Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

Φωτογραφία ΙΙΙ























Οἰκογενειακὴ φωτογραφία ἄνευ περιγραφῆς, μὲ ἄγνωστα σ' ἐμένα πρόσωπα.
Ἂν καὶ ἡ ἡμέρα φαίνεται ἡλιόλουστη, τὰ παιδιὰ μᾶλλον ἄκεφα. Ἐδῶ, σὲ τούτη τὴν πόλι, δὲν λάμπει τὸ ὑπέροχο λαγαρὸ φῶς τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου, τὸ ἀττικὸ θαῦμα, ἀλλὰ ἕνα φῶς θολὸ μεταφυσικῆς μελαγχολίας. Ἕνεκα φύσεως τὸ προτιμῶ.


Φωτογραφία ἱστολογίου 

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

Ἡ περόνη τῆς ἀθανασίας


Ἡ περόνη τῆς ἀθανασίας

ΙΙ

Σοῦ ἔτυχε ποτὲ νὰ ἔχῃς τραβήξει τὴν περόνη καὶ νὰ κρατᾷς σφιχτὰ στὴν φοῦχτα σου τὴν χειροβομβίδα; Καὶ ἐνῷ τὴν κρατᾷς νὰ νιώσῃς σχεδὸν ἀνεπαίσθητα καὶ ἄνευ βεβαιότητος, γιὰ μία καταραμένη στιγμή, πὼς σοῦ ξέφυγε τὸ δάχτυλο ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια; Καὶ τὰ δευτερόλεπτα ν’ ἀρχίσουν νὰ μετροῦν καὶ νὰ γνωρίζῃς ὅτι ἀπὸ τὸ 4 καὶ μετὰ ἴσως ὅλα τελειώσουν… Καὶ ἡ σκέψις σου νὰ ἐκραγῇ καὶ νὰ τρέχῃ μὲ ἀσύλληπτη ταχύτητα σὲ χιλιάδες πράγματα. Καὶ ν’ ἁπλώνεται στὸν χρόνο καὶ τὸν χῶρο σὰν κῦμα ὁποὺ ἡ γοργότητα τοῦ φωτὸς ὁμοιάζει μπροστά του μ κινησία.
     Παρακάτω στὴν θητεία του, σὲ μιὰν ἄλλη μονάδα, ὁ λοχίας  καθόταν στὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο τοῦ γραφείου του ἀπολαμβάνοντας τὸ στερνὸ ἡλιόφως τῆς δύσεως, ὅπως ἔβρεχε τοὺς ὀπωρῶνες μὲ τὶς ῥοδακινιές. Ἄναψε τσιγάρο καὶ κάπνιζε, ἀναστοχαζόμενος τὸ περιστατικό. Πρῶτα τὸ ἀστεῖον τοῦ πράγματος. Εἶδε ὡς τρίτος τὸν ἑαυτό του νὰ φωνάζῃ «Μοῦ ἔφυγε, τὴν ῥίχνω!» καὶ τὸν ἀνθυπολοχαγὸ δίπλα του «Ἰδέα σου εἶναι, κράτα την», καὶ φυσικὰ τὸ μέγα πλῆθος γαλλονιῶν, ἀστεριῶν καὶ φλογῶν νὰ βουτᾷ πανικόβλητο στὸ χιόνι. Χαμογέλασε! Ὅμως ἐκεῖ, ὁ μὲν νοῦς στὸ χιόνι τὰ δὲ μάτια στὸ δείλι, ἄρχισε νὰ κατανοῇ τὴν ἀθανασία. Ὅτι δηλαδὴ ἡ πραγματικὴ ἀθανασία, ὅθεν ἡ ἀληθινὴ ὕπαρξις, ἡ ὁποία φέρει τὸν νοῦ σὲ ἀπόλυτη, πλήρη ἐλευθερία, δὲν εἶναι τὸ ἀπεριόριστον τοῦ χρόνου ἀλλὰ ὁ ἐκμηδενισμὸς τοῦ χρόνου. Καὶ ὅσον ὁ χρόνος συῤῥικνώνεται ὁ νοῦς καλπάζει καὶ ξεδιπλώνεται μὲ τέτοιες πρωτόφαντες δυνάμεις ὁποὺ φαντάζει κάποιου εἴδους θεός. Καὶ ὅταν ὁ χρόνος δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον τότε μόνον ὁ νοῦς θὰ ὑπάρχῃ, ἀληθῶς ὁ κύριος, καὶ θ’ ἀστράφτῃ σὲ ὅλο του τὸ μεγαλεῖο! Ἡ σχέσις ἀντίστροφη. «Ἄ!» εἶπε σβήνοντας τὸ τσιγάρο, «Δὲν θέλω νὰ ζήσω γιὰ πάντα, ὄχι, ἀλλὰ νὰ σκορπίσω παντοῦ στὸ πάντα, κρυμμένος μέσα σὲ μιὰ στιγμή». Καὶ ἔκτοτε προσπαθεῖ νὰ παίζῃ μὲ τὸν χρόνο.

