Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

When I Have Fears



















Ποίημα τοῦ Τζὼν Κὴτς

Σὰν φόβοι μὲ στοιχειώνουνε πὼς ἴσως καὶ πεθάνω
προτοῦ θερίσῃ ἡ πένα μου τοῦ νοῦ μου τὰ σπαρτά,
προτοῦ ψηλοὶ βιβλιοσωροί, μὲ τὴν γραφή μου πάνω,
νὰ κλειοῦν, ἀμπάρια πλούσια, καρπίσματα μεστά…

σάν, στῆς νυχτιᾶς τ’ ἀστερωπὸ τὸ πρόσωπο, κοιτάξω
πελώρια σύμβολα θαμπὰ κάποιας μυθιστορίας
καὶ στοχαστῶ ποὺ ἴσως μὲ βρῇ τὸ τέλος πρὶν χαράξω
τὶς σκιές των, μὲ τὸ μαγικὸ χέρι τῆς εὐκαιρίας…

καὶ σὰν τὸ νιώθω, πάγκαλον μιανῆς ὥρας βλαστάρι,
ὅτι ἐσὲ τὰ μάτια μου δὲν θ’ ἀντικρύζουν πειά,
κι’ ὅτι ποτὲ δὲ θὰ εὐφρανθῶ τὴν νεραϊδένια χάρι
τοῦ ἔρωτα δίχως λογικὴ… τότε στὴν ἀμμουδιὰ

τοῦ κόσμου ἔρμος στέκομαι, σκέψεις κλωθογυρίζω
μέχρι ποὺ φήμη κι’ ἔρωτα στὸ ἀσήμαντο βυθίζω.  


Πίνακας: Joseph Severn



Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Dreamland













Ποίημα τοῦ Λιούις Κάρολ

Ὁμίχλες μεσονύχτιες σὰν πλανῶνται
κι ὅλα στὴ χώρα μέσα πιὰ κοιμῶνται,
οἱ κραταιοὶ νεκροὶ βαδίζουν γύρω
κι ἀργὰ μὲ προσπερνοῦν.

Ἅγιους, ἰδές, σοφοὺς καὶ ἀντρειωμένους
πῶς πέρ’ ἀπὸ καιροὺς ἀφανισμένους,
μ’ ὕφος ἱερατικό, βαρὺ τὸ βῆμα,
προβάλλουν, προσπερνοῦν.

Τ’ αὔγασμα στοῦ μεσημεριοῦ τὴν δόξα,
τὸ μούχρωμα, τ’ ἀχνὰ ἁπαλά του φῶτα,
γητεύουν τὴν ματιὰ μὰ θὲ νὰ σβήσουν,
νὰ σβήσουν νὰ χαθοῦν.

Μὰ ἐδῶ, στοῦ ὀνειρότοπου τὴν μέσι,
διαγουμιστῆ τὸ χέρι δὲν θὰ πέσει,
οἱ ὡραῖες ὀπτασίες ἡ σπάνια λάμψις
ποτὲ δὲν θὰ χαθοῦν.

Θωρῶ τοὺς ἴσκιους πέφτουν, μεγαλώνουν,
τοῦ παλαιοῦ οἱ μορφὲς ἀναβιώνουν;
Οἱ κραταιοὶ νεκροὶ βαδίζουν γύρω
κι ἀργὰ μὲ προσπερνοῦν.

Φωτογραφία: Oscar Gustave Rejlander

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

The Song of Wandering Aengus



















Ποίημα το Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Βγῆκα στὸ δάσος τὸ καστανωπὸ
γιατὶ τὸν νοῦ μοῦ ’καιγε μιὰ φωτιά,
κι’ ἔκοψα κι’ ἔξυσα ῥαβδὶ καστανωπὸ
κι’ ἀπάνω ἀγκίστρωσα μοῦρο σὲ πετονιά.
Κι’ ὅταν οἱ νυχτοπεταλοῦδες σήκωσαν φτερό,
κι’ ἄστρη νυχτοπεταλουδᾶτα τρέμαν στὴ νυχτιά,
τὸ μοῦρον ἔῤῥιξα στὸ ῥέμμα στὸ νερὸ
κι’ ἐψάρεψα μικροῦλα πέστροφα ἀσημιά.

Κι’ ὅταν στὸ ἔδαφος τὴν εἶχα ἀπιθώσει
κι’ ἄρχισα νὰ φυσῶ τὴν φλόγα νὰ φουντώσῃ,
κάτι ἐθρόϊσε στὸ ἔδαφος σιμά μου
καὶ κάποιος φώναξεν ἐμὲ μὲ τ’ ὄνομά μου:
Ἔγινε κόρη ποὺ ἀχνόφεγγε ἡ θωριά της,
μ’ ἄνθη μηλιᾶς ἦσαν γιομᾶτα τὰ μαλλιά της,
κι’ ἔτρεξ’ εὐθύς, σὰν φώναξε τὸ ὄνομά μου,
στὸν φωτισμένο ἀέρα κι’ ἔσβησε μακριά μου.

Καὶ ἂν ἐγέρασα πλέον νὰ τριγυρίζω
στοὺς λαγκαδότοπους καὶ νὰ λοφοδρομῶ,
ὅπου κι’ ἂν πῆγε θὰ τὸ μάθω, θὰ τὴν βρῶ,
τὰ χείλη της θὰ πιῶ, τὰ χέρια θὰ κρατήσω·
κι’ εἰς χλόη ψηλὴ καὶ παρδαλὴ θὲ νὰ βαδίσω
κι’ ὣς τοῦ καιροῦ τὴν παῦσι πάντα θὰ τρυγῶ
τοῦ φεγγαριοῦ τὰ μῆλα τ’ ἀργυρᾶ
καὶ τοῦ ἡλιοῦ τὰ μῆλα τὰ χρυσᾶ.

Σημείωσις: Aengus εναι θες το ρωτος 
κατ τν ρλανδικ μυθολογία.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Azathoth ἡ ἐπιστολὴ













Διασκευὴ τοῦ ποιήματος «Azathoth»
τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Στὴν Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

«Ἀγαπητὲ Χ

Σᾶς ἀποστέλλω τὸ ὑστερινὸν ἔργον τοῦ παράφρονος ποιητοῦ, ὃ καὶ μοὶ ἀνεθέσατε πρὸς ἀποκατάστασιν. Τὸ πρᾶγμα ἦτο δύσκολον, ὁμολογῶ, διότι μανιωδῶς ἐπειράθη νὰ καταστρέψῃ τὸ χειρόγραφον μετὰ τοῦ χαρτοκόπτου. Εἰς τὴν κακὴν ὄψιν τοῦ γραπτοῦ ἐπέτεινον καὶ αἱ ἐκτιναχθεῖσαι, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκπυρσοκροτήσεως τοῦ πυροβόλου ὅπλου, κηλῖδες αἵματος. Μέγα κρῖμα…  Ἡ, παρὰ τὸ χειρόγραφον, εὑρεθεῖσα φωτογραφία μὲ τὴν σημείωσιν: Ἐνθύμιον μικρασιατικῆς ἐκστρατείας – λάφυρον ἀπὸ τὸ τάγμα ντερβισάδων τῆς Ἰρέμ, φέρει εἰς τὸ προσκήνιον τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Πύλης. Ἡ ἀποτυπωθεῖσα, ἐπὶ τοῦ φωτογραφικοῦ χάρτου, στήλη εἰκάζω ὅτι ἐχαράχθη εἰς σφηνοειδῆ χεττιτικὴν γραφήν, τὸ δὲ ποιητικὸν πόνημα τοῦ αὐτόχειρος ἀποτελῇ μετάφρασιν αὐτῆς. Ἴσως εὑρισκώμεθα, φίλτατε, πρὸ συνταρακτικῶν ἀποκαλύψεων, ὅθεν ἀπαιτεῖται νὰ τηρηθῇ ἄκρα μυστικότης. Τὸ κοινὸν ἂς συνεχίσῃ νὰ πιστεύῃ εἰς τόν, περὶ ἀναιμάκτου παραδόσεως τῆς Θεσσαλονίκης, μῦθον. Ἂς μὴ μάθῃ ποτὲ διὰ τὴν μυστικὴν μάχην, ἣν ἔδωκεν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κατὰ τῆς φρουρᾶς τῶν φανατικῶν δερβίσηδων, πρὸς κατάληψιν τῶν τρομερῶν Κήπων τοῦ πασᾶ καὶ τῆς, ἐντὸς αὐτῶν εὑρισκομένης, ἐνεργοῦ Πύλης. Ἄνοιξις… ὁ τόπος λουλουδίζει καὶ ἡ νεκρὰ γῆ ἀνίσταται, φίλε μου, καθὼς αἱ γερμανικαὶ ἑρπύστριαι πατοῦν πλέον ἐπὶ ἐδάφους ἑλληνικοῦ. Ὅμως μικρὰν σημασίαν ἔχουν τὰ τοῦ κόσμου τούτου. Γρηγορεῖτε!

