Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Δυὸ λόγια γιὰ τὸ «μυστικὸ ῥόδο»



















Ἀπὸ τὸ 20ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.

Γυρνῶντας τὴν τελευταία σελίδα τῆς συλλογῆς διηγημάτων «Τὸ μυστικὸ ῥόδο» τοῦ Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, μένω μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἔγινε μιὰ σπουδαία ἀρχὴ καὶ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀναλόγως σπουδαία συνέχεια ἀπὸ τὸ ἐκδοτικὸ σκέλος τῆς Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. Δοθείσης λοιπὸν τῆς εὐκαιρίας θὰ πῶ δυὸ λόγια γιὰ τὸ βιβλίο, ὡς ἀναγνώστης ποὺ εἶχε τὴν πρώτη του ἐπαφὴ μὲ τὸ πεζογραφικὸ ἔργο τοῦ Ἰρλανδοῦ λογοτέχνη.       
   Προοίμιο τῆς συλλογῆς τὸ ποίημα «Πρὸς τὸ μυστικὸ ῥόδο», ποὺ ἀρκούντως ἀναλύεται στὴν διμερῆ καὶ καθ’ ὅλα περιεκτικὴ καὶ ἀκριβολόγο εἰσαγωγὴ τοῦ Σταμάτη Μαμούτου· ἔχοντας δὲ μεταφράσει ὁ ἴδιος ποιήματα τοῦ Γέητς, γνωρίζω πόσο ὑψηλὰ βρίσκεται στῆς ποιήσεως τὴν σκάλα, ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Καβάφης.
   Στὴν «Σταύρωσι τοῦ ἀπόκληρου» ἀποτυπώνεται ἡ σύγκρουσι μεταξὺ δύο τύπων ἀνθρώπου διαφορετικῆς ψυχονοητικῆς δομῆς. Ἀπὸ τὴν μία τὸ πρόσωπο τῆς δογματικῆς ἀλήθειας ποὺ στηρίζεται στὴν πέραν τοῦ δικαίου δύναμι καὶ ποὺ ἡ διατήρησί της ἀποτελεῖ τὸ ὑπέρτατο καθῆκον. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἀνυπότακτος σὲ κανόνες ὀνειροπόλος, θεματοφύλακας μιᾶς παραδόσεως ποὺ ἐπιζεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἱστορικό της χρόνο.
   Στὸ «Ἀφήνοντας τὸ ῥόδο» ὁ ἱππότης δὲν περιπλανᾶται πρὸς κάποια μυθικὴ ἀναζήτησι, μήτε ὑπερασπίζεται «δονκιχωτικὰ» τὸ δίκαιο, διότι ὡς κοινωνὸς  ἐξ ἀποκαλύψεως γνωρίζει, ἔχει ἐπιλέξει στρατόπεδο καὶ ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς θεϊκῆς τάξεως καὶ κατὰ τῶν δυνάμεων τῆς ἀποστασίας.  Ὅπως στὸ προηγούμενο διήγημα, οἱ καλὲς προθέσεις τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων δὲν καταλήγουν σὲ ἀποφασιστικὴ δρᾶσι, ἀπὸ δειλία, ἀνάγκη καὶ ἀδυναμία συλλήψεως τῶν ὑψηλῶν.
   Ἀκολούθως «Ἡ σοφία τοῦ βασιληᾶ» εἰσάγεται μὲ μιὰ στοιχειωτικὴ σκηνὴ ἐντυπωσιακῆς εἰκονοποιίας, γεμάτη ἀπὸ παραμυθιακὸ τρόμο. Ἐδῶ, τὸ ὄνειρο τῶν ποιητῶν, τῶν νομοθετῶν καὶ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων νὰ κυβερνηθοῦν μὲ θεϊκὴ σοφία ἀποτυγχάνει ἕνεκα τῆς θνητῆς τους ὑποστάσεως, ἐνῷ δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθῇ ὁ σαφὴς ὑπαινιγμὸς περὶ ἐπεμβάσεως τοῦ ἀλλόκοσμου στὴν πορεία τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων.
   Στὴν «Καρδιὰ τῆς ἄνοιξης» ὁ γέροντας μάγος, ἐλπίζοντας στὴν συνδρομὴ τῶν ἀλλοκοσμικῶν δυνάμεων, παραιτεῖται ἀπὸ μιὰ θνητὴ ζωὴ δράσεως, μὲ δυνατότητες ἀθανάτων πράξεων, καὶ ἐπιλέγει μιὰ ζωὴ προετοιμασία, μὲ τὸ ἀμφίβολο ἀντάλλαγμα κάποιας ἀβέβαιης ἀθανασίας.
   Στὸ διήγημα «Ἡ κατάρα τῆς φωτιᾶς καὶ τῆς σκιᾶς» ὁ Γέητς ἐπεξεργάζεται ἕναν γνωστὸ ἰρλανδικὸ θρῦλο, μὲ ἱστορικὸ σκηνικὸ μιὰ ἐπιδρομὴ τοῦ Σκότου εὐγενοῦς καὶ στρατιωτικοῦ σὲρ Φρέντερικ Χάμιλτον ἐναντίον τοῦ Σλίνγκο καὶ τοῦ τοπικοῦ ἀββαείου. Ἡ ἀφήγησι, ἐκκινῶντας ἀπὸ τὸ σκληρὸ ἀλλὰ οἰκεῖο περιβάλλον τοῦ πολέμου, μᾶς ἐκτινάσσει μὲ δραματικὰ ἅλματα πρὸς ἕνα ὑπερφυσικὸ τέλος, βγαλμένο, λές, ἀπὸ τὶς λαογραφικὲς παραδόσεις τοῦ Νικολάου Πολίτη καὶ δεμένο, συνάμα, μὲ ῥῖγος πατριωτικό.  
   Στοὺς «Γηραιοὺς τοῦ λυκόφωτος» κάποια ἀρχαία κάστα γραφειοκρατῶν καὶ τυπολατρῶν καταδικάζεται νὰ μένῃ μετέωρη σὲ μιὰ παράξενη μοῖρα, γιατὶ στὸ γύρισμα τοῦ καιροῦ καὶ ἐνόσῳ μαινόταν γύρω τους ἡ πάλη ἀνάμεσα στὸ παληὸ καὶ στὸ νέο, αὐτοὶ δὲν ὑπερασπίστηκαν τὸ πρῶτο, μήτε ὑποδέχθηκαν τὸ δεύτερο, καὶ ἐξέπεσαν ὡς ἀρνητὲς τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀνθρώπων.
   Τὸ διήγημα «Ὁ θεὸς ὑπάρχει στὸ τίποτα» θὰ ὠνομάζαμε, κατὰ τὴν δική μας παράδοσι, συναξάρι ἢ βίον ἁγίου, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ὁ Αἴνγκους εἶναι γνωστὸς Ἰρλανδὸς ἐρημίτης, ἅγιος τῆς καθολικῆς, ἀλλὰ ἔχω τὴν ἐντύπωσι καθ’ ὅτι πρὸ σχίσματος, καὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Μιὰ ὄμορφη θρησκευτικὴ ἱστορία.
   Ὅμως ἡ ἱστορία μὲ τὴν ὁποία ὁλοκληρώνεται τὸ βιβλίο, εἶναι ἡ ὡραιότερη καὶ ἡ πλέον δραματική, βαθειὰ καὶ ἀνθρώπινη. Θὰ ἀναφέρω μόνον ἐκεῖνο ποὺ συνεχῶς μοῦ ψιθύριζε (ἀνάλογο μὲ τὸ θρυλούμενο «memento mori» τοῦ δούλου πρὸς τὸν θριαμβευτὴ στρατηγό) καθ’ ὅσο τὴν διάβαζα: «Μὴν εἶσαι ὑπερήφανος, θυμίσου εἶσαι θνητός». Καὶ κάπως ἔτσι τελείωσε ἡ πρώτη γνωριμία μου  μὲ τὸν πεζογράφο Γέητς.
   Κλείνοντας, νὰ δώσω πολλὰ συγχαρητήρια στὴν Εὔα Παναγιωτοπούλου γιὰ τὴν ἄψογη μεταφραστικὴ ἐργασία πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, κι’ ἐπάνω ἀπ’ ὅλα στὸν Σταμάτη Μαμοῦτο γιὰ τὴν καλαίσθητη καὶ ἐπιτυχημένη ὑλοποίησι τοῦ εὐγενοῦς ἐγχειρήματος. Γυρνῶντας λοιπὸν τὴν πρώτη σελίδα τῆς συλλογῆς διηγημάτων «Τὸ μυστικὸ ῥόδο» τοῦ Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, καὶ ὡς φίλος τοῦ φανταστικοῦ πρὸς φίλους τοῦ φανταστικοῦ, σᾶς εὔχομαι καλὴ ἀνάγνωσι!

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Δρολάπι

ρϞη΄

Δρολάπι

Στὴν κλίνη κεῖμαι ἀναγερτός, ῥεμβάζει ὀρθὴ στὸ τζάμι,
μὲ τὸ δρολάπι χαίρεται, βλέπει τ’ ἀνεμοβρόχι,
μὲ τὸ κορμί της χαίρομαι, τὸ ἐρωτικὸ δρολάπι,
κι’ ὥρα πολλὴν ἔξω θωρεῖ κι’ ὅσο θωρεῖ θωρῶ την.
Κείνη θωρεῖ νεροσυρμές, γὼ αὐλάκια τοῦ κορμιοῦ της,
κείνη τὲς στάλες στὸ γυαλί, τοῦ ἱδρῶτος γὼ τὲς στάλες,
κείνη τὸ δάσος τὸ κρουστό, γὼ τῶν μαλλιῶν τὸ δάσος,
κείνη τὸν κόσμο τὸν ὑγρό, γὼ τὸν ὑγρό της κόσμο,
κείνη μυρίζει τὴν βροχὴ κι’ ἐγὼ σάρκα γυναίκεια,
γὼ καίγομαι καὶ τὴν καλῶ, βουβὴ στυλώνει κείνη.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Εἰς τὴν γυμνωθεῖσαν


ρϞζ΄

Εἰς τὴν γυμνωθεῖσαν

Εἰς κεῖνο τ’ ἀρχοντόσπιτο, τὸ μανδρογυρισμένο,
τὸ κεραμιδοσκέπαγο, τὸ λιθοστυλωμένο,
τ’ ἀνθοκηποπερίκλειστο καὶ δεντρονησκιωμένο,
ἔμμορφη βγαίνει τὴν αὐγὴ καὶ πίνει τὸν καφέ της.
Κάποιαν αὐγὴ σὰν ἔτυχεν ἀπ’ ἔξω κι’ ἐπερνοῦσα,
βγῆκε στὸ μπαλκονάκι της δρόσο αὐγινὸ νὰ πάρῃ,
νὰ πιῇ τ’ ἄγουρα ἡλιάχτιδα, γυμνὴ στὸ φῶς νὰ παίξῃ.
Γυμνὴ γεύτη ἀπ’ τὴν κοῦπα της, γυμνὴ κορμοτεντώθη,
γυμνὴ τριγύρω ἀγνάντεψε, γυμνὴ στ’ ὁσπίτι ἐμπῆκε,
γυμνὴ ἐγλυκογέλασε, τὸ παραθύρι κλείνει.
Κι’ ὅλες θωρῶ τὲς χάρες της, τ’ ἀπόκρυφά της ὅλα,
τ’ ἀγγελικὸ καμάρι της, τὴν τρίσχαρη ἑλικιά της,
κι’ ἄλαλος τ’ ὡμολόγησα καὶ λαγγεμμένος εἶπα.
«Λούστη τὸ κάλλος τὸ θνητὸ στὸ κάλλος τὸ ἀρχῆθεν
κι’ ὁ ἔρωτας ὁ σάρκινος τὸν ἄσαρκο ἐτυλίχτη,
κι’ ἐμὲ λαβῶσαν βέλεμνα καὶ σαγιτοξιφάρια.
Ἂς πάω στὴν καγκελλόθυρα νὰ μάθω τ’ ὄνομά της».
Στάθην στὴν καγκελλόθυρα καὶ τ’ ὄνομα γυρεύω,
κι’ ἔλεγε χρυσολαξευτά: Πλάτωνος Ἀρετοῦλα.