Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Κοράσια τοῦ πολέμου

Ϟθ΄

Κοράσια τοῦ πολέμου

Ἀπὸ τὸν πρῶτο πόλεμον ἐρόϊδισαν τρεῖς μέρες,
καβαλαραῖοι σμείξανε στοῦ κάμπου τοὺς ἀγέρες,
κοντοκρατῆσαν τ' ἄλογα κι ἀντικρυνὰ σταθῆκαν.
Ἐκάλπασε στὴν κεφαλὴ τῶν Σκύθων ὁ ἀταμάνος
κ’ ἡ δέσποινα τῶν κοπελιῶν φτερνίζει, τ’ ἀντιβγαίνει.
Κι ὡς ζύγωσαν οἱ μαῦροι τους ὀλίγον ἐσιωπῆσαν,
κ’ ἕνας τὸν ἄλλον μέτραγε κι ἄρχεται ὁ νηὸς καὶ λέει.

«Ῥημάξανε τὰ βουκολιὰ καὶ τὰ σφαχτὰ κλεμμένα,
τὰ παλληκάρια διαλεχτὰ στὴν κρύα γῆς χωσμένα,
οἱ πολεμάρχοι ὀργίζονται κ’ οἱ γέροι συλλογιοῦνται.
Μὴ καὶ σᾶς ἐχαλάσαμεν ταίρια, γονιοὺς στὴν μάχη;
Μονόκουρσο μὴν πήραμε κόρες σας γιά μανάδες;
Μὴ τῶν προγόνων κρίμα ἔν καὶ γδικιωμὸν ζητᾶτε;
Φανέρωσέ το, κοπελιά, τὸ τί μᾶς πολεμᾶτε;»

«Λειβάδιν ἔνι χλοερό, πλατὺν ἀλογοθρόφο
κι ἀναμεσὶς Θερμώδοντας ὁ ποταμὸς κυλάει.
Ἐκεῖ στέκ’ ἡ Θεμίσκυρα, καστρὶ πυργοζωσμένο,
κεῖνο τὸν τόπ’ ὁρίζαμε καὶ λέγαμε μητρίδα.
Μιὰ μέρα μᾶς ἐπλάκωσεν Ἑλλενικὸ φουσσάτον
κι ἄλλες ἀγρίμια σκόρπισαν, ὁ πόλεμος ὡς χάθη,
κι ἄλλες στὰ πλοῖα σοῦραν μας, σκλάβες γιὰ τὴν Ἑλλάδα.
Κάποια θεὰ σπλαχνίσθη μας καὶ μέθυσε τοὺς ἄντρες,
κι ὡς ἐκοιμοῦνταν κόψαμε τοὺς τρυφεροὺς λαιμούς τους.
Γαλιότες τρεῖς κουρσέψαμεν μὰ διάφορο κανένα.
Ἄμαθες ἀπὸ ἄρμενα, ταξίδια πελαγίσια,
τυφλὰ πηγαινοφέρναν μας οἱ θέλησες τ’ ἀνέμου
ὥσπου σὲ τοῦτες τὶς στεριὲς μᾶς ξέβρασεν ὁ πόντος.
Τὸ κῦμα τροχαλούσαμε, τὸν γυρισμὸν μετρώντας,
σὰν ἄλογα πλατύστερνα σιμῶσαν στὴ βοσκήν τους.
Δοξάρια ἀρματωθήκαμε καὶ δίστομα πελέκια,
τ’ ἄλογα ἐφτερνίσαμε μὲ μιὰ βουλὴ στὰ φρένα,
ξένες στὴν μαύρη ξενιτειὰ ν’ ἁπλώσουμε στὰ ξένα»

»Κι αὐτὰ ποὺ τώρα θὰ μιλῶ, Σκύθη, μὴν λησμονεῖς τα.
Ἐμεῖς ταίρια δὲν ἔχομε, γονιοὺς νὰ χαλαστοῦνε,
μάνες καὶ θυγατέρες μας συνάρματες καλπάζουν,
μήτε γι’ ἀρχαία χρεωστημιὰ τὴν πλερωμὴ ζητοῦμε.
Μεῖς Ἀμαζόνες εἴμαστε, κοράσια τοῦ πολέμου,
φίλες πιστὲς τῆς Ἐνυῶς, γυναῖκες ἀντροφόνες».

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Στοὺς χρόνους τ' Ἀγαμέμνου



Ϟη΄

Στοὺς χρόνους τ' Ἀγαμέμνου

Καβουροπένσες καὶ σφυριά, κλειδιά, διαολοκλείδια,
ἀπ’ τὸ ταχὺ παιδεύομουν, τελεύω μεσημέριν.
Τὰ τέτοια δὲν πλερώνονται μὸν τὴν ψυχὴ σὲ τρώγουν,
μὲ ἀβαριὲς νὰ πολεμᾶς, χειμώνα στ’ ἀγριοκαίριν.

Πόσ’ ἤθελά το νά ’μουν νηὸς στοὺς χρόνους τ’ Ἀγαμέμνου,
νά ’χα, ποὺ λέγαν, κτίμενα καὶ φυταλιὲς κι ἀροῦρες,
νά ’σαν γιομάτα ληόδεντρα, στάρια, συκιὲς κι ἀμπέλια.
Νά ’χα κοπάδια πρόβατα, χοιρομαντριὰ καὶ βόδια.
Νά ’μενα σ' ἀρχοντόσπιτον, νὰ συγκερνῶ τοὺς φίλους,
νά ’χω ζευγάριν ἄλογα, νὰ σεργιανίζω στ’ ἅρμα.
Νὰ πηαίνω κ’ εἰς τὸν πόλεμον, τοῦ πρωτορήγ’ ἀκράνης,
νὰ κάνω μάνες δίχως γιούς, γυναῖκες δίχως ἄντρες...

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Ὡσὰν τὴν Ἔχιδνα

Ϟζ΄

Ὡσὰν τὴν Ἔχιδνα

Ὡσὰν τὴν Ἔχιδνα, ἀπέθαντη νεράϊδα,
ποὺ κατοικεῖ σὲ κούφια γῆ, μὲς στοὺς Ἀρίμους,
τῶν τωρεσνῶν ἀνθρώπων οἱ ψυχὲς ὁμοιάζουν.
Πάνωθε ἄδολες, γλυκόλαλες παρθένες,
κάτωθε ὀφίδια τρομερὰ ποὺ σαρκοτρώγουν.
Μακάρι νά ’τον σ’ ἄλλους χρόνους νὰ γεννιόμουν.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Πολύμνια

Ϟστ΄

Πολύμνια

Πῶς ξάφνου κύματα θεριὰ σηκώνει τὸ μπουρίνι
μ' ὁρμὴν καὶ λύσσα ὅπου θαρρεῖς τὴ γῆς θὰ καταπιοῦνε,
μὰ ἐκεῖ βράχος ἀκλόνητος τὴν ἀντρειγιά των παύει
κ' εὐθὺς πάλε στὸ πέλαγον τραβιοῦνται ντροπιασμένα;
Ὅμοια μπουρίνι στὲς καρδιὲς σὰν περπατεῖς σηκώνεις
κι ὅλοι τὸ κρυφορέγονται δίπλα σου νὰ σταθοῦνε,
μὰ βράχον ἔχεις τὴν ματιὰν κ' εὐθὺς πισωπατοῦνε.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Ἰνὼ

Ϟε΄

Ἰνὼ

Στὸ περιγιάλι κάθομουν, στὸν ἄμμον καὶ δειπνοῦσα,
εἶχα φωτιὰ νὰ ζεσταθῶ, κρασὶν ποὺ μὲ κερνοῦσα,
εἶχα καὶ κόρην ἔμορφη γιὰ νὰ γλυκοφιλήσω.
Τὸ μαῦρο δάσος πίσω μου, σεντόνι νὰ μᾶς κρύψει,
τὸ πήγαιν' ἔλα τοῦ γιαλοῦ γιὰ νὰ μᾶς ποκοιμήσει.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Ἡροφίλη



Ϟδ΄

Ἡροφίλη

Ἐψὲς ἀργὰ ἐδιάβην το τ’ ἀπόμερον δρομάκι
ὁπ’ ἔσμειγα τὴν ἀγαπῶ τὰ βράδια στὰ κλεφτά.
Ὅταν ὁλοῦθε σκέπαζε τὴ ῥούγαν μαύρη ἀντάρα
καὶ τὰ πορτοπαράθυρα σφαλνοῦσαν βιαστικά.
Μὰ τώρα σὰν τὴν ἀπαντῶ λόγον δὲν τῆς ἀλλάζω,
μὸν τὸ κορμί της, σὰν περνᾶ, κρυφὰ λοξοκοιτάζω.

(Βάστα καρδιά μου, βάστα μὴ λυγίσει σε,
πέρδικα κι ἂν σοῦ μοιάζει ἄγριος εἶν ἀητὸς
ποὺ τὲς καρδιὲς γραπώνει μὲ γελάσματα.
Στὰ νέφια τὶς σηκώνει, χάμαι τὶς γκρεμᾶ,
κι ἀπάνω στὰ συντρίμμια παίζει καὶ γελᾶ.)

Ἀστερία

Ϟγ΄

Ἀστερία

Ἐξέβην ἀπ’ τὸ καπηλειὸν πολλὰ κρασοπιωμένος
κ’ εἰς τὸ στενὸ τ’ ἀντικρυνὸ πανώρια σμείγω ἑταίρα.
-Ἔλ’ Ἀστερία μετὰ μέ, γιὰ νὰ κλινογερθοῦμε,
νὰ ἐρωτοπολεμήσουμε ὣς νὰ ξημερωθοῦμε.
-Ἀπόψε ἂς φιλιώνουμε κι αὔριο μέραν εἶναι.
Κι ὁ πλιὸν τρανὸς πολεμιστὴς σὰν πιεῖ καὶ σὰν μεθύσει
ῥωτῶ σε, κύρη, δύνεται νὰ ἐρωτοκονταρίσει;

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Ὁ ἥλιος φανερώνει

Ϟβ΄

Ὁ ἥλιος φανερώνει

Νά ’χα πινέλο τὴν ματιὰ καὶ τὴν καρδιὰ πινάκι,
πάνω της νὰ ζωγράφιζα τ’ ὥριον σου τὸ κορμάκι.

Δὲν μ’ ἀποκρίθ’ ἡ λυγερὴ μὸν παρατᾶ τὴν κλίνη,
γυμνώθη πὸ τὰ ῥοῦχαν της καὶ τὰ μαλλιά της λύνει.
Ῥίχνει στοὺς ὤμους φοινικιὰ χλαμύδα τοῦ πολέμου,
κράνος μὲ φούντα τρομερὴ φορεῖ στὴν κεφαλή της,
κ’ εἰς τὸ χεράκι της βαστᾶ καλόξυστο κοντάριν.
Κ’ ἔτσι στὸ φέγγος ἔλαμπεν, γυμνὴ κι ἀρματωμένη,
Κύπρη συνάμα κι Ἀθηνᾶ, ξανθὸς τῆς νύχτας ἥλιος.

Κάποιου κεριοῦ τρεμόπαιξεν ἡ φλόγα πριχοῦ σβήσει,
ἡ νύχτ’ ἀποτραβήχτηκεν κι ὁ ἥλιος φανερώνει
κορμιὰ γυμνά, σὰν ζωγραφιά, μ’ εὐδαιμονιὰ ν’ ὁπόση
στεφανωμένα ἐκείτουνταν στὸ λιθινὸν ἐξώστη.

Ἡλιοβασίλεμμα

Ϟα΄

Ἡλιοβασίλεμμα

Μέσα στὸ πλατανόδασος στριφτό ’ναι μονοπάτι·
κλῶνοι μεγάλοι σκιάζουν το, φύλλα ξερὰ σκεποῦν το
καὶ εἰς τὴν μέσιν στὸ στρατὶ δυὸ ἄλογα περνοῦν το.
Κ' εἰς τό ’να πάνω τ’ ἄλογον μιὰ κόρη καθισμένη,
κ' εἰς τ’ ἄλλο πάνω τ’ ἄλογον γεῖς νηὸς ἀρματωμένος.
Κ’ οἱ μαῦροι των περιπατοῦν, μιλοῦν ὁ νηὸς κ’ ἡ κόρη,
καὶ πίσωθε ν’ ὁλόχρυσος ὁ ἥλιος βασιλεύει...


Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Ὁ Γόρδιος καὶ ἡ μάντισσα


Ϟ΄

Ὁ Γόρδιος καὶ ἡ μάντισσα

Ὁ Γόρδιος ἔνι γεωργός, πανάξιος ζευγολάτης,
τ’ ἀποταχὺ σηκώνεται κι ὁλημερὶς ὀργώνει,
στοῦ ἡλιοῦ τὸ μεσοδρόμισμα, στοῦ ἡλιοῦ τὸ μεσοστράτι
κάτ’ ἀπ’ τοὺς ἴσκιους τῶν δεντρῶν τρώγει, ἀποκοιμιέται.
Μιὰ μέρα ποὺ τρωγόπινε καὶ ποὺ ψωμὶν γευότουν,
τηρᾶ ἕν’ ἀητὸ γυροπετᾶ καὶ γοργοχαμηλώνει
κι ἀπ’ τὰ δεξιά ’ρθεν ἔκατσε στοῦ ἀλετριοῦ τὴν ἄκρη.

«Γιὰ ἰδὲς θάμμα κι ἀπόθαμμα, παραξενιὰ μεγάλη,
σὰν τὸν σπουργίτην ὁ ἀητὸς στ' ἀλέτρι ν’ ἀποσταίνει!
Θὰ ὑπάγω εἰς τῆς μάντισσας ὁρμήνεια νὰ μὲ δώσει».
Ἐπῆγεν καὶ εὑρῆκε την, ἀνιστορεῖ τὸ θαῦμα
κ’ ἡ μάντισσα τῆς Τελμησσὸς στοχάστη κι ὁρμηνεύει:
«Τ’ ὄργωμα γάμος φαίνεται, ἡ γῆς νύφη ξηγιέται,
ἀητὸς εἶν θέλημα Διός, βασιλικὰ βλογίδια,
καὶ τὸ βλαστάρι ποὺ θὰ βγεῖ, πολλὰ κεφαλιωμένο.
Μὸν κριάρι στριφτοκέρατον αὐτοῦ στὸν Δία σφάξε
κι ἂν ταίρι σου μὲ ῥέγεσαι ζευγάριν νὰ γενοῦμε».
Κι ὁ Γόρδιος κ’ ἡ μάντισσα ἀνδρογυνάκι ἐγίναν,
κι ὡς διάβησαν μῆνες ἐννιὰ κι ὡς μπήκανε οἱ δέκα
Μίδα ὑγιὸν ἐγέννησαν, χρυσὸ παλληκαράκι.

Οἱ Φρύγες χρόνους τρώγονται κι ἀλληλοπολεμιοῦνται,
μαζώχτηκαν οἱ ἄρχοντες τὸν σπαραγμὸν νὰ πάψουν,
ἀθθιβολὴν ἐκίνησαν μὰ λύσι δὲν εὑρίσκουν.
Φωτιὲς πετοῦν τὰ μάτια τους, ἀφροὺς τὰ στόματά τους
κ’ οἱ χοῦφτες στὶς σπαθολαβὲς τὸ σίδερον ζυγιάζουν.
«Ἀρχόντοι ἂν δὲν δύνεσθε ἀτοί σας νὰ μονοιάστε
μαντατοφόρον πέμψατε, χρησμὸν γιὰ νὰ σᾶς φέρει».
Κι ὅλοι τὴν γνώμην ἔστερξαν, πέμπουν μαντατοφόρον.
Τρεῖς μέρες ἀνιμένουν τον, τρεῖς νύχτες ἀπαντέχουν,
κι ὡς χάραξεν ἡ τέταρτη στὴν σύναξι προβάλλει.
«Καλῶς τονε τὸν ἄγουρο χρησμὸν ποὺ θὰ μᾶς δώσει,
νὰ σβήσουσιν οἱ μάνητες κι ὁ πόλεμος νὰ σώσει».
«Καλῶς σᾶς βρῆκα πρώταρχοι κι ὣς νά ’ρθει μεσημέρι
μιὰν ἅμαξα στὴν σύναξι τὸν βασιλιὰ θὰ φέρει.
Κεῖνος, ἐμήνυσεν ὁ θηός, τὰ πάθια θὰ μερώσει».
«Χαμένε ἀλλοῦ σὲ στείλαμε κι ἀλλοῦ περιγυρνοῦσες,
κ' ἐπῆρες σβάρνα καπηλειά, κατώγια, πανδοχοῦσες,
καὶ χάθη ὁ νοῦς σου ἀπ’ τὸ κρασὶ καὶ λέγεις μεθυσμένα;»

Ἀκόμα ὁ λόγος πέταγε, μαστίγιον καὶ χτυποῦσε,
κι ἀπὸ τοῦ δρόμου τὴν γωνιά, στοῦ ξάγναντου τὴν μέσιν
ἁμάξι φάνη κ’ ἔρχεται, Γόρδιος κρατεῖ τὸ γκέμι,
καὶ παραδίπλα ἡ μάντισσα μὲ Μίδα στὴν ἀγκάλη.
Ἀπὸ τὸ χέρι τὸν βαστοῦν, στὸν θρόνο τὸν καθίζουν,
χρυσὸ ῥαβδὶ τὸν δώκασιν, χρυσὸ τὸν στεφανώνουν,
νά ’ναι τῶν Φρύγων βασιλεὺς καὶ τῶν πρωτάρχων πρῶτος.

Κι ὁ Γόρδιος τὴν ἅμαξα στὸν Δίαν ἀφιερώνει,
κ’ ἡ μάντισσα τῆς Τελμησσὸς εἰς τὸν λαὸν μαντεύει:
«Ὁ τῆς ἁμάξης τὸν δεσμὸν ποὺ σοφιστεῖ νὰ λύσει,
τὴν Ἄσια γῆν ὁλάκερην ἤθελε νὰ πατήσει.
Καὶ σὰν κυλήσουν οἱ καιροὶ στοῦ χρόνου τὰ πελάγη,
ἀπ’ τὴν παληὰ πατρίδα μας, τοὺς τόπους τῆς Εὐρώπης,
ῥηγόπουλο λιοντόκρανον ὅμοι’ ἀστραπὴ θὰ πέσει.
Μὲ δύναμι, μὲ μαργιολιὰν τὸν κόμπο θὰ λασκάρει,
κύρης τοῦ κόσμου θὰ γενεῖ μὲ νοῦ καὶ μὲ κοντάρι».

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Ὁ στερνὸς τῆς ἀγέλης


πθ΄

Ὁ στερνὸς τῆς ἀγέλης

Ἐπῆρεν τὸ τουφέκιν του καὶ ἐξέβ' εἰς τὸ κυνήγιν,
ἡ μπότα χιονοβάλτωνε, τὸ χνῶτο κρυοπαγώνει.
Τηρᾶ τὸν λύκον πὸ μακριά, ζυγιάζει, τουφεκίζει,
τὸ βόλι τὸν ἐκλάδεψεν κ’ ἐρόδισεν τὸ χιόνι,
κ’ ἦτον ἀγέλης ὁ στερνός.
Πῶς χαίρεται τ’ ἄγριο θεργιό, πῶς ἀποκαμαρώνει!

Βλέμμα ἀνθρωπινὸ

πη΄

Βλέμμα ἀνθρωπινὸ

Μεσοδρομὶς κεῖται σκυλίν, τὸ γαῖμα του λιμνάζει,
τινάζει τὸ κορμάκιν του, ψυχούλα του ῥαγίζει.
Ἐψὲς θαρρῶ πὼς τό ’χα δεῖ, προψὲς τό ’χα ἀντικρύσει
σὲ πόρτα ὀμπρὸς κ’ ἐγάβγιζε, σ’ αὐλόθυρα κ’ ἐπήδα.
Παιδόπουλον παράβγαινε καὶ τὴν οὐρὰ κουνοῦσε,
κ' εἶχ' ἕνα βλέμμ' ἀνθρωπινὸ καὶ εἰς τὴν ψυχὴ μιλοῦσε.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Στὸ πύρωμα τοῦ ἥλιου

πζ΄

Στὸ πύρωμα τοῦ ἥλιου

«Ἐρόϊδισεν ἡ ἀνατολὴ καὶ ξημερών' ἡ δύσις…»
κάποιος ξωμάχος τραγουδεῖ κι ὅλον μεράκι λέει…
…δύο φιδάκια ἀντάμωσαν μὲς στὸ ψιλὸ χορτάριν.
Φιλιοῦν, ἀνατυλίγονται κ' ἐρωτοπαιχνιδίζουν,
καὶ σὰν ἐρωτοπαίξανε σὲ ῥιζιμιὸ κοιμοῦνταν.
Κοιμοῦνταν τὰ κακόμοιρα κι ὁ ἥλιος πύρωνέ τα,
ξωμάχος διάβη μέσαγρα καὶ πετροβόλησέ τα.

Μιλινταπάνχα

πστ΄

Μιλινταπάνχα

Μαζώχθησαν οἱ Ἕλλενοι ἴσα μὲ πεντακόσιοι,
μαζώχθησαν κ' οἱ μοναχοὶ ἴσα μ' ὀχτὼ μυριάδες.
Κι ὁ βασιλέας Μένανδρος τὸν μοναχὸ ξετάζει,
κι ὁ μοναχὸς ποκρίνεται, τὸν βουδισμὸ ξηγᾶ του.
Κ' ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατηγούς, ν' ἀπὸ τοὺς μεριδάρχες
παρέκει συλλογιότανε κ' ἤλεγεν ἀπὸ νοῦ του.

«Γίνετ' ὁ πέρφανος ἀητὸς νὰ διάγει στὸ κοτέτσιν;
Γίνετ' ὁ λιόντας τοῦ βουνοῦ γατούλα τῆς ἀγκάλης;
Τ' ἀσπρόδοντο λυκόπουλον κουτάβι τρομασμένο;
Μήτε κι ὁ νοῦς τοῦ Ἕλληνου θρησκεῖες ὑποφέρει.
Στὰ οὐράνια τ' ἁψηλὰ πετᾶ, πάνω στὰ ὄρη δρέμει,
κάτ' ἀπ' τὴν λάμψι τῶν ἀστρῶν τ' ἀδέρφια του φωνάζει».

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Ῥωξάνη



πε΄

Ῥωξάνη

Μὴν εἶναι ἡλιοβασίλεμμα χρυσὸ ποὺ καίει τὸν ἄμμον;
Μὴν εἶν ἀχτίδα τῆς αὐγῆς στὸν χιονισμένο κάμπον;
Μήπως ὁ χορευτὴς νοτιὰς ποὺ μὲ τὰ στάχυα παίζει;
Εἶναι τῆς κόρης ἡ ματιὰ πού ’σμειξε τὴν ματιά μου.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Μέγας ἐπιτάφιος

πδ΄

Μέγας ἐπιτάφιος

Ἀλέξανδρος ψυχομαχᾶ κάτω στὴν Βαβυλώνα
κ' οἱ φίλοι γιὰ στερνὴ φορὰν ἦρθαν νὰ τόνε δοῦσι,
κι ὅλοι καλὰ τὸ νιώσανε, δὲν εἶναι γιὰ νὰ ζήσει.
Γεῖς τῶν συντρόφων θάρρεψεν καὶ τὸν νεκρὸ ῥωτάει.
«Ἀντίς σου ἀξὸν νὰ κυβερνᾶ τοῦ κόσμου τὸ καράβι,
Ἀλέξανδρε, ποιόν βούλεσαι κι ἂν λάχει κι ἀποθάνεις;»
«Φίλοι, τὸν δυνατότερον κι ἂν λάχει κι ἀποθάνω».
Καὶ πάλε δὲν ὁμίλησεν, πάλε μεταμιλεῖ τους.
«Βλέπω σπαθιὰ νὰ σέρνονται, μαχαίρι' ἀκονισμένα,
καὶ μέγας ἐπιτάφιος θέλει στηθεῖ γιὰ μένα».

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Ὁ κύρης τοῦ κόσμου

πγ΄

Ὁ κύρης τοῦ κόσμου

Αἰθίοπες καὶ Λίβυες καὶ Καρχηδόνιοι ἦρθαν,
καὶ Βρέττιοι καὶ Λευκανοὶ κ' οἱ Τυρρηνοὶ ἀντάμα,
καὶ Ἴβηρες πρωτόφαντοι καὶ Σκύθες τῆς Εὐρώπης,
καὶ οἱ πολεμικοὶ Κελτοὶ καὶ ἄλλοι πόσοι τόσοι...

...δὲν ἤφεραν τὸ φίλντισι, μηδὲ χρυσὸ κι ἀσήμιν,
μὸν ἤφεραν δῶρ' ἀκριβόν, παινέματα, στεφάνους,
κι ὅλοι κριτὴ τὸν ὅρισαν, ἔχθρες νὰ καταλύει.
-Καὶ τώρα μὲς στοὺς Ἕλληνες, παππού, ποιός εἶν ὁ μέγας;
-Τώρα, παιδί μου Ἀρχέλαε, εἶναι καιρὸς Ῥωμαίων. 

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Πτολεμαίου ἐνθύμησες




πβ΄ 

Πτολεμαίου ἐνθύμησες

Γλήγορα πὸ τὸ μαῦρον ἐξεπέζεψα,
τὸν ἄρχο Ἰνδὸ στὸ λόφον ἐκυνήγησα
κι ἄρχοντας ἀντρειώθη, πισωστράφηκεν.
Μὲ τὸ κοντάρι κρούγει, κούφιαν ἡ ῥιξιάν,
μὲ τὸ κοντάρι κρούγω πάνω εἰς τὸ μερί,
ὁρμὴ τοῦ καταλυῶ, θράσος καὶ δύναμι
κ' εὐθὺς χαμαὶ σωριάστη, ξαρματώνω τον...
σὰν μὲ τὸν Μεγαλέξανδρο στρατεύαμεν
στῶν Ἀσπασίων τοὺς τόπους, τῶν Ἰνδῶν.


Ἡ παρέλασις

πα΄ 

Ἡ παρέλασις

Ἰδέτε τὸν Κριτόλαο, τὸ νηὸ παλληκαράκι,
ἐψὲς ἦτο μικρὸ παιδί, σήμερον φαλαγγίτης.
Τὸν δώκασιν κ' ἐπέρασε στὸ μπράτσο του σκουτάρι,
τὸν δώκασιν κ' ἐκράτησεν στὴ χούφτα του κοντάρι.
Καὶ νά τος, μὲς στὴν φάλαγγα καμαρωτὸς διαβαίνει!
Θωροῦν τον οἱ γονέοι του περφανοδακρυσμένοι
θωρεῖ καὶ Μεγαλέξανδρος καὶ χαίρετ' ἡ καρδιά του.

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Μηδὲν φοβερώτερον...


π΄

Μηδὲν φοβερώτερον καὶ δεινότερον
φάλαγγος Μακεδονικῆς

Φριχτοὶ μπροσταρομάχοι στέκουν δέκαρχοι,
στερνὴ ζυγιὰ φυλοῦσιν οἱ οὐραγοί.
Κι ἀνάμεσο λεβέντες δεκατέσσερεις
πό ’χουν λαφρὰ σκουτάρια, σάρισες μακρές,
ἀρματωσιὲς ποὺ σὰν τὸν ἥλιον λάμπουσιν.
Κι ἀπὸ τὸν πρῶτον λόγχες ἕξι φαίνονται
κ’ οἱ πίσω ψηλωμένες φράχτης τρομερός.
Μὲ βιὰν καὶ βῆμα ὁρμοῦσιν καὶ μ’ ἀλαλαγμὸ
κι ὁ γεῖς τὸν ἄλλον σπρώχνει καὶ ἀλίμονο...

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Εἰς Ἁλικαρνασσὸν

οθ΄

Εἰς Ἁλικαρνασσὸν

Δυὸ παλληκάρια Μακεδνοὶ κ' οἱ δυὸ κρασοπιωμένοι,
παινεύονται, καυχήζονται, γιὰ τὴν ἀντρειὰ μαλώνουν,
κι ἀπ' τὰ πολυπαινέματα φιλότιμο τοὺς παίρνει.
Βαστοῦν κοντάρια πὸ κρανιάν, ἀγκυλωτὰ δοξάρια,
μονάχοι στὰ τειχιὰ κινοῦν τὸ κάστρο νὰ πατήσουν.
Τοὺς θρασεμένους σφάζουσιν καὶ τοὺς δειλοὺς σαϊτεύουν,
βιγλίζουν κ' οἱ ἀποδέλοιποι, συντρέχουν στὸ κατόπι...
κι ἀπὸ τ' ὀλίγον ἔθρεψε φόνος τρανὸς κι ἀπάλη,
κι ἀπὸ τὰ λόγιαν ἔλειψεν ἡ πόλις γιὰ νὰ πέσει!
Ἄρη καὶ Διόνυσον ὁμοῦ σὰν ποιός νὰ καρτερέσει;

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Ὁ Καρανὸς καὶ τὸ λιοντάρι

οη΄

Ὁ Καρανὸς καὶ τὸ λιοντάρι

Πάνω στ' Ὀλύμπου τὲς κορφὲς ἥλιος λαμπρὸς καὶ χιόνι,
στὸν κάμπο, στὰ παράπλαγα ὅλ' καταχνιὰ κι ἀντάρα,
φουσσάτα δυὸ ἐκρούσανε ὡς λύθηκεν ἡ ἀντάρα.

Πέφτουν οἱ κονταριὲς βροχή, βροντοῦν χαλκὰ σκουτάρια,
φεγγοκροτοῦν γυμνὰ σπαθιὰ κ' οἱ σαϊτιὲς σουρίζουν,
τῶν ἀντρειωμένων οἱ ψυχὲς στὸν Ἅδην φτερουγίζουν.
Κ' οἱ τοῦ Κισσῆ ἐστράφησαν, τοῦ Καρανοῦ νικῆσαν.
Γδύνουν, μαζώνουν τ' ἄρματα ποὺ ἀλάβωτα πομεῖναν,
κορμάρι ἀσκώνουν σταυρωτὸ κι ὁλόγυρα κρεμοῦν τα,
μακρόθε νὰ γνωρίζεται, τῆς μάχης θυμητάριν.
Κι ὅλοι τὸ ῥίξαν στὸ πιοτό, στῆς νίκης τὸ ξεφάντι.

Λιοντάρι μακρυχαίτικο π' τὸν Ὄλυμπον βρουχήθη!
Κλαῖν τὰ σκυλιὰ στὴν ἅλυση κ' οἱ μαῦροι χλιμιντροῦσιν,
κ' οἱ ποὺ κοιμοῦνται ξύπνησαν κ' οἱ ξύπνιοι πεταχτῆκαν,
κι ἄλλος γυρεύει τὸ σπαθὶν κι ἄλλος ζητᾶ δοξάριν.
Θωροῦν το ἀργὰ καὶ περπατεῖ, γοργὰ κοντοζυγώνει,
θωροῦν γλήγορα κ' ἔφτασε κι ἄντρες ἀλίμονό μας...

«Εἶδες, ἀφέντη Καρανέ, τί ποῖκε τὸ λεοντάριν;
Μήτε ἀνθρώπους πείραξε, μήτε κτήνη πειράζει,
ἐχούμηξε κ' ἐσώριασε τῆς νίκης τὸ μνημούρι».
«Σημάδιν ἔνι τῶν θεῶν, μήνυμα τῶν ἀνθρώπων.
Στοῦ νικημένου τὴν αὐλὴ τὴν ἔχθρα σὰν φυτέψεις,
π' τῆς ἔχθρας τὸ πικρόδεντρο καρπὸ πικρὸν θὰ κόψεις.
Κι ἀφήνω εὐχή, παραγγελιὰ στοὺς ὑστερνοὺς ῥηγάδες,
πλήθια ἐχθροὺς κι ἂν στρέψουσιν, μύρια κι ἂν καταλύσουν,
ξορκίζω τους πολεμικὰ μνημούρια νὰ μὴν στήσουν».