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2019

Φωτογραφία ΙΙ















Συγγενεῖς χωρισμένοι, συγγενεῖς λησμονημένοι, μετὰ τὴν μικρασιατικὴ καταστροφή.
Ἐμεῖς ἐγίναμε Μακεδόνες, ἐκεῖνοι Κρητικοί. Οἱ Πεχλιβάνηδες.
(Πῶς ἔγραφαν κάποτε οἱ Ἕλληνες)


Φωτογραφία ἱστολογίου

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

Θερινὸ δῶρο


Θερινὸ δῶρο

Ι

Εἶχε τὸ συνήθειο πρὸς τὰ τέλη Αὐγούστου ἢ κάπου μέσα στὸν Σεπτέμβρη νὰ κατεβαίνῃ στὸ ἐξοχικὸ γιὰ ἕνα Σαββατοκύριακο, ἐντελῶς μόνος. Δὲν ἐπικοινωνοῦσε τηλεφωνικῶς μὲ κανέναν μήτε καὶ ἤθελε παρέες· ἀπομόνωσις. Γέμιζε τὴν ὥρα του μελετῶντας Πλάτωνα καὶ μὲ μακρυνοὺς περιπάτους, νὰ τὸν συντροφεύῃ πάντα τὸ δάσος δίπλα, μὲ τὸ κῦμα ἀρχεγόνου μυστηρίου ὁποὺ ἀνέδυεν, ὅμως πρωτίστως μὲ τὴν κάθοδο στὴν θάλασσα. Ἐκεῖ, στὴν γνωστὴ μὲν παραλία ἀλλ’ ἀρκετὰ μακριὰ ἀπὸ τοὺς λιγοστοὺς λουομένους, κολυμποῦσε τ’ ἀπογεύματα πολύ, καὶ κατόπιν ἐπάνω στὸν ἄμμο βυθιζόταν προσπαθῶντας ν’ ἀναπλάσῃ, μὲ ἐργαλεῖα του τὴν σκέψι καὶ τὴν ὅρασιν, ἕνα τοπίο παρθένο, μιὰν αἴσθησι «μυκηναϊκῆς» ἐποχῆς, λὲς καὶ νὰ ἔβλεπε ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ πὼς ζυγώνουν τὰ κάτεργα τῶν λαῶν τῆς θάλασσας, ἴσως καὶ οἱ Μίνυες ἥρωες ἀργοναῦτες.
     Τὸ ἀπόγευμα ἐκεῖνο, ἂν καὶ ἀρχικῶς μόνος, ἀπέκτησε ἀργότερα παρέα. Ἕνα νεαρὸ ζευγάρι, τοῦ τύπου τῶν δεινῶν κολυμβητῶν οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται ν’ ἀνοίγωνται, μὲ βατραχοπέδιλα καὶ μάσκες, στὰ βαθιά. Δὲν τοὺς ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία, ἄλλως τε τὴν περισσότερην ὥρα ἦσαν χαμένοι, εἶδε ὅμως ἢ νὰ ποῦμε καλύτερα, ἕνεκα ἀποστάσεως, ἔνιωσε πὼς τὸ κορίτσι ἐνίοτε τὸν κοιτοῦσε μὲ λοξὲς ματιὲς καὶ πὼς μᾶλλον ἦταν ὄμορφο καὶ καλλίγραμμο, ἔτσι ἔμοιαζε. Ὁ ἥλιος ἔδυε πλήρης μεγαλείου καὶ σὲ σημεῖα ἔλαμπε πολὺ ἐπάνω στὸ διάφανο νερὸ ὅταν ἀποφάσισαν νὰ βγοῦν καὶ κολυμποῦσαν ἀργὰ πρὸς τὴν ἀκτή. Τὸν πλησίαζαν, ὁ ἄντρας σὲ ἀρκετὴ ἀπόστασι ἀλλὰ τὸ κορίτσι πρὸς τὸ μέρος του.  Ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετὰ ἐννόησε ὅτι ἐρχόταν καταπάνω του, ἐξεπλάγη· μὰ δὲν μὲ βλέπει; Θὰ συγκρουστοῦμε! Εἶπε νὰ παραμερίσῃ, τέλος ἐστάθη πατῶντας γερὰ στὸν βυθό. Προσπέρασε κοντά του, ξυστὰ ποὺ λένε, καὶ ἂν ἅπλωνε τὰ χέρια τὴν ἔπαιρνε ἀγκαλιά. Κολυμποῦσε νωχελικά, γεμάτη χάρι καὶ παρατήρησε μὲ λεπτομέρεια τὸ κορμί της. Ἦταν μετρίου ἀναστήματος, ἀντικειμενικὰ καλλίγραμμη καὶ ἐλαφρῶς, σὲ σημεῖο μὴ ἀπωλείας θηλυκότητος, γυμνασμένη. Μόλις πέρασε ὁλόκληρη γύρισε ἀπότομα τὸ κεφάλι της καὶ τὸν κοίταξε κατάβαθα στὰ μάτια. Εἶχε λαμπερὰ μάτια καὶ ὄμορφο πρόσωπο, τὰ μαλλιά της ἀνοιχτὰ καστανά, πιασμένα κοτσίδα, ἔλαμπαν στὸν ἥλιον ὑγρὰ ὁμοίως. Ἐκεῖνο τὸ βλέμμα νὰ λησμονηθῇ ἀδύνατον, ὁ χρόνος δὲν βγαίνει πάντα νικητής. Ἀναμφιβόλως βαθύτατα ἐρωτικὸ μὰ καὶ κάτι πέραν αὐτοῦ σὰν νὰ ἔλεγε «Σοῦ τάζω, θὰ δῇς… πίστεψέ με γιὰ σένα… νὰ θυμᾶσαι…»
