Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Ὁ Διγενὴς καὶ ἡ φωτιὰ


Ὁ Διγενὴς καὶ ἡ φωτιὰ

ση΄

Ὁ Διγενὴς ἐπέζεψε τὴ νύχτα νὰ περάσῃ,
κι’ ἄναψεν ἀχαμνὴ φωτιὰ κι’ ὁλονυχτὶς καθότουν,
κι’ ἀμίλητος τὴν σκάλιζε κι’ ἄλαλος τῆς φηγιότουν.
Φηγήθη τοὺς πολέμους του, φηγήθη τὲς ἀντρειές του,
φηγήθη κάστρη καὶ λαούς, ἀρχόντους καὶ κοσμάκη,
φηγήθ’ ὡρηὲς κι’ εὐγενικὲς κι’ ἀκριβοφιλημένες,
φηγήθη καὶ μιὰ μήρισσα, τὴν κρυφοφιλημένη,
φηγήθη κι’ εἰς τὰ φωναχτὰ τ’ ὄνομα τῆς ἀγάπης.
Μὲ τὴν αὐγὴ τὴν ἔσβησε, μὴ τόνε μαρτυρήσῃ,
σελήνη τὸν παράκουσε, θὰ τῆς τὸ ψιθυρίσῃ.

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Εἰς τὸν ἐρχομό της


σζ΄

Τὴν ἀνιμένω * στεῤῥός, γαλήνιος, πρᾶος,
λιαχτιδάγγιχτον * πέλαγος ἡ ψυχή μου·
ἀμὴ στὸ κέντρο * νέφια, τυφῶν ἀγέρθη,
κι’ ὅσον ζυγώνει * ἀκέρηον μὲ σαρώνει.
Πῶς τὴν θεότη, * φτωχὸς πιστός, ν’ ἀδράξω;
Χείλη σπαρταροῦν, * χέρι’ ἀχαμνὰ καὶ τρέμουν·
λατρεῖες, τιμὲς * στὸ ζάλευκο κορμί της,
τέμενος σεπτό, * πῶς τάχα ν’ ἁγιοπράξουν;
Καὶ πῶς τὸ θαῦμα * λόγος νὰ ψαλμουδήσῃ;
Κύπρι μου βόηθα! * Ὦ Ἀφροδίτη σῶσον!

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Ὁ Δροῦζος πρίγκηπας


Ὁ Δροῦζος πρίγκηπας

σϚ΄

Στὴν Κωνσταντῖνα

Λέγει ὁ Δροῦζος πρίγκηπας σὰν φίλευε τὸν Διγενῆ
«Ἂν ἠμποροῦσαν, Διγενή, τ’ ἀνθρωπινὰ ὀμμάτια
νὰ ἰδοῦν βαθιὰ ὥσμε τὴν πηγή, τὴν ὕλη τὴν ἀγέννητη,
θά ’σβηναν ὕδατα, στερηές, ἄστρη, χωριά, παλάτια.
Σκοτάδι ἀτόφυο θ’ ἄστραφτεν, εἷς ζοφερὸς ὠκεανός,
κι’ ἐντὸς νὰ ῥέουν τὰ κύματα, τῆς Ῥέας Κυβέλης ὁ χορός.
Τοῦτα παλαιόθ’ ἐκήρυτταν τοῦ γένους σου ἄνδρες σοφοί».

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Ὁ γεωργὸς πειρατὴς


Ὁ γεωργὸς πειρατὴς

σε΄

Ἀγροῖκος χεροδύναμος ἔχασε τὴν σοδειά του
καὶ τώρ’ ἀπάνω δυὸ φορὲς τοῦ ἄρχοντος χρεωστεῖ.
Τ’ ἀλέτρι ἀλλάζει πέλεκυ, τὸ σκαλιστήρι λόγχη,
τὰ βόδια δρακοκάτεργο, τὴν γῆν ἁρμύρα ὁγρή.
Κι’ ὡς ἀναδυοβυθίζετον κι’ αὐλάκωνε τ’ ἀλέτρι,
ὅμοι’ ἀναδυοβυθίζεται ματόβρεχτ’ ἡ αἰχμή.

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Εἰς τὴν πρώτη νύκτα


Εἰς τὴν πρώτη νύκτα

σδ΄

«Ἐδῶ... τὰ μάτια σφάλισε, βουβὴ στητὴ ν’ ἀκινητῇς.»
κι’ ἥλιο τὴν κυκλοδρόμησεν, ἔψαυεν, ἔγδυνε, μετροῦσε·
- στὸ κανδηλέρι ἄστρο κερὶ λούζει τὸν κῆπο τῆς σαρκός -
κι’ ἀκέρηα ὡς τὴν ἐγύμνωσε, τυφλήν, ἀκέρηα τὴν φιλοῦσε,
φωτιὰ ποὺ δέντρο ἐφλόγωνε, μέχρι νὰ σωριαστῇ μ’ ἀχό.

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Εἰς τὴν λουομένην


Εἰς τὴν λουομένην

σγ΄

Πήλινη ἀφροκυλᾷ φωτιά, σκίζει τὸ λαγαρὸ νερό,
πλέει σπαθὶ στραφταλιστὸ στ’ ἄσπιλο φῶς τοῦ ἡλίου.
Κῦμα σαρκὸς στὰ κύματα, χορεύει ἀναγερτὴ ξωθιά·
γυμνὸ κορίτσι κολυμπᾷ σ’ ὕδωρ τῆς Μεσογείου.

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Μαντινάδα ΙΙ



Μαντινάδα ΙΙ

σβ΄

Χρόνε, τοῦ κόσμου ἁγιοφωτιά, τριζοβολᾷς στὰ σωθικά του,
τὴν θνητουριὰ καῖς κάγκανα, νὰ λαμπαδιάζῃ ἄσωτ’ ἡ στιά του.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Ὅμοιον ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει


σα΄

Θαύμασε, φίλε, * τῶν γυναικῶν τὸ σμάρι,
ψευτοδιάσημον * πῶς ἔχουν τριπλοζώσει,
στρατὸς Δαναῶν * στοῦ Ἰλίου τ’ ἅγια τείχη!
Αἴαντος ἐγώ, * πανουργιὰ Ὀδυσσέως,
γλῶσσα Θερσίτου * καὶ πεῖσμα Ἀχιλλέως,
Ἀγαμέμνονος * οἴησις· μέσα κούφιες
σὰν τὸ εἴδωλο * ποὺ ἐπλάγιαζεν ὁ Πάρις.
Ξερογλείφονται * γιὰ πλούτη ὡς τοῦ Πριάμου,
κι’ ἀπὸ κάλλη, ἂν πῇς, * οὔτε γρηᾶς Ἑλένης.

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Πρώτη σκηνὴ παραμυθιοῦ


σ΄

Πρώτη σκηνὴ παραμυθιοῦ

Ὁ ἥλιος ἐβασίλευσεν, ἡ πλάσις ἐνυχτώθη,
ἀστροεσπάρη ὁ οὐρανός, σκότος στὴν γῆν ἁπλώθη.
Δειπνοῦσιν οἱ οἰκοκύρηδες, γέρνουσι καὶ κοιμιῶνται,
ἔνε ἀδειανὰ τὰ τρίστρατα, οἱ ὁδοὶ δὲν περπατιῶνται.
Ἐδείπνησε ἡ κυρὰ μαμμή, δὲν γέρνει, δὲν κοιμᾶται,
στὸ παραγώνιν ἀγρυπνᾷ, πλέκει καὶ συλλογᾶται.
Βροντοχτυπᾷ ἡ θύρα της, τ’ ὁσπίτι ὅλον ἐσείσθη,
τὸ πλέκειν ἀπαράτησε, τὴν θύραν ἵν’ ἀνοίξῃ.
Κι’ ὅντες τὴν θύραν ἄνοιξε κι’ εἶδε τὸν ἐβροντοῦσε
σκιασθεῖσα ὀπισωπάτησεν ὡς κεῖνος προχωροῦσε.
Κατώφλι τὸ ἐδρασκέλισε κι’ ἔσκυψε ἵνα χωρέσῃ,
θηόρατος στάθη κι’ ἀγριοειδὴς εἰς τοῦ ὁσπιτιοῦ τὴν μέσι.
Ἀνδρὸς βουνίσιου εἶχε θωριά, μαλλιὰ σγουροπλεγμένα,
κι’ ἐχύνοντο ἐκ τὸ πρόσωπο, χείμαῤῥος, τ’ ἄγρια γένεια.
Κακὸς ἀέρας γύρω του καὶ τὴν καρδιὰν ἐκέντα,
λαφῖνα ποὺ ἀκρουμαίνετον χωσιὰ θεριοῦ στὰ δέντρα.
Τὰ ὀμμάτια ἐφέγγαν μοχτηρὰ στῆς ἄβυσσος τὰ βάτα,
γιομᾶτ’ ἀμόλευτο κακὸ καὶ πονηριὰ γιομᾶτα.
Κι’ εὐθὺς ὅντες ὡμίλησε, φωνὴ χονδρὴ ἐβγῆκε,
κι’ ἔγεμε ζόφο ἀνάχτιδον, βραδέως τῆς γραίας εἶπε:
«Κυρὰ μαμμὴ νὰ ὑπάγωμε, στ’ ὁσπίτι μου νὰ ὁρίσῃς,
γυναῖκα μου κοιλοπονεῖ, νὰ τήνε ξεγεννήσῃς…»

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Κρυοπηγὴ


ρϞθ΄

Κρυοπηγὴ

Φανέρωσέ το, μάγισσα, πῶς στ’ ὄνειρον ζυγώνω.
Δός μοι φτερὰ κεῖ νὰ πετῶ καὶ ξόρκια μπρὸς νὰ ψάλλω,
τὸ καστροπόρτι νὰ διαβῶ, νὰ μπῶ στὴν γῆ τοῦ ὀνείρου.
- Μὲ τὰ φτερὰ κεῖ δὲν πετᾷς, μὲ μαγγανειὲς δὲν μπαίνεις.
Τὸ πευκοδάσος νὰ διαβῇς ὣς τοῦ γιαλοῦ τὰ μέρη,
κι’ ἀστερομμάτα λυγερὴ νὰ σοῦ κρατῇ τὸ χέρι,
κι’ ὅντες πατήσῃς ἀμμουδιὰ στὸ καστροπόρτι κροῦσε.