Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Expectancy



















Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 21ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

γνωστο κάποια πράγματα γιατί μοῦ ἀφήνουν μία
αἴσθησι πὼς θὰ ἐκδηλωθοῦν θαύματ’ ἀγνώρου βύθους,
ἢ μιᾶς ῥωγμῆς ποὺ διέῤῥηξε τοῦ ὁρίζοντος τοὺς τοίχους
πρὸς κόσμους ποὺ μόνον θεῶν ἁρμόζουν νά ’ναι οἰκία.

Εἶναι μιὰ προσμονὴ ἀσαφὴς ποὺ κόβει τὴν ἀνάσα
ὅπως σ’ ἀρχαῖες τρανὲς πομπὲς π’ ἀνακαλῶ θολά,
ἢ σ’ ἄγριες περιπέτειες, βιωμένες νοερά,
μ’ ἔκστασι πλήρεις, ῥεμβασμοὺς ποὺ λεύτερα καλπάσαν.

Βρίσκεται σὲ λιογέρματα, κτηρίων παράξενες κορφές,
παληὰ χωριά, τόπους δασῶν, λειβάδια μὲς σ’ ὁμῖχλες,
νοτιές, λοφίσκους, θάλασσες, ὁλόφωτες πολίχνες,
κήπους παληούς, τραγούδι’ ἀχνὰ καὶ στῆς σελήνης τὶς φωτιές.

Κι’ ἐνῷ τὸ δέλεαρ αὐτῆς ἀρκεῖ ν’ ἀξίζῃ ἡ ζωή,
δὲν εἶν’ ὀφέλ’ ἢ μαντεψιὲς σὰν δίνεται τί ὑπονοεῖ.

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Τετραχρωμία


σιβ΄

Ἔρωτας γυμνὸς * δίπλα στὸ ἀνθογυάλι.
Κόκκινο τῶν ῥόδων, * λευκὸ τοῦ κορμιοῦ της,
μαῦρο τῶν μαλλιῶν, * πράσινο μισχοφύλλων.
Ζωὴ κι’ ἁγνότης * καὶ θάνατος κι’ ἐλπίδα.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Who has seen the wind?



















Ποίημα τῆς Κριστίνα Τζωρτζίνα Ροσέτι
  
   Καὶ ποιός εἶδε τὸν ἄνεμο;
   Μήτ’ ἐγὼ μήτε κι’ ἐσύ:
   Μὰ σὰν τὰ φύλλα κρέμωνται τρεμάμενα,
   ὁ ἄνεμος περνᾷ καὶ τὰ κουνεῖ.
  
   Καὶ ποιός εἶδε τὸν ἄνεμο;
   Μήτ’ ἐσὺ μήτε κι’ ἐγώ:
   Μὰ σὰν τὰ δέντρα γέρνουν τὰ κεφάλια τους,
   στὸν ἄνεμο ὑποκλίνονται θαῤῥῶ.


   Σχέδιο: Dante Gabriel Rossetti

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

To Helen



















   Ποίημα τοῦ Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε
 
   Ἑλένη, εἶν’ γιὰ μὲ ἡ δική σου καλλονὴ
   σὰν νικηφόρα τοῦ ἀρχαίου καιροῦ καράβια,
   ποὺ ἁβρά, πάνω σὲ θάλασσαν εὐωδιαστή,
   τὸν κουρασμένον ἀρμενᾶν ταξειδευτὴ
   μέχρι τὰ πατρικά του τ’ ἀκρογιάλια.
   
   Στ’ ἄγρια νερὰ παληὸ συνήθειο νὰ γυρνῶ,
   ἡ ὄψ’ ἡ κλασσική, ἡ ὑακινθένια κόμη,
   ἡ Ναϊάδα αὔρα σου μ’ ἔφεραν σπίτι δῶ
   στὴν αἴγλη ποὺ ὠνομάσθηκεν Ἑλλάδα,
   στὸ μεγαλεῖο ποὺ ἀπεκλήθη Ῥώμη.
  
   Νά! Στὴν λαμπρὴ κεῖ κόγχη τοῦ παραθυριοῦ
   μ’ ἄγαλμαν ὅμοια σὲ θωρῶ στέκεσ’ ὀρθή,
   λύχνον ἀχάτινο τὸ χέρι σου κρατεῖ!
   Ἄ, Ψυχή, ἀπὸ τὲς ἐπικράτειες ποὺ
   εἶναι Ἁγία Γῆ!
  
  
   Φωτογραφία: Edgar Allan Poe, χαρακτικὸ τοῦ Timothy Cole

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Εἰς τὸν βίον Α΄


Διασκευὴ ποιήματος τοῦ Ἰωάννου Γεωμέτρου

Τὴν ἀρετὴ θώρησα χθὲς ἀναμεσὶς στὴν πόλι,
ἀπ’ ἔξω μαυροφόραγεν κι’ ἐντὸς καρδιοθλιβόταν,
κι’ εἶπα «Τί καρδιοθλίβεσαι;» κι’ ἐκείνη μοὶ ἀπεκρίθη.
«Παραμερίστ’ ἡ φρόνησις, γωνιάστ’ ἡ ἀντρειὰ κι’ ἡ γνῶσις,
κι’ ἐδῶ θρονιάστ’ ἡ ἀγνωσιὰ κι’ ἀρχοντοδεσποτεύει
κι’ ἔχει καὶ συναρχόντους της τὴν μέθη, τὴν δειλία».


Τὴν ἀρετὴν χθὲς εἶδον ἐν μέσῃ πόλει
μελαμφοροῦσαν καὶ κατηφείας ὅλην·
τί δ’, ἠρόμην, πέπονθας; Ἡ δέ· νῦν ἔγνως,
τόλμα, φρόνησις, γνῶσις, ἐν ταῖς γωνίαις,
ἄγνοια δ’ ἄρχει καὶ μέθη καὶ δειλία.

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Εἰς τὸν βίον Β΄


Διασκευὴ ποιήματος τοῦ Ἰωάννου Γεωμέτρου

Ψυχή μου ἀπ’ τὲς καθημερνὲς τυράγνιες τί τραβιέσαι;
Μήτ’ ἔνι τέχνη νὰ εὑρεθῇ νὰ μὴν βαρυλυπιέσαι.
Ἡ γῆς πάει μὲ τ’ ἀγκάθια της κι’ ὁ βιὸς σκοτοῦρες σπέρνει,
ἔτσι ὁ Πλάστης τ’ ὥρισεν, πολέμα το καημένη.


Ψυχή, τί φεύγεις τοὺς καθημέραν πόνους;
Οὐκ ἔστιν εὑρεῖν τῆς ἀλυπίας τέχνην.
Τὴν γῆν ἀκάνθας, τὸν βίον δὲ φροντίδας
φέρειν ὁ Πλάστης ἐξεθέσπισε. Φέρε.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Εἰς τὲς Θερμοπύλες


Εἰς τὲς Θερμοπύλες

σια΄

Ἀνάβρυσαν κρηνοπηγὲς κι’ ὡρμῆσαν στὰ ποτάμια,
κι’ ὁ ποταμὸς τῆς ἀρετῆς τρανοφουσκονεριάζει,
κι’ οἱ Θερμοπύλες τρίστενες καὶ τὸ νερὸν ὑψώθη,
καὶ μετρημένο χύνεται κι’ ὀλιγοστὸ κυλάει,
κι’ ἐκ τὸν καιρὸ παραπερνᾷ κι’ ὅλον παρκάτω ῥέει,
κι’ ἄλλ’ ἤπιαν κι’ ἐσηκώθησαν κι’ ἄλλοι σκυμμένοι πίνουν
κι’ ἄλλοι σκυφτοὶ προσμένουν το, νὰ πιοῦν νὰ σηκωθοῦνε.

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Ὁ λέων τοῦ πόθου

σι΄

Μύρισε, φυλάξου, * βίγλισ’, ἀκουρμάσου,
φωτοθάλασσα * τὰ σκότη κουκουλώνει
ἐλαφῖνα μου· * μὰ κεῖ στὸ σπηληοστόμα
ληόντας ὁ πόθος, * κερί, παραμονεύει.
Φλέγετ’ ὁλόκορμος, * πυρών’ ὁλόγυμνος,
σ’ ὀνειρεύεται, * πεῖνα σαρκὸς τὸν λειώνει,
κι’ ὅμως, νά, βαστᾷ, * καρτερεῖ νὰ ζυγώσῃς.
Κι’ ἂν δὲν σὲ γευτῇ * κατάφλογος πεθαίνει
κι’ ἀνασταίνεται * κατάφλογος καὶ πάλι.
Πάλι πεῖνα τὸν δέρνει * ἂν σὲ σπαράξῃ
καὶ σπαράζεται * καὶ πάλι ἀργολειώνει.
Πύρινον κτῆνος * νεκροζώντανο, πάντα
καταραμένος * κι’ ὁλοτελῶς θλιμμένος.
Ὕδωρ τὸ κορμί, * φωτιὰ βρέχει, τὴν σβήνει.
Φωτιὰ τὸ κορμί, * βουτᾷ στὸ ὕδωρ, σβήνει.
Ἀνὴρ καὶ γυνὴ * γυμνοὶ στὴν πρώτη κλίνη,
στὴν στερνὴ καὶ σ’ ὅλες * ὕδωρ καὶ πῦρ, γυμνοί.

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Ὁ Διγενὴς καὶ ὁ Μανδαῖος


Ὁ Διγενὴς καὶ ὁ Μανδαῖος

σθ΄

Μανδαῖος τὶς προσεύχετον εἰς ποταμιοῦ τὴν ὄχθη
κι’ εἶδε περνᾷ ὁ Διγενὴς καὶ καλημέρισέ τον.
«Σὰν ποῦ ὑπάγεις, Διγενή, μέσα στοὺς Σαρακήνους;»
«Ὑπάγω εἰς τοῦ ἀμηρᾶ νὰ εἰποῦμε γιὰ τ’ ἀλλάγιον,
οἱ σκλάβοι νὰ λευτερωθοῦν, τέκνα νὰ ἰδοῦν γονέους,
γερόντοι κόρες καὶ ὑγιοὺς κι’ ἀντρόγυνα νὰ σμείξουν.
Μολόγησον, Μανδαῖε μου, τὸν ἀμηρᾶν ἠξεύρεις,
νὰ τόνε πάρω μὲ καλὸν ἢ νὰ τὸν φοβερίσω;»
«Ὡσὰν τὴ νύχτα, Διγενή, ἔνι κι’ ἡ ἀνθρωπότη.
Ὀλίγ’ οἱ ἀγαθόκαρδοι κι’ ὡς ἥλιοι στραφτολάμπουν,
οἱ ξύπνιοι κι’ ὀλιγόκαρδοι ὡς τ’ ἄστρη ἀχνοφέγγουν,
κι’ οἱ ἄκαρδοι καὶ πονηροὶ κρύβονται εἰς τὸ σκοτάδι.
Τὸν ἥλιον ὅλοι βλέπουσι, τ’ ἄστρη πολλοὶ ξεκρίνουν,
ἀμὴ ὁ παίζει τὸ σπαθὶ καὶ τὰ σκοτάδια νιώθει.
Ἥλιος λαμπρός, ἀστέρι ἀχνὸν ἢ βράχος στὸ σκοτάδι,
θὰ τόνε νιώσῃς, ἄρχοντα, τὸ φῶς του θὰ ζυγιάσῃς».

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Ὁ Διγενὴς καὶ ἡ φωτιὰ


Ὁ Διγενὴς καὶ ἡ φωτιὰ

ση΄

Ὁ Διγενὴς ἐπέζεψε τὴ νύχτα νὰ περάσῃ,
κι’ ἄναψεν ἀχαμνὴ φωτιὰ κι’ ὁλονυχτὶς καθότουν,
κι’ ἀμίλητος τὴν σκάλιζε κι’ ἄλαλος τῆς φηγιότουν.
Φηγήθη τοὺς πολέμους του, φηγήθη τὲς ἀντρειές του,
φηγήθη κάστρη καὶ λαούς, ἀρχόντους καὶ κοσμάκη,
φηγήθ’ ὡρηὲς κι’ εὐγενικὲς κι’ ἀκριβοφιλημένες,
φηγήθη καὶ μιὰ μήρισσα, τὴν κρυφοφιλημένη,
φηγήθη κι’ εἰς τὰ φωναχτὰ τ’ ὄνομα τῆς ἀγάπης.
Μὲ τὴν αὐγὴ τὴν ἔσβησε, μὴ τόνε μαρτυρήσῃ,
σελήνη τὸν παράκουσε, θὰ τῆς τὸ ψιθυρίσῃ.