Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Ἡ ἀσπὶς τοῦ Νικίου


σπς το Νικίου

ρη΄

δειχν’ Συρακούσιος, φούσκωνε κα καυχιότουν.
«Θαυμάστε ἀσπίδα πορφυρ, χρυσόφαντο σκουτάρι,
ποὺ φραχν’ ες τν πόλεμο τν στρατηγ Νικία.
Κεῖνος κακοθανάτισεν, κουρσεύτη τ σκουτάρι,
μὲς στ ερ ν φαίνεται, τς πόλης μας πλουμίδι,
νὰ λέ πς βλάστησεν ντρειά, πς νθισε τ κλέος».
Κις ξέβημεν π’ τ ερά, στ πρτα στενοῤῥύμια,
προύχοντας περιλάλητος, μεσοδρομίς, λαχαίνει.
Διαλαλητὲς γνωρίζουν τον, αβδοχοι τν σημαίνουν,
σκουτᾶτοι κοντομάχαιροι, τρόγυρα, τόνε ζώνουν.
Κις λοι τόπον δωναν, το Συρακούσιου λέγω.
«Μὲς στ ερ κι’ ν φαίνεται, τς πόλης σας πλουμίδι,
σὰν δν ποτίζεται ντρειά, μαραίνεται τ κλέος.
Κόλλα στὸν τοχον, νθρωπε, ν πορευτ ωμαος».