».
«Ἥλιε μου ἀτός σου κρῖνε το στ' ἀλήθεια ἂν μ' ἀγαποῦσε,
ὅτι εἶδα σε στὰ μάτια του σὰν μὲ γλυκοφιλοῦσε».
«Ὡσὰν τὸ κῦμα ποὺ φιλεῖ παντοτινὰ τὸν ἄμμον,
ἔτσι ποθῶ τὰ χείλια σου εἰς τὰ δικά μου ἀπάνω».



Τὸ λουτρὸ τῆς Ἀρσινόης

στ΄

Τὸ λουτρὸ τῆς Ἀρσινόης

Μέσα σὲ τόπο δασωτό, παντέρμο λιμνογιάλι,
ἡ Ἀρσινόη ἐπόθησε λουτρὸ μὲ τὴν αὐγοῦλα.
Τήνε θωροῦ ποὺ γδύνεται λάφια, πουλιὰ κι ἀγρίμια,
κι’ ἀντιλαλεῖ τὸ γέλιο της στὴν ἡσυχιὰ τοῦ δάσους.
Ἀγάλι, ἀγάλι στὸ νερὸ βυθίζεται, βουτάει,
γραίνονται στήθια ζωγραφιά, κορμάκι ἀγαλματένιο.

Νύχτα παγερὴ

ε΄

Νύχτα παγερὴ 

Ἀστεροκεντημένη, νύχτα παγερή,
χιονοσκεπασμένη κι’ ἀχνοφώτιστη,
ἀπόσωσε τὰ ξύλα, κᾶψε τὴν φωτιὰ
γιὰ νὰ κρυώσ' ἡ ὥρηα ποὺ εἶν’ στὴν κλίνη μου.
Κι’ ἀπάνω μου νὰ γείρῃ, νὰ μυριοφιλῇ,
νὰ μὲ σφιχταγκαλιάζῃ μέχρι τὴν αὐγή.

Τὸ τραγούδιν τοῦ ξενιτεμμένου

δ΄

Τὸ τραγούδιν τοῦ ξενιτεμμένου

Ἀητέ, πάρ' τὸ τραγούδιν μου στὰ χρουσοφτέρουγά σου,
πέτα μακριὰ καὶ ῥῖξε το ἀνάμεσα πελάγου.
Νὰ κατεβῇ τὸ σύγνεφον κι’ ἀπὰν νὰ καλικέψῃ,
νοτιὰς νὰ ταξειδέψῃ το στῆς ἀγαπῶς τὴ ῥοῦγαν.
Νὰ πέσῃ τὸ ψιλόβροχον, νὰ τῆς τὸ τραγουδήσῃ,
γιὰ νὰ μὲ νιώσ' ἡ ἀγάπη μου κι' ἡ λησμονιὰ νὰ σβήσῃ.

Ξανθὴ Μαγυαροποῦλα

γ΄

Ξανθὴ Μαγυαροποῦλα

Στὸ καπηλειὸ ποὺ γδύνονται πανεύνοστα κορίτσια
τρύπωσε στὴν ἀγκάλη μου ξανθὴ Μαγυαροποῦλα,
κι’ ἀπάνω μου ἔστησε χορόν, μὲ νάζι καμωμένον.
Κι’ ἐφάνη με τὸ καπηλειὸ γιὰ σπήληο τῶ νεράϊδων,
ἡ πόλις ὁλοτρόγυρα γιὰ δάσος μαγευμένο,
καὶ ἡ ξανθὴ γιὰ μάγισσα ποὺ ἔχει μ' ἁρπαγμένον.

Ὁ θλιμμένος ἑκατόνταρχος

β΄

Ὁ θλιμμένος ἑκατόνταρχος

Φιλῖνος ὁ ἑκατόνταρχος πολλὰ θλιμμένος ἔνι.
Πότε εἰς τὸ φέγγος ξάγρυπνος μὲ τ’ ἄστρη συντυχαίνει,
πότε βουβὸς μὲ τὸ σπαθὶν χορτάρια ξεκορφιάζει,
ἔρημος πίνει τὸ κρασὶ καὶ λόγον δὲν ἀλλάζει.
«Φιλῖνε πῶς καὶ θλίβεσαι καὶ καρδιοτυραγνιέσαι;»
«Στὸ τρίστρατο ξεπέζεψα, στὴν μαρμαρένια βρύσι,
κοπάδι κοριτσόπουλα φτάνει γιὰ νὰ γεμίσῃ.
Κι’ ὅλες θωροῦν με καὶ γελοῦν καὶ κρυφοκουβεντιάζουν,
καὶ μιὰ θωρεῖ μὰ δὲν γελᾷ, μήτε καὶ κουβεντιάζει,
μὸν ἦρθε, καλημέρισε καὶ τὴν καρδιὰ μ’ ἐπῆρεν.
Δυὸ βράδια τὴν ἀπάντησα, δυὸ λόγια τῆς ξηγοῦμαι,
τὴν πρώτη μ’ εἶπε σ' ἀγαπῶ, τὴν δεύτερη σ' ἀρνοῦμαι».



Κόρον δ' οὐχ εὗρον ὀπωπῆς

α΄

Κόρον δ' οὐχ εὗρον ὀπωπῆς

Κάποια πανώρηα λυγερὴ τὸν ἥλιον ἀγαποῦσε·
στὸ περιγιάλι ἐγδύθηκεν, ἔλυσε τὰ μαλλιά της,
πλαγιάζει, φανερώνει του τὰ ποθοθέλγητρά της.
Στάχυ ξανθὸ ἐχρυσάφιζε τὸ χνούδι στὸ κορμί της,
κι’ ὁ ἥλιος δὲν ἐχόρταινε τὴν κόρη νὰ βιγλίζῃ,
κι’ ἐφέγγασιν οἱ ἀκτῖνες του λαμπρύτερ' ἀπ' τὰ πρῶτα.