     Βγῆκαν στὴν ἀμμουδιὰ καὶ σκουπίστηκαν καλά. Πέρα μακριὰ κάποιοι, σχεδὸν κουκκίδες, ἔπαιζαν βόλλεϋ. Καί ἐκεῖνος τραβήχτηκε πρὸς τὰ ῥηχά, δὲν γνώριζε γιατί ἁπλῶς ἔτσι τὸ ἔνιωσε, ὅμως δὲν βγῆκε παρὰ ἔμεινε περὶ τὰ δέκα μέτρα μέσ’ ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἔσκαγε γαλήνια τὸ κῦμα. Τὰ γένεια του βαρειὰ ἀπὸ τὸ ἁρμυρὸ νερὸ καὶ τὰ μαλλιά του γυρισμένα πρὸς τὰ πίσω καὶ στεκόταν ὄρθιος πατῶντας στὸν βυθὸ καὶ κρυφοκοιτῶντας ἐνίοτε τὸ κορίτσι, ἀναλογιζόμενος τὸ περίεργο βλέμμα της. Ὁ φίλος της ἄρχισε νὰ παλεύῃ μὲ τὰ πράγματά τους καὶ τὸν ἐξοπλισμό, τέσσερα πέντε μέτρα παρέκει, στραμμένος πρὸς τὸ γήπεδο τοῦ βόλλεϋ, ὥστε νὰ μαζέψῃ νὰ φύγουν, ἐνῷ ἐκείνη στεκόταν ὀρθή, σὲ εὐθεῖα γραμμὴ μὲ τὸν μοναδικὸ πλέον κολυμβητή. Πρῶτα ἔβγαλε τὸ ἐπάνω μέρος ἀπὸ τὸ μαγιό της καὶ ἀκολούθως σκύβοντας, μὲ γρήγορη κίνησι, καὶ τὸ κάτω καὶ ὅταν σηκώθηκε ξανὰ ἔστεκε πλέον μπροστά του ὁλόγυμνη. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ μία ἀπὸ τὶς στερνὲς φωτιὲς τοῦ ἡλίου ἔπεσε στὸ κορμί της καὶ ἔβαλε τὸ χέρι της προστασία νὰ ἡσκιάσῃ τὰ μάτια της. Ἔμεινε ἔτσι τέσσερα πέντε δευτερόλεπτα, χωρὶς νὰ τὸν κοιτάξῃ κἄν, σὰν νὰ ἔπαιρνε πόζα. Ἐνόσῳ τὴν ἔβλεπε σκεφτόταν πὼς ἴσως ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἡ καρδιά της νὰ χτυποῦσε δυνατά, γεμάτη ταραχὴ καὶ ἔξαψι. Ὁ ἴδιος δὲν αἰσθάνθηκε τίποτα σεξουαλικό, ἀλλὰ ἡ καρδιά του ἔλειωσε γεμίζοντας ζεστασιά. Πλέον καλῶς ἐννοοῦσε τὸ  πρότερο βλέμμα της. Τοῦ εἶχε κάνει ἕνα δῶρο θερινό, δῶρο θερινῶν ἀναμνήσεων, μία ἄγνωστη πρὸς ἕναν ἄγνωστο. Τὸν εἶχε κάνει κοινωνὸ τοῦ κάλλους της γιατὶ ἔτσι, γιατὶ τὸ θέλησε, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εὕρισκε ἐξαιρετικὰ ὄμορφο καὶ ἁγνό. Κατόπιν ντύθηκε γοργὰ καὶ ἐντὸς ὀλίγου ἀπεχώρησαν… χωρὶς νὰ τὸν κοιτάξῃ κἄν.
     Τὸ βράδυ, ξαπλωμένος στὸ σπίτι, σκέφτηκε πάλι τὸ γεγονός. Στιγμιαίως ἀναρωτήθηκε ἂν τὸν σκεφτόταν τὸ κορίτσι. Παντελῶς ἀνόητη σκέψις, φυσικὰ τὸ κορίτσι ἀγαποῦσε ἢ ἔστω ἐπιθυμοῦσε τὸν φίλο της, αὐτὸ τὸ ὁποῖο συνέβη ἦταν θηλιὰ στὸν χρόνο, ὅπως εἶχε διαβάσει σὲ κάποιο βιβλίο, μιὰ μικρὴ αἰωνιότητα νὰ χάνεσαι μέσα στὰ δύσκολα. Δὲν θὰ τὸ κατέστρεφε μὲ σκέψεις τιποτένιες ἀντρικές. Σηκώθηκε καὶ πῆρε ἀπὸ τὸ ψυγεῖο μιὰ μπύρα, κάθισε στὸ μπαλκόνι ἀνοίγοντας πρῶτα τὴν μπύρα καὶ ὕστερα τὸν Φαίδωνα τοῦ Πλάτωνος. Ἀπόψε τὸ πρόγραμμα εἶχε κάταστρον οὐρανὸ Χαλκιδικῆς καὶ ἀθανασία. «Ἴσως κάποτε γράψω γιὰ σένα» εἶπε, καὶ ξεκίνησε νὰ διαβάζῃ.

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

Θυσία


Θυσία

σμ΄

Ὡς στήλη ἁγνόφαντου φωτὸς κι’ ἀχτιδανθὸς τοῦ ἡλίου,
κι’ ὡς νύχιας μπόρας κεραυνὸς κι’ ἄχραντη αὐγὴ λειμῶνος,
κι’ ὡς ἐρμοκέρι ὁποὺ φωτάει τὴν προσευχὴ κελλίου,
θά ’ρθῃ βουβὴ κι’ ὁλόγυμνη, στὰ σκότη ὡς γέρνω μόνος.

Γυμνὸς θὰ πέσω ἐν γόνασι, μηροὺς θὰ στηθαγγίξω,
θ’ ἀνακαλέσω ἀκρόγλωσσα τοῦ ἔρωτος τὸ δαιμόνιο,
τὸ ἀφροπλασμένο σῶμα της στὰ μπράτσα θὰ τυλίξω,
ματιῶν, κορμιῶν σχῆμα νοητό, τρίγωνον ἀμβλυγώνιο.

Κι’ ὡς χορευτὲς θὰ στρέψουμε κι’ ὡς ὀρθωθῶ θὰ πέσῃ,
λάμψι τοῦ ἀπείρου ὡς ἁπλωθῇ τὸ πᾶν θ’ ἀποθαυμάσω,
τοῦ ὅλου τὸ θεῖον τύπωμα καὶ τῆς ἑστίας τὴν μέσι,
χείλη ὥσμε ἀκροδάχτυλα μὲ ὑγρὴ φωτιὰ θ’ ἀργάσω.

Σεπτὰ κατόπιν θὰ διαβῶ τὲς πύλες τῆς ἁρμύρας,
κι’ ὡς δράκων εἰς γυμνὸ κλαδὶ γύρω μου θὰ κρεμάσῃ,
θὰ λειαίνουν σκάφες πήλινες οἱ χτύποι θείας λύρας
ὥσπου ὡς βροχὴ ἐν κύμασι στὴν σάρκα ἡ σὰρξ περάσῃ.

Στρόβιλος τότε θέλει ἀρθῆ στὴ νύχτα τὴν μεγάλη,
τ’ ἄστρα, θεοὶ πυρίκορμοι, θὰ ἰδοῦν τὰ ψυχοαχνάρια,
νὰ παίζουν δυὸ φωτόσφαιρες, ἡ μιὰ γύρω ἀπ’ τὴν ἄλλη,
στιγμὲς εἰς μιὰ νὰ σμείγωνται, ν’ ἀστράφτουν πειὸ καθάρια.

Μὰ κι’ οἱ ἀσώματοι θεοὶ θὰ ἰδοῦν σ’ ἄφτορη φύσι
κυνηγητό, ἀγκαλόγελα παιδιῶν στ’ ἄνωρο δείλι,
πολλὰ θὰ εὐφρανθῇ ἡ κυρά, κάλλος θ’ ἀντιδωρίσῃ·
κι’ αὔριο θὰ εἰποῦν οἱ φίλες της «Ἀπόψε λάμπεις, φίλη!»

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

In a Garden




















Ποίημα τῆς Αἴμυ Λόουελ

Ἀναβλύζον ἐκ τῶν στομάτων λιθίνων ἀνδρῶν
ὥστε ν’ ἁπλωθῇ ξέγνοιαστα κάτω ἀπ’ τὸν οὐρανὸ
μέσα σὲ γρανιτόχειλες λεκάνες,
ὅπου ἴριδες τσαλαβουτοῦν τὰ πόδια των
καὶ θροΐζουν στὸ πέρασμα τοῦ ἀνέμου,
τὸ νερὸ γεμίζει τὸν κῆπο μὲ τὴν φούρια του,
ἐν μέσῳ τῆς γαλήνης κοντοκομμένων γρασσιδιῶν.

Ὑγρασία μυρίζουν οἱ φτέρες σὲ λίθινες σήραγγες,
ὅπου σταλάζουν καὶ ῥαντίζουν τὰ συντριβάνια,
μαρμαρινὰ συντριβάνια, κιτρινωπὰ ἀπ’ τὸ πολὺ νερό.

Καταβρέχοντας βρυοκηλιδωτὰ σκαλοπάτια
πέφτει, τὸ νερό·
καὶ ὁ ἀέρας νὰ πάλλεται μὲ δαῦτο·
μὲ τὸ κελάρυσμα καὶ τὴν ῥοή του·
μὲ τὸ πηδηχτό, καὶ βαθύ, δροσερὸ μουρμουρητό του.

Καὶ εὐχήθηκα γιὰ νύχτα καὶ γιὰ σένα.
Ἐπιθυμοῦσα νὰ σὲ δῶ μέσα στὴν πισσίνα,
λευκὴ καὶ γυαλιστερὴ μέσα στὸ ἀσημόστικτο νερό.

Ἐνόσῳ τὸ φεγγάρι πήγαινε πάνω ἀπ’ τὸν κῆπο,
ψηλὰ στὴν ἁψῖδα τῆς νύχτας,
καὶ τῶν πασχαλιῶν ἡ εὐώδια ἦταν βαρειὰ μὲ τὴν σιγαλιά.

Νύχτα καὶ τὸ νερό, καὶ σὺ στὴν λευκότητά σου, λουομένη!


Φωτογραφία: Bachrach
"MS Lowell 62 (5), Houghton Library, Harvard University"

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Ἰαλδαβαὼθ (Hells Angel)


Ἰαλδαβαὼθ (Hells Angel)

σλθ΄

Στὸ παληοβενζινάδικο, σὲ κολασμένους δρόμους,
μὲ ἄνοια γεροντικὴ μέν’ ἡ κυρὰ Σοφία·
ἀρχοντοκόρη τὴν μιλοῦν, πανώρηα καὶ πλουσία,
μὰ ἐζευγάρωσ’ ἄνομα, χάθη στοὺς ὑποκόσμους.

Καρπός της ὁ Ἰαλδαβαώθ, ἡγήτωρ καθαρμάτων,
σπρώχνει σκληρὰ ναρκωτικά, πουλάει προστασία,
σάρκα κι’ ὅπλα ἐμπορεύεται, σπέρνει νεκροταφεῖα,
«Τρελὸ θεὸ» τὸν ἐξυμνοῦν! Ὅμιλος βδελυγμάτων.

Τὴν λεωφόρο μὲ ψιλόβροχο διασχίζουν,
στὰ πανωφόρια των λεοντόφιδο ῥαμμένο,
μαῦρο μελίσσ’ οἱ μηχανὲς σειριὰ βουίζουν,
στῆς φάλαγγος τὴν κεφαλὴ ὂν ἐπῃρμένο.

Κάποτε νιώθ’ ἡ μάννα του, στὸ φῶς ἁγνὴ γυρίζει,
τῆς γειτονιᾶς φτωