Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Ἠερίη - Ἡ θυγατέρα μάνα



ρμβ΄

Ἠερίη - Ἡ θυγατέρα μάνα

Σ’ ἀνήλιου σπήλιου τὸν βυθό, πέτρας ὁγρῆς κουφάλα
τὸν Τέκταφο ἐφυλάκισαν, τὸν ῥήγα τῶν Βωλίγγων.
Κι ὁ Δεριάδης πρόσταξεν κεῖ ἔρμος ν’ ἀργολειώσει,
νὰ τρώει ἀέραν πρόγευμα κι ἀέραν γιὰ τὸ δεῖπνο,
νά ’χει τὸν βράχο κούπα του, νὰ γλείφει τὸ πιοτό του,
νὰ τὸν θερίζ’ ἡ πείνα του, στὰ σκότη νὰ λιμάσσει.

Λαφίνα ἐπερπάτησε στοῦ σπήλιου τ’ ἄγριον στόμα,
στὴν Ἠερίην ὅμοιαζε, στοῦ αἰχμάλωτου τὴν κόρη.
Τοὺς ἀχαμνοὺς ἐσίμωσεν, τοὺς σερνικοὺς ζυγώνει,
ξέπνοη κλαίει καὶ δέεται, στὸ χῶμα μετανοιάζει.
Στοὺς φύλακας μονολογεῖ, μιλεῖ τῶν βλεπατόρων,
τὸν κύρη της πονεῖ νὰ ἰδεῖ, τὸν μισοπεθαμένο.

Σπλαχνίζονται οἱ φύλακες, λυγᾶνε οἱ βλεπατόροι
καὶ μεταξύ των ἔγνεψαν στὸ σπήλιο νὰ τρυπώσει.
Ἀμὴ πριχοῦ καὶ τραβηχτοῦν κι ὁ δρόμος λευτερώσει,
νυχόκορφα τὴν ἔψαξαν, τριπλοπασπάτεψάν την,
φαγὶν μὴ κρυφοκουβαλεῖ, κρασὶν μὴ κρυφοφέρνει,
κι ὡς κάμαν τόπον ἔδωσαν, στὸ λιθοκλούβι νά ’μπει.

Τὸ ἡμίφως εἰς τὴν πλάτη της, τὸ ἀπόφως ἐμπροστά της,
τὴν κεφαλὴ τοῦ κύρη της ἔστρωσε στὴν ποδιά της,
κι οὐδεὶς ἐμάθε ποὺ ἤτονε πέντε ἡμερῶ λεχώνα.
Κατέβασε τὸ ῥοῦχον της καὶ τὸ βυζὶ γυμνώνει,
κι ἀπόθεσε τὴν ῥώγα της στοῦ αἰχμάλωτου τὸ στόμα.
«Πατέρα τὸ σπολλάτη σου, γεννήθη σου τ’ ἀγγόνι».

Κ’ ἡ θυγατέρα γίνηκεν ἡ μάνα τοῦ κυροῦ της,
καὶ ὁ πατέρας γίνηκεν ὑγιὸς τῆς θυγατρός του.
Καὶ λίξουρος ἐβύζαινε κι ἀχόρταγος τραβοῦσε,
στὸ ἰσόνεκρό του τὸ κορμὶ πότιζε τὸ πιοτό της,
κι ἀντρείωνέ του τὴν καρδιά, τὰ μέλη ἀναζωγροῦσε,
κ’ ἔμπλεκ’ ἡ ἁλμύρα τῶν δακρυῶν γάλα γλυκὸ στ’ ἀχείλι.

Γεῖς τῶν φυλάκων τήραξεν, ὁ πλιὸν πονηρεμένος,
καὶ πρῶτ’ ἄλαλος σάστισε, τσιμπιότουν νὰ ἐξυπνήσει,
κ’ ὕστερις γοργοχούμηξε στὸ φῶς νὰ τήνε σύρει,
κι ἀπὸ τὴ βιάν, ὡς τράβηξεν, ἡ ῥώγα της ματώθη.
Νὰ κρύβουν το γὴ νὰ τὸ εἰποῦν; Κι ἂν τὶς τὸ μαρτυρήσει;
Ὁ ἥλιος γιά ὁ ἄνεμος γιά τῶν πουλιῶ ἡ φωνούλα;

Στὸν Δεριάδη στάθηκαν κι ὅλα τ’ ἀνιστορῆσαν,
κ’ ἐσκύβαν κ’ ἐγονάτιζαν καὶ τιμωριὰ προσμέναν,
ἂμ ὁ σκληρὸς μαλάκωσεν κι ὁ ἀγκρέμιστος γκρεμίστη,
κι ὁ ἀδάκρυτος ἐδάκρυσεν κ’ ἐτοῦτα παραγγέλει:
«Λάβετ’ ἀπ’ τὸ τραπέζι μου, τοῦ ὀχτροῦ μου δεῖπνο στρῶστε,
τέτοιο παιδὶ ποὺ ἀνάθρεψεν ἀξὸς ἔνι νὰ ζήσει!»