Καὶ τοὔνομα τοῦ ὄντος Ἀζατώθ;

Στὸ ἐξώτατο/ κενὸ μ’ ἔφερ’ ὁ δαίμων·
προσπεράσαμε/ τὸ Πᾶν κεκοσμημένον,
στὰ πυριφλεγῆ,/ πετῶντας, ἀστροσμήνη,
ἐκεῖ ποὺ χρόνος/ καὶ ὕλη δὲν ἁπλώνουν,
τὸ χάος μόνον,/ ἄπλαστο… δίχως χῶρο.
Κεῖ στὸ ἔρεβος,/ ὁ κύριος τῶν πάντων
ὁ τιτάνιος,/ μ’ ὀργὴ ψελλίζει ὅσα
ὀνειρεύτηκε/ κι ἀνέγνωρα τοῦ ἐμεῖναν·
καὶ πέριξ αὐτοῦ/ ὄντα σὰν νυχτερίδες
μὲ ῥευστὲς μορφές,/ πετοῦν κι ἀδέξια πέφτουν
σ’ ἀνόητες δῖνες,/ ποὺ φῶτα ἀναρριπίζουν.
Τρελὰ χορεύουν/ στ’ ὀξύηχο μοιρολόγι
ῥαγισμένου αὐλοῦ/ ποὺ τὸν γραπώνουν νύχια
πέλματος φριχτοῦ·/ ἐκεῖθεν ἀναβλύζουν
κύματα τυφλά,/ ποὺ οἱ τυχαῖες ῥοές των,
σὰν ὑφαίνονται,/ γεννοῦν κ’ εὐθὺς σφραγίζουν
τοῦ κάθ’ εὐθραύστου/ κόσμου τὸν στέρεο νόμο.
«Ἄγγελος εἰμὶ/ αὐτοῦ» εἶπεν ὁ δαίμων
ἐνῶ χτύπησε,/ βαθιὰ περιφρονῶντας
τὸν αὐθέντη του,/ τὴν κεφαλὴν τοῦ ὄντος.

ΥΓ: Ἡ νὺξ καθ’ ἣν ὁ φέρελπις λογοτέχνης ἐθέρισε τὸν στάχυν τῆς ζωῆς του, ἑορτάζεται ὑπὸ τῶν Φραγκολατίνων ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἀποκρυφιστῶν (σᾶς τὸ τονίζω) ὡς βαλπουργεία…»

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Aladdin













Ποίημα τοῦ Τζαίημς Ράσσελ Λόουελ

Μικρὸς σὰν ἤμουν πάμφτωχο ἀγόρι,
κ’ ἐζοῦσα σ’ ἕνα κάθυγρο κελλάρι,
δὲν εἶχα φίλο, μήτε καὶ παιχνίδι,
ἂμ εἶχα τοῦ Ἀλαδίνου τὸ λυχνάρι.
Σὰν ἄγρυπνος κρατιόμουν γιὰ τὸ ψῦχος
ἔκαιγα, μὲς στὸ νοῦ, φωτιὰ πλουσία,
κ’ ἔχτιζα, χρυσοσκέπαστα, δικά μου
πανώρια κάστρα, ἐκεῖ, στὴν Ἰσπανία.

Πάει καιρός, μόχτησα νύχτα μέρα
κι αὐγάτισα παράδες, δύναμι ἔχω,
μὰ ὅλους τοὺς ἀργυροῦς μου λύχνους δίνω
γιὰ ἐκεῖνον ὁποὺ πλέον δὲν κατέχω.
Λάβε ἀπὸ μένα, Τύχη, ὅ,τι διαλέξεις…
πλούτη ὅπως φέρνεις φέρνεις καὶ πενία·
ὅ,τι κι ἂν χάσω δὲν θὰ μὲ πονέσει,
κάστρα δὲν ἔχω, πιά, στὴν Ἰσπανία.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Silence



















Ποίημα το ντγκαρ λλαν Πόε

Βρίσκονται ἰδιότητες, φύσεις ποὺ συνταιριάζουν
μέσα τους ὕπαρξι διπλῆν, ἔτσι ὁποὺ γεννιοῦνται
γένη ὀντοτήτων διφυῶν συνάμα ὁποὺ πηγάζουν
κι’ ἀπὸ τὴν ὕλην κι’ ἀπ’ τὸ φῶς, στέρηο καὶ σκιὰ θωροῦνται.

Βρίσκονται δυὸ λογιῶν σιωπές, πέλαο κι’ ἀκτῆς τὰ μάκρη,
ψυχὴ καὶ σῶμα. Ἡ μιά τους ζῇ σ’ ἀγριοτόπια ἔρμα
μὲ νηόβγαλτο χόρτο ἁψηλό. - Κάποια καθιερωμένα,
τῶν ἀκριβῶν μας θύμησες, μνῆμες κοινὲς μὲ δάκρυ,
τὸν φόβο του ξορκίζουνε: Τ’ ὄνομα αὐτοῦ «Τὸ Τέρμα».

Αὐτὸς ἡ ἄλλ’ ἡ ἐνσώματη σιωπή· ὤ μὴν τὸν τρέμῃς!
Δὲν δύναται, αὐτεξούσιος, νὰ πράξῃ τὸ κακό·
μὸν πρέπει μοῖρ’ ἀπρόσμενη, (παρτίδ’ ἄωρα χαμένη)
νὰ φέρῃ σε τὸν ἥσκιο του νὰ σμείξῃς (τὸ στοιχειὸ
τ’ ἀνώνυμο, ποὺ περπατεῖ σ’ ἐρημικὸ τοπίο,
κεῖ ποὺ ἄνθρωπος δὲν πάτησεν) καὶ ν’ ἀφεθῇς στὸ θεῖο!



Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

The Book













Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

 

Κτήριο στν σκόνη, σβολερό, μίτος κε δηγοσε,
στν λαβυρίνθων τ στενά, γύρω π’ τς ποβάθρες·
πλασμάτων θαλασσόφερτων σμές, χύνονταν, λάθρες,
κι χλ σγουρ κι πόκοσμην ζέφυρος φυσοσε.


Στν ομβωτ βιτρίνα του καπνι κα πάχνη… ντς
βιβλίων σωρο χνοφαίνονταν, δεντροκορμο στριμμένοι
ψηλο ς τν στέγη, σάπιζαν· κα μέσα στοιβαγμένη
ρχαία σοφία σ θραύσματα, πάμφθηνος θησαυρός.


Μ’ θελξε! Μπκα! Σήκωσα, μ’ ράχνες, το σωρο
τν πάνω τόμο κ’ νιωθα, τ φύλλα πως γυρνοσαν,
τρόμο, λέξεις μφίσημες πο παινιγμος κρατοσαν
κάποιου, στο μύστη τν ματιά, φρικώδους μυστικο.


Γύρεψα νά βρω πωλητ μ περα, ν βοηθοσε, 
κανες… μονάχα μις φωνς ντίλαλος γελοσε!

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Ozymandias of Egypt













«Βασιλεὺς βασιλέων Ὀσυμανδύας εἰμί.
Εἰ δέ τις εἰδέναι βούλεται πηλίκος εἰμὶ καὶ ποῦ κεῖμαι,
νικάτω τι τῶν ἐμῶν ἔργων».

                                Διόδωρος ὁ Σικελιώτης                                                

Ποίημα τοῦ Πέρσυ Μπὺς Σέλλεϋ

Στὸν Φίλιππο Βαβουλάκη

Ἔσμειξα μὲ ταξιδιώτη πού ’ρθεν ἀπὸ ἀρχαία γῆ,
μοῦ ’πε: «Δυὸ γιγάντεια πόδια, λίθινα, δίχως κορμί,
ἐντὸς τῆς ἐρήμου στέκουν… Καὶ παρέκει, ἀπὸ τὴν ἄμμον
ὄψι ὅλο ῥωγμὲς προεξέχει κ’ ἡ ἀπαρέσκεια πού ’χει πάνω

στὰ συνοφρυωμένα χείλη κ’ ἡ στυγνοῦ δεσπότου χλεύη,
μᾶς γνωρίζουν πὼς ὁ γλύπτης καλῶς ξέκρινε τὰ πάθη,
ὥστε ἐπιζοῦν ἀκόμα, στ’ ἄψυχου ὑλικοῦ τὴν σκάφη,
καὶ ἡ χεὶρ ποὺ τὰ ἐμιμήθη κ’ ἡ καρδιὰ ποὺ εἶχαν θρέψει.

Κ’ ἕνα ἐπίγραμμα στὸ βάθρο, μὲ παρόμοια λόγια, κεῖται:
Βασιλεὺς τῶν βασιλέων, ὁ Ὀσυμανδύας εἰμί:
Σεῖς, τὰ ἔργα μου ὁρᾶτε, δυνατοί, καὶ ἀπελπιστεῖτε!

Τίποτε σιμὰ νὰ ἐσώθη. Τὸν ἀργὸ θάνατο, ζώνουν,
τοῦ κυκλώπειου ἐρειπίου, δίχως ὅρια καὶ γυμνοί,
ἔρμοι κι ὁμαλοὶ ἀμμοτόποι ποὺ ὣς τὰ πέρατα ἁπλώνουν».

Πίνακας: Alfred Clint



Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Exile



















Ποίημα το Χάρολντ Χρτ Κρέην

Τὰ χέρια μου ἡδονὴ δὲ νιῶσαν ἀπ’ τῶν χεριῶν σου τὸν καιρό,
- ὄχι – μήτε ἀπ’ τὸ «ἔχε γειὰ» γέλιο λευτέρωσαν τὰ χείλη·
καὶ μὲς στὴν μέρα ξεδιπλώνεται τὸ διάστημα τρανὸ
κι’ ἄφωνο μεταξύ μας σάν, τὸν ἀμμωνίτη τὸ κοχύλι.

Κι’ ὅμως, ἡ ἀγάπη ὑπομένει, κι’ ἂς μοναχὴ λιμοκτονῇ.
Περιστεριοῦ φτερὰ κολλοῦνε στὴν καρδιά μου κάθε βράδυ
μὲ τρυφερότη περισσή· κι’ ἂν φθάρη ἡ πέτρα ἡ κυανῆ
στὸ δαχτυλίδι πίστεως, πειότερο λάμπει στὸ σκοτάδι.


Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

In the Forest



















Ποίημα το σκαρ Γουάιλντ

(Στ πρωτότυπο τ μυθολογικ ν
εναι φανος κα χι ξωθι πως δ)

Ἔξω ἀπ’ τ’ ἀτόφυου δάσους τὸ λυκόφως,
ὣς πέρα, στὴν αὐγὴ τοῦ λειβαδιοῦ,
μέλη ἀπὸ φίλντισι, καστανομμάτα,
θεᾶται ἡ ξωθιά μου, ἰδού!

Χοροπηδᾷ ἀπ’ τὶς λόχμες τραγουδῶντας,
χορεύει καὶ ὁ ἥσκιος της μαζί,
διχάζομαι, ποιὸ ἀχνάρι ν’ ἀκλουθήσω,
τὸν ἥσκιον ἢ τὴν μουσική!

Ὦ κυνηγέ, τὸν ἥσκιο της ν’ ἀγρεύσῃς!
Ὦ ἀηδόνα, σὺ ν’ ἀδράξῃς τὸν σκοπό!
Ἀλλιῶς ῥωτόπληκτος μὲ μουσικὴ καὶ τρέλα
ματαίως θὰ τὴν ἀναζητῶ!


Φωτογραφία: Napoleon Sarony



Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

The Rose of the World



















Ποίημα τοῦ Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Ποιός ὀνειρεύτ’ ἡ ὀμορφιὰ πώς, ὄνειρον, περνᾷ;
Γιὰ τέτοια χείλη κόκκινα κι’ ἀγέρωχα ὅλο ὀδύνη,
-ὀδύνη ὅτι θαῦμα νηὸ δὲν μέλλει νά ’ρθῃ πειά-
σὲ νεκρικὴ φεγγοβολὴν ἡ Τροία μῦθος γίνη
καὶ πέθαναν τοῦ Οὔσνα τὰ παιδιά.

Ἐμεῖς κι’ ὁ κόσμος ποὺ μοχθεῖ εἴμαστε ποὺ περνοῦμε:
Ἐν μέσῳ ἀνθρώπινων ψυχῶν ποὺ ὑποχωροῦν μὲ δισταγμὸ
σὰν τὰ θολὰ τὰ ὕδατα, κατάκρυα ποὺ κυλοῦνε,
ὑπὸ τῶν ἄστρων τὴν πομπή, τ’ οὐράνιου θόλου τὸν ἀφρό,
ζῇ πάντα ἡ μοναχική της ἡ μορφή.

Ὑποκλιθῆτε ἀρχάγγελοι ἐντὸς τοῦ οἴκου σας τοῦ θαμποῦ:
Προτοῦ σεῖς κἂν ὑπάρξετε ἢ ἄλλης καρδιᾶς ῥυθμός,
βαριεστημένη καὶ ἁβρὴ παράστεκε στὸν θρόνο Αὐτοῦ,
τὸ Πᾶν Οὗτος ἐποίησεν νά ’ναι χλοερὰ ὁδὸς
στὴν θέα τοῦ ὡραίου της ποδιοῦ.


Φωτογραφία: Alice Boughton



Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Bright Star




















Ποίημα το Τζν Κτς

Ἄστρο λαμπρό, ὅπως καὶ σὺ νά ’ταν ν’ ἀκινητῶ,
μὰ ὄχι νὰ φέγγω μοναχός, νύχιος μετέωρος δείκτης,
μὲ βλέφαρα ποὺ δὲν σφαλνοῦν αἰώνια, νὰ θωρῶ
-τῆς φύσεως καρτερικὸς κι’ ἄγρυπνος ἐρημίτης-

τὰ ὕδατα, νὰ κυματοῦν σ’ ἱερουργία παληά,
καὶ τοῦ ἀνθρώπου τὶς ἀκτές, παγκόσμια, νὰ ἐξαγνίζουν·
ἢ ν’ ἀτενίζω, νηόστρωτη κι’ ἀφράτη, τὴν θωριὰ
χιονιοῦ, ποὺ βάλτους καὶ βουνὰ σκέπασε καὶ λευκίζουν…

Ὄχι! Μὰ λέω ν’ ἀκινητῶ κι’ ἄφθαρτος νὰ ξαπλώνω
στῆς ὄμορφης ἀγάπης μου τὰ στήθια τὰ μεστά·
νὰ νιώθω, αἰώνια, ἁπαλὰ πῶς πνέουν, πῶς φουσκώνουν,
κι’, αἰώνια, τρικύμισμα γλυκὸ νὰ μὲ ξυπνᾷ.

Κι’ ἀκόμα λέω ν’ ἀγροικῶ τὴν τρυφερὴ ἀναπνοιά της,
κι’ ἔτσι νὰ ὑπάρξω· ἢ ἂς χαθῶ μὲς στὴν λιγοθυμιά της.


Πίνακας: William Hilton

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Night



















Ποίημα το λόρδου Ντάνσανυ

Στὴν ἔρημην, πέφτει τὸ βράδυ,
Σαχάρα· σπίθα μὲ τὴν σπίθα
Ἄραβες, ποιοὶ ἦσαν δὲν κατεῖχα,
φωτιὲς ἀνάβουν στὸ σκοτάδι.

Κόκκοι τῆς στάχτης στὸν καπνὸ
κι’ ἕνας μικρὸς πῶς νὰ μαντέψῃ
ποιὰ ἡ φλόγα πού ’χει τον χωνέψει
ἢ γιὰ ποιόν, τρέχει, προορισμό;

Στὶς μαῦρες τοῦ Παντὸς ἐρμιὲς
σπεῖρες γαλαξιῶν γυρίζουν,
σπίθα ἐπὶ σπίθα στροβιλίζουν,
κι’ ἐμεῖς εἴμαστε μιὰ ἀπ’ αὐτές.

Ποιός νὰ γνωρίζῃ τὸν σκοπὸ
ποὺ ἐγέρθηκαν ἢ ποῦ τὸ δείλι;
Ὅλα τὰ πνεύματα ῥωτῶ,
στέκουν… τὸ δάχτυλο στὰ χείλη.



Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Nyarlathotep







 







Ποίημα το Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ


π’ τς Αγύπτου τ’ δυτα, στ σχατα φερμένος,
μαρος ρθ’ ξάγγελος, πού ’παν θε ο φελλάχοι,
πρίγκηψ σχνς κα σιωπηλς κα μυστικ παρμένος,
μ μάτιο ς δείλι πορφυρό, στν κόσμο μπρς στάθη.


Πλθος συνέρρεε μανιακό, τν λόγο του διψοσε,
μ ς φεγαν, τ πο κήρυττε κάτι κλεβ’ π’ τν μνήμη,
ν τ θνη πάγωσε φριχτ κι βέβαιη φήμη,
πς γρια κτήνη το γλειφαν τ χέρια ς προχωροσε.


Μετ ξέρασε θάλασσα στερις καταραμένες,
τρούλους χρυσος φυκόπλεχτους νέδυσαν ο αἰῶνες,
αγίστ’ γ κ’ σάρωσαν σελάων τρελο τυφνες
τς κροπόλεις τν θνητν πο τρέμαν κλονισμένες.


Τότε, τσαλο σφυρί, χτυπ στς μέθεξης τ’ μόνι
τ’ λογον χάος· κ’ τίναξε, στ’ στρα, τς γς τν σκόνη.