Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

When I Have Fears



















Ποίημα τοῦ Τζὼν Κὴτς

Σὰν φόβοι μὲ στοιχειώνουνε πὼς ἴσως καὶ πεθάνω
προτοῦ θερίσῃ ἡ πένα μου τοῦ νοῦ μου τὰ σπαρτά,
προτοῦ ψηλοὶ βιβλιοσωροί, μὲ τὴν γραφή μου πάνω,
νὰ κλειοῦν, ἀμπάρια πλούσια, καρπίσματα μεστά…

σάν, στῆς νυχτιᾶς τ’ ἀστερωπὸ τὸ πρόσωπο, κοιτάξω
πελώρια σύμβολα θαμπὰ κάποιας μυθιστορίας
καὶ στοχαστῶ ποὺ ἴσως μὲ βρῇ τὸ τέλος πρὶν χαράξω
τὶς σκιές των, μὲ τὸ μαγικὸ χέρι τῆς εὐκαιρίας…

καὶ σὰν τὸ νιώθω, πάγκαλον μιανῆς ὥρας βλαστάρι,
ὅτι ἐσὲ τὰ μάτια μου δὲν θ’ ἀντικρύζουν πειά,
κι’ ὅτι ποτὲ δὲ θὰ εὐφρανθῶ τὴν νεραϊδένια χάρι
τοῦ ἔρωτα δίχως λογικὴ… τότε στὴν ἀμμουδιὰ

τοῦ κόσμου ἔρμος στέκομαι, σκέψεις κλωθογυρίζω
μέχρι ποὺ φήμη κι’ ἔρωτα στὸ ἀσήμαντο βυθίζω.  


Πίνακας: Joseph Severn



Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Dreamland



















Ποίημα τοῦ Λιούις Κάρολ

Ὁμῖχλες μεσονύχτιες σὰν πλανῶνται
κι’ ὅλα στὴ χώρα μέσα πειὰ κοιμῶνται,
οἱ κραταιοὶ νεκροὶ βαδίζουν γύρω
κι’ ἀργὰ μὲ προσπερνοῦν.

Ἅγιους, ἰδές, σοφοὺς καὶ ἀντρειωμένους
πῶς πέρ’ ἀπὸ καιροὺς ἀφανισμένους,
μ’ ὕφος ἱερατικό, βαρὺ τὸ βῆμα,
προβάλλουν, προσπερνοῦν.

Τ’ αὔγασμα στοῦ μεσημεριοῦ τὴν δόξα,
τὸ μούχρωμα, τ’ ἀχνὰ ἁπαλά του φῶτα,
γητεύουν τὴν ματιὰ μὰ θὲ νὰ σβήσουν,
νὰ σβήσουν νὰ χαθοῦν.

Μὰ ἐδῶ, στοῦ ὀνειρότοπου τὴν μέσι,
διαγουμιστῆ τὸ χέρι δὲν θὰ πέσῃ,
οἱ ὡραῖες ὀπτασίες ἡ σπάνια λάμψις
ποτὲ δὲν θὰ χαθοῦν.

Θωρῶ τοὺς ἥσκιους πέφτουν, μεγαλώνουν,
τοῦ παλαιοῦ οἱ μορφὲς ἀναβιώνουν;
Οἱ κραταιοὶ νεκροὶ βαδίζουν γύρω
κι’ ἀργὰ μὲ προσπερνοῦν.

Φωτογραφία: Oscar Gustave Rejlander

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

The Song of Wandering Aengus



















Ποίημα το Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Βγῆκα στὸ δάσος τὸ καστανωπὸ
γιατὶ τὸν νοῦ μοῦ ’καιγε μιὰ φωτιά,
κι’ ἔκοψα κι’ ἔξυσα ῥαβδὶ καστανωπὸ
κι’ ἀπάνω ἀγκίστρωσα μοῦρο σὲ πετονιά.
Κι’ ὅταν οἱ νυχτοπεταλοῦδες σήκωσαν φτερό,
κι’ ἄστρη νυχτοπεταλουδᾶτα τρέμαν στὴ νυχτιά,
τὸ μοῦρον ἔῤῥιξα στὸ ῥέμμα στὸ νερὸ
κι’ ἐψάρεψα μικροῦλα πέστροφα ἀσημιά.

Κι’ ὅταν στὸ ἔδαφος τὴν εἶχα ἀπιθώσει
κι’ ἄρχισα νὰ φυσῶ τὴν φλόγα νὰ φουντώσῃ,
κάτι ἐθρόϊσε στὸ ἔδαφος σιμά μου
καὶ κάποιος φώναξεν ἐμὲ μὲ τ’ ὄνομά μου:
Ἔγινε κόρη ποὺ ἀχνόφεγγε ἡ θωριά της,
μ’ ἄνθη μηλιᾶς ἦσαν γιομᾶτα τὰ μαλλιά της,
κι’ ἔτρεξ’ εὐθύς, σὰν φώναξε τὸ ὄνομά μου,
στὸν φωτισμένο ἀέρα κι’ ἔσβησε μακριά μου.

Καὶ ἂν ἐγέρασα πλέον νὰ τριγυρίζω
στοὺς λαγκαδότοπους καὶ νὰ λοφοδρομῶ,
ὅπου κι’ ἂν πῆγε θὰ τὸ μάθω, θὰ τὴν βρῶ,
τὰ χείλη της θὰ πιῶ, τὰ χέρια θὰ κρατήσω·
κι’ εἰς χλόη ψηλὴ καὶ παρδαλὴ θὲ νὰ βαδίσω
κι’ ὣς τοῦ καιροῦ τὴν παῦσι πάντα θὰ τρυγῶ
τοῦ φεγγαριοῦ τὰ μῆλα τ’ ἀργυρᾶ
καὶ τοῦ ἡλιοῦ τὰ μῆλα τὰ χρυσᾶ.

Σημείωσις: Aengus εναι θες το ρωτος 
κατ τν ρλανδικ μυθολογία.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Azathoth ἡ ἐπιστολὴ




















Διασκευὴ τοῦ ποιήματος «Azathoth»
τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Στν Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

«Ἀγαπητὲ Χ

Σᾶς ἀποστέλλω τὸ ὑστερινὸν ἔργον τοῦ παράφρονος ποιητοῦ, ὃ καὶ μοὶ ἀνεθέσατε πρὸς ἀποκατάστασιν. Τὸ πρᾶγμα ἦτο δύσκολον, ὁμολογῶ, διότι μανιωδῶς ἐπειράθη νὰ καταστρέψῃ τὸ χειρόγραφον μετὰ τοῦ χαρτοκόπτου. Εἰς τὴν κακὴν ὄψιν τοῦ γραπτοῦ ἐπέτεινον καὶ αἱ ἐκτιναχθεῖσαι, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκπυρσοκροτήσεως τοῦ πυροβόλου ὅπλου, κηλῖδες αἵματος. Μέγα κρῖμα…  Ἡ, παρὰ τὸ χειρόγραφον, εὑρεθεῖσα φωτογραφία μὲ τὴν σημείωσιν: νθύμιον μικρασιατικς κστρατείας – λάφυρον π τ τάγμα ντερβισάδων τς ρέμ, φέρει εἰς τὸ προσκήνιον τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Πύλης. Ἡ ἀποτυπωθεῖσα, ἐπὶ τοῦ φωτογραφικοῦ χάρτου, στήλη εἰκάζω ὅτι ἐχαράχθη εἰς σφηνοειδῆ χεττιτικὴν γραφήν, τὸ δὲ ποιητικὸν πόνημα τοῦ αὐτόχειρος ἀποτελῇ μετάφρασιν αὐτῆς. Ἴσως εὑρισκώμεθα, φίλτατε, πρὸ συνταρακτικῶν ἀποκαλύψεων, ὅθεν ἀπαιτεῖται νὰ τηρηθῇ ἄκρα μυστικότης. Τὸ κοινὸν ἂς συνεχίσῃ νὰ πιστεύῃ εἰς τόν, περὶ ἀναιμάκτου παραδόσεως τῆς Θεσσαλονίκης, μῦθον. Ἂς μὴ μάθῃ ποτὲ διὰ τὴν μυστικὴν μάχην, ἣν ἔδωκεν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κατὰ τῆς φρουρᾶς τῶν φανατικῶν δερβίσηδων, πρὸς κατάληψιν τῶν τρομερῶν Κήπων τοῦ πασᾶ καὶ τῆς, ἐντὸς αὐτῶν εὑρισκομένης, ἐνεργοῦ Πύλης. Ἄνοιξις… ὁ τόπος λουλουδίζει καὶ ἡ νεκρὰ γῆ ἀνίσταται, φίλε μου, καθὼς αἱ γερμανικαὶ ἑρπύστριαι πατοῦν πλέον ἐπὶ ἐδάφους ἑλληνικοῦ. Ὅμως μικρὰν σημασίαν ἔχουν τὰ τοῦ κόσμου τούτου. Γρηγορεῖτε!

Καὶ τοὔνομα τοῦ ὄντος Ἀζατώθ;

Στὸ ἐξώτατο / κενὸ μ’ ἔφερ’ ὁ δαίμων·
προσπεράσαμε / τὸ Πᾶν κεκοσμημένον,
στὰ πυριφλεγῆ, / πετῶντας, ἀστροσμήνη,
ἐκεῖ ποὺ χρόνος / καὶ ὕλη δὲν ἁπλώνουν,
τὸ χάος μόνον, / ἄπλαστο… δίχως χῶρο.
Κεῖ στὸ ἔρεβος, / ὁ κύριος τῶν πάντων
ὁ τιτάνιος, / μ’ ὀργὴ ψελλίζει ὅσα
ὀνειρεύτηκε / κι ἀνέγνωρα τοῦ ἐμεῖναν·
καὶ πέριξ αὐτοῦ / ὄντα σὰν νυχτερίδες
μὲ ῥευστὲς μορφές, / πετοῦν κι ἀδέξια πέφτουν
σ’ ἀνόητες δῖνες, / ποὺ φῶτα ἀναρριπίζουν.
Τρελὰ χορεύουν / στ’ ὀξύηχο μοιρολόγι
ῥαγισμένου αὐλοῦ / ποὺ τὸν γραπώνουν νύχια
πέλματος φριχτοῦ· / ἐκεῖθεν ἀναβλύζουν
κύματα τυφλά, / ποὺ οἱ τυχαῖες ῥοές των,
σὰν ὑφαίνονται, / γεννοῦν κ’ εὐθὺς σφραγίζουν
τοῦ κάθ’ εὐθραύστου / κόσμου τὸν στέρεο νόμο.
«Ἄγγελος εἰμὶ / αὐτοῦ» εἶπεν ὁ δαίμων
ἐνῶ χτύπησε, / βαθιὰ περιφρονῶντας
τὸν αὐθέντη του, / τὴν κεφαλὴν τοῦ ὄντος.

ΥΓ: Ἡ νὺξ καθ’ ἣν ὁ φέρελπις λογοτέχνης ἐθέρισε τὸν στάχυν τῆς ζωῆς του, ἑορτάζεται ὑπὸ τῶν Φραγκολατίνων ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἀποκρυφιστῶν (σᾶς τὸ τονίζω) ὡς βαλπουργεία…»



Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Aladdin



















Ποίημα τοῦ Τζαίημς Ράσσελ Λόουελ

Μικρὸς σὰν ἤμουν πάμφτωχο ἀγόρι,
κι’ ἐζοῦσα σ’ ἕνα κάθυγρο κελλάρι,
δὲν εἶχα φίλο, μήτε καὶ παιχνίδι,
ἀμ’ εἶχα τοῦ Ἀλαδίνου τὸ λυχνάρι.
Σὰν ἄγρυπνος κρατιόμουν γιὰ τὸ ψῦχος
ἔκαιγα, μὲς στὸ νοῦ, φωτιὰ πλουσία,
κι’ ἔχτιζα, χρυσοσκέπαστα, δικά μου
πανώρηα κάστρα, ἐκεῖ, στὴν Ἰσπανία.

Πάει καιρός, μόχτησα νύχτα μέρα
κι’ αὐγάτισα παράδες, δύναμι ἔχω,
μὰ ὅλους τοὺς ἀργυροῦς μου λύχνους δίνω
γιὰ ἐκεῖνον ὁποὺ πλέον δὲν κατέχω.
Λάβε ἀπὸ μένα, Τύχη, ὅ,τι διαλέξῃς…
πλούτη ὅπως φέρνεις φέρνεις καὶ πενία·
ὅ,τι κι’ ἂν χάσω δὲν θὰ μὲ πονέσῃ,
κάστρα δὲν ἔχω, πειά, στὴν Ἰσπανία.



Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Silence



















Ποίημα το ντγκαρ λλαν Πόε

Βρίσκονται ἰδιότητες, φύσεις ποὺ συνταιριάζουν
μέσα τους ὕπαρξι διπλῆν, ἔτσι ὁποὺ γεννιοῦνται
γένη ὀντοτήτων διφυῶν συνάμα ὁποὺ πηγάζουν
κι’ ἀπὸ τὴν ὕλην κι’ ἀπ’ τὸ φῶς, στέρηο καὶ σκιὰ θωροῦνται.

Βρίσκονται δυὸ λογιῶν σιωπές, πέλαο κι’ ἀκτῆς τὰ μάκρη,
ψυχὴ καὶ σῶμα. Ἡ μιά τους ζῇ σ’ ἀγριοτόπια ἔρμα
μὲ νηόβγαλτο χόρτο ἁψηλό. - Κάποια καθιερωμένα,
τῶν ἀκριβῶν μας θύμησες, μνῆμες κοινὲς μὲ δάκρυ,
τὸν φόβο του ξορκίζουνε: Τ’ ὄνομα αὐτοῦ «Τὸ Τέρμα».

Αὐτὸς ἡ ἄλλ’ ἡ ἐνσώματη σιωπή· ὤ μὴν τὸν τρέμῃς!
Δὲν δύναται, αὐτεξούσιος, νὰ πράξῃ τὸ κακό·
μὸν πρέπει μοῖρ’ ἀπρόσμενη, (παρτίδ’ ἄωρα χαμένη)
νὰ φέρῃ σε τὸν ἥσκιο του νὰ σμείξῃς (τὸ στοιχειὸ
τ’ ἀνώνυμο, ποὺ περπατεῖ σ’ ἐρημικὸ τοπίο,
κεῖ ποὺ ἄνθρωπος δὲν πάτησεν) καὶ ν’ ἀφεθῇς στὸ θεῖο!



Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

The Book




















Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Κτήριο στὴν σκόνη, ἀσβολερό, ὁ μίτος κεῖ ὡδηγοῦσε,
στῶν λαβυρίνθων τὰ στενά, γύρω ἀπ’ τὶς ἀποβάθρες·
πλασμάτων θαλασσόφερτων ὀσμές, χύνονταν, λάθρες,
κι’ ἀχλὺ σγουρὴ κι’ ἀπόκοσμην ὁ ζέφυρος φυσοῦσε.

Στὴν ῥομβωτὴ βιτρῖνα του καπνιὰ καὶ πάχνη… ἐντὸς
βιβλίων σωροὶ ἀχνοφαίνονταν, δεντροκορμοὶ στριμμένοι
ψηλοὶ ὣς τὴν στέγη, ἐσάπιζαν· καὶ μέσα στοιβαγμένη
ἀρχαία σοφία σὲ θραύσματα, πάμφθηνος θησαυρός.

Μ’ ἔθελξε! Μπῆκα! Σήκωσα, μ’ ἀράχνες, τοῦ σωροῦ
τὸν πάνω τόμο κι’ ἔνιωθα, τὰ φύλλα ὅπως γυρνοῦσαν,
τρόμο, λέξεις ἀμφίσημες ποὺ ὑπαινιγμοὺς κρατοῦσαν
κάποιου, στοῦ μύστη τὴν ματιά, φρικώδους μυστικοῦ.

Γύρεψα νά βρω πωλητὴ μὲ πεῖρα, νὰ βοηθοῦσε,
κανεὶς… μονάχα μιᾶς φωνῆς ὁ ἀντίλαλος γελοῦσε!



Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Ozymandias of Egypt




















«Βασιλες βασιλέων συμανδύας εμί.
Ε δέ τις εδέναι βούλεται πηλίκος εμ κα πο κεμαι,
νικάτω τι τν μν ργων».
Διόδωρος Σικελιώτης                                               

Ποίημα το Πέρσυ Μπς Σέλλεϋ

Στν Φίλιππο Βαβουλάκη

Ἔσμειξα μὲ ταξειδιώτη πού ’ρθεν ἀπὸ ἀρχαία γῆ,
μοῦ ’πε: «Δυὸ γιγάντεια πόδια, λίθινα, δίχως κορμί,
ἐντὸς τῆς ἐρήμου στέκουν… Καὶ παρέκει, ἀπὸ τὴν ἄμμον
ὄψι ὅλο ῥωγμὲς προεξέχει κι’ ἡ ἀπαρέσκεια πού ’χει πάνω

στὰ συνωφρυωμένα χείλη κι’ ἡ στυγνοῦ δεσπότου χλεύη,
μᾶς γνωρίζουν πὼς ὁ γλύπτης καλῶς ξέκρινε τὰ πάθη,
ὥστε ἐπιζοῦν ἀκόμα, στ’ ἄψυχου ὑλικοῦ τὴν σκάφη,
καὶ ἡ χεὶρ ποὺ τὰ ἐμιμήθη κι’ ἡ καρδιὰ ποὺ εἶχαν θρέψει.

Κι’ ἕνα ἐπίγραμμα στὸ βάθρο, μὲ παρόμοια λόγια, κεῖται:
Βασιλες τν βασιλέων, συμανδύας εμί:
Σες, τ ργα μου ρτε, δυνατοί, κα πελπιστετε!

Τίποτε σιμὰ νὰ ἐσώθη. Τὸν ἀργὸ θάνατο, ζώνουν,
τοῦ κυκλώπειου ἐρειπίου, δίχως ὅρια καὶ γυμνοί,
ἔρμοι κι’ ὁμαλοὶ ἀμμοτόποι ποὺ ὣς τὰ πέρατα ἁπλώνουν».


Πίνακας: Alfred Clint

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Exile



















Ποίημα το Χάρολντ Χρτ Κρέην

Τὰ χέρια μου ἡδονὴ δὲ νιῶσαν ἀπ’ τῶν χεριῶν σου τὸν καιρό,
- ὄχι – μήτε ἀπ’ τὸ «ἔχε γειὰ» γέλιο λευτέρωσαν τὰ χείλη·
καὶ μὲς στὴν μέρα ξεδιπλώνεται τὸ διάστημα τρανὸ
κι’ ἄφωνο μεταξύ μας σάν, τὸν ἀμμωνίτη τὸ κοχύλι.

Κι’ ὅμως, ἡ ἀγάπη ὑπομένει, κι’ ἂς μοναχὴ λιμοκτονῇ.
Περιστεριοῦ φτερὰ κολλοῦνε στὴν καρδιά μου κάθε βράδυ
μὲ τρυφερότη περισσή· κι’ ἂν φθάρη ἡ πέτρα ἡ κυανῆ
στὸ δαχτυλίδι πίστεως, πειότερο λάμπει στὸ σκοτάδι.


Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

In the Forest



















Ποίημα το σκαρ Γουάιλντ

(Στ πρωτότυπο τ μυθολογικ ν
εναι φανος κα χι ξωθι πως δ)

Ἔξω ἀπ’ τ’ ἀτόφυου δάσους τὸ λυκόφως,
ὣς πέρα, στὴν αὐγὴ τοῦ λειβαδιοῦ,
μέλη ἀπὸ φίλντισι, καστανομμάτα,
θεᾶται ἡ ξωθιά μου, ἰδού!

Χοροπηδᾷ ἀπ’ τὶς λόχμες τραγουδῶντας,
χορεύει καὶ ὁ ἥσκιος της μαζί,
διχάζομαι, ποιὸ ἀχνάρι ν’ ἀκλουθήσω,
τὸν ἥσκιον ἢ τὴν μουσική!

Ὦ κυνηγέ, τὸν ἥσκιο της ν’ ἀγρεύσῃς!
Ὦ ἀηδόνα, σὺ ν’ ἀδράξῃς τὸν σκοπό!
Ἀλλιῶς ῥωτόπληκτος μὲ μουσικὴ καὶ τρέλα
ματαίως θὰ τὴν ἀναζητῶ!


Φωτογραφία: Napoleon Sarony



Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

The Rose of the World



















Ποίημα τοῦ Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Ποιός ὀνειρεύτ’ ἡ ὀμορφιὰ πώς, ὄνειρον, περνᾷ;
Γιὰ τέτοια χείλη κόκκινα κι’ ἀγέρωχα ὅλο ὀδύνη,
-ὀδύνη ὅτι θαῦμα νηὸ δὲν μέλλει νά ’ρθῃ πειά-
σὲ νεκρικὴ φεγγοβολὴν ἡ Τροία μῦθος γίνη
καὶ πέθαναν τοῦ Οὔσνα τὰ παιδιά.

Ἐμεῖς κι’ ὁ κόσμος ποὺ μοχθεῖ εἴμαστε ποὺ περνοῦμε:
Ἐν μέσῳ ἀνθρώπινων ψυχῶν ποὺ ὑποχωροῦν μὲ δισταγμὸ
σὰν τὰ θολὰ τὰ ὕδατα, κατάκρυα ποὺ κυλοῦνε,
ὑπὸ τῶν ἄστρων τὴν πομπή, τ’ οὐράνιου θόλου τὸν ἀφρό,
ζῇ πάντα ἡ μοναχική της ἡ μορφή.

Ὑποκλιθῆτε ἀρχάγγελοι ἐντὸς τοῦ οἴκου σας τοῦ θαμποῦ:
Προτοῦ σεῖς κἂν ὑπάρξετε ἢ ἄλλης καρδιᾶς ῥυθμός,
βαριεστημένη καὶ ἁβρὴ παράστεκε στὸν θρόνο Αὐτοῦ,
τὸ Πᾶν Οὗτος ἐποίησεν νά ’ναι χλοερὰ ὁδὸς
στὴν θέα τοῦ ὡραίου της ποδιοῦ.


Φωτογραφία: Alice Boughton



Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Bright Star




















Ποίημα το Τζν Κτς

Ἄστρο λαμπρό, ὅπως καὶ σὺ νά ’ταν ν’ ἀκινητῶ,
μὰ ὄχι νὰ φέγγω μοναχός, νύχιος μετέωρος δείκτης,
μὲ βλέφαρα ποὺ δὲν σφαλνοῦν αἰώνια, νὰ θωρῶ
-τῆς φύσεως καρτερικὸς κι’ ἄγρυπνος ἐρημίτης-

τὰ ὕδατα, νὰ κυματοῦν σ’ ἱερουργία παληά,
καὶ τοῦ ἀνθρώπου τὶς ἀκτές, παγκόσμια, νὰ ἐξαγνίζουν·
ἢ ν’ ἀτενίζω, νηόστρωτη κι’ ἀφράτη, τὴν θωριὰ
χιονιοῦ, ποὺ βάλτους καὶ βουνὰ σκέπασε καὶ λευκίζουν…

Ὄχι! Μὰ λέω ν’ ἀκινητῶ κι’ ἄφθαρτος νὰ ξαπλώνω
στῆς ὄμορφης ἀγάπης μου τὰ στήθια τὰ μεστά·
νὰ νιώθω, αἰώνια, ἁπαλὰ πῶς πνέουν, πῶς φουσκώνουν,
κι’, αἰώνια, τρικύμισμα γλυκὸ νὰ μὲ ξυπνᾷ.

Κι’ ἀκόμα λέω ν’ ἀγροικῶ τὴν τρυφερὴ ἀναπνοιά της,
κι’ ἔτσι νὰ ὑπάρξω· ἢ ἂς χαθῶ μὲς στὴν λιγοθυμιά της.


Πίνακας: William Hilton

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Night



















Ποίημα το λόρδου Ντάνσανυ

Στὴν ἔρημην, πέφτει τὸ βράδυ,
Σαχάρα· σπίθα μὲ τὴν σπίθα
Ἄραβες, ποιοὶ ἦσαν δὲν κατεῖχα,
φωτιὲς ἀνάβουν στὸ σκοτάδι.

Κόκκοι τῆς στάχτης στὸν καπνὸ
κι’ ἕνας μικρὸς πῶς νὰ μαντέψῃ
ποιὰ ἡ φλόγα πού ’χει τον χωνέψει
ἢ γιὰ ποιόν, τρέχει, προορισμό;

Στὶς μαῦρες τοῦ Παντὸς ἐρμιὲς
σπεῖρες γαλαξιῶν γυρίζουν,
σπίθα ἐπὶ σπίθα στροβιλίζουν,
κι’ ἐμεῖς εἴμαστε μιὰ ἀπ’ αὐτές.

Ποιός νὰ γνωρίζῃ τὸν σκοπὸ
ποὺ ἐγέρθηκαν ἢ ποῦ τὸ δείλι;
Ὅλα τὰ πνεύματα ῥωτῶ,
στέκουν… τὸ δάχτυλο στὰ χείλη.



Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Nyarlathotep

Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

 

Ἀπ’ τῆς Αἰγύπτου τ’ ἄδυτα, στὰ ἔσχατα φερμένος,
ὁ μαῦρος ἦρθ’ ἐξάγγελος, πού ’παν θεὸ οἱ φελλάχοι,
πρίγκηψ ἰσχνὸς καὶ σιωπηλὸς καὶ μυστικὰ ἐπαρμένος,
μὲ ἱμάτιο ὡς δείλι πορφυρό, στὸν κόσμο μπρὸς ἐστάθη.

 

Πλῆθος συνέῤῥεε μανιακό, τὸν λόγο του διψοῦσε,
μὰ ὡς φεῦγαν, τὰ ποὺ κήρυττε κάτι ἔκλεβ’ ἀπ’ τὴν μνήμη,
ἐνῷ τὰ ἔθνη ἐπάγωσε φριχτὴ κι’ ἀβέβαιη φήμη,
πὼς ἄγρια κτήνη τοῦ ἔγλειφαν τὰ χέρια ὡς προχωροῦσε.

 

Μετὰ ξέρασε ἡ θάλασσα στερηὲς καταραμένες,
τρούλλους χρυσοῦς φυκόπλεχτους ἀνέδυσαν οἱ αἰῶνες,
ῥαγίστ’ ἡ γῆ κι’ ἐσάρωσαν σελάων τρελοὶ τυφῶνες
τὶς ἀκροπόλεις τῶν θνητῶν ποὺ ἐτρέμαν κλονισμένες.

 

Τότε, ἄτσαλο σφυρί, χτυπᾷ στῆς μέθεξης τ’ ἀμόνι
τ’ ἄλογον χάος· κι’ ἐτίναξε στ’ ἄστρα τῆς γῆς τὴν σκόνη.


Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Στοὺς ὁμομητρίους κύνες Βροῦτο καὶ Λεοπόλδο

ρνζ΄

Στοὺς ὁμομητρίους κύνες Βροῦτο καὶ Λεοπόλδο

Μετὰ ποὺ κρούγει τὸ σπαθὶ τραβιέται στὸ σκουτάρι,
τὴν βάρκα πάει τὸ πέλαγο, μὲ δίχως τὸ κουπί.
Γοργὴ σαγίτα δὲν πετᾷ μὲ λάσκα τὸ δοξάρι,
χωρὶς τ’ ἀμόνι σίδερον δὲν σιάζει τὸ σφυρί.
Στὸ σκαλιστήρι τ’ ἀλαφρὺ μακρό, πρέπει, στειλιάρι,
καὶ μὲ τ’ ἀλφάδιν ὁδηγᾷ τὴν πέτρα τὸ μυστρί.

Μάρτυς τοῦ βασιληᾶ τὸ φῶς, μάρτυς οἱ ἀχτῖδες τοῦ ἄστρου,
τοῦ ἀρχαίου πρωτοβιγλάτορα, τοῦ τετραψήλου κάστρου,
ὅτι, στὲς χῶρες ποὺ φωτᾷ, ἡ φύσις ἔτσι ἀξιώνει,
ὅσα τὸ ζεῦγος καταχτᾷ, ὁ γεῖς δὲν τὰ ζυγώνει.
«Οὔτε ὁ Ἡρακλῆς μὲ δυό», τοῦ Ἀρχιλόχου ὁρμήνεια,
κι’ οἱ ποὺ ζευγάριν πολεμοῦν βαστοῦν τοῦ βιοῦ τὸ κῦμα.

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Ἡ κόρη καὶ ὁ γκρὰς



ρνστ΄

Ἡ κόρη καὶ ὁ γκρὰς

Φῶς αὐγινὸ νηοθώρητο, κινᾶ γιὰ νὰ σκαλίσει,
κρεμιέται ὁ γκρὰς στὸν ὦμον της, σιωπᾶ μὰ σὰν λαλήσει
ἀλὶ σ’ ἐκειὸν ποὺ θρασευτεῖ καὶ δὲν πισωπατήσει.

Κρύο σταμνί, δεκατιανό, τρώγει νὰ καρδαμώσει,
στὸ σοφραδάκι ,ἀνάγειρτον, τὸν γκρὰ ἔχει ἀπιθώσει,
τζοχανταραῖο στὸν δὲν σκιαχτεῖ, κατὴ στὸν ποὺ θ’ ἁπλώσει.

Φλόγα τὴν πλάσι ἐμάρανε, στὸν ἴσκιο ὕπνος τραβιέται,
πλάγι στὸ ἀφρόπλαστο κορμὶν ὁ γκρὰς λαγοκοιμιέται,
κ’ ἔχει τοῦ σκανδαλίζεται σκανδάλη καὶ πατιέται.

Λιόγερμα κ’ ἔρμη περπατεῖ, πάει τοῦ χωριοῦ τὸ μίλι,
παληὸ σκοπὸν ἐρωτικὸ τερέτιζαν τὰ χείλη,
στὸν θέλει βιάσει τὰ φιλιὰ ὁ γκρὰς καυτὰ θὰ στείλει.

Στὸ λιακωτὸ ἐδείπνησε, κοιμήθη στὸ κλινάρι,
πρόσμενε, λέει, τὸν ἀγαπῶ, στὸ ῥέμμα καβαλάρη,
ἀμὴ τὸν γκρὰ εἰς τ’ ὄνειρον βαστᾶ τὸ παλληκάρι.

Φῶς αὐγινὸ ξημέρωσεν, τὴν ἀνιμένει ὁ δρόμος.
«Φόβος τὰ ἔρημα φυλᾶ» διδάχνει ἄγραφτος νόμος,
τὸν γκρὰ ὁ τοῖχος ἄφηκεν καὶ τὸν φορτώθη ὁ ὦμος.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Ὁ θλιμμένος ἑκατόνταρχος ΙΙ


ρνε΄

Ὁ θλιμμένος ἑκατόνταρχος ΙΙ

Πολέμαγε ὁ κατόνταρχος σὲ κοῦρσα καὶ πολέμους,
στὸν πόλεμον ἀλάβωτος κ’ εἰς τὴν φιλιὰ λαβώθη.
Μὲ τὰ φεγγάρια ξαγρυπνᾶ, μὲ τ’ ἄστρη συντυχαίνει,
πηγαινοφέρνει τὶς σπαθιές, τ’ ἀγκάθια ξεκορφιάζει,
ἔρμος δειπνᾶ, πίνει βουβὸς καὶ ξέμακρος ῥεμβάζει.
-Ἄρχοντα ποιά σ’ ἐγήτεψεν, ποιά σὲ νεραϊδοπῆρεν;
-Κυρά μου ἐσὺ μ’ ἐγήτεψες, σὺ μὲ νεραϊδοπῆρες,
στὸ τρίστρατο ὅντες πέζευα, στὴν μαρμαρένια κρήνη,
κ’ ἤπια πιοτὶ τὰ μάγια σου κ’ αἰώνια ἀμπόδεσάν με.
Τ’ ἕνα πού ’δα τὸν κόλπο σου, σὰν γιόμιζες γερμένη.
Τ’ ἄλλο σὰν καλημέρισα κι ἀλαφιασμένη ἐστράφης.
Τὸ τρίτον ποὺ ἀντευχήθης με κ’ ἔμαθα τὴν φωνή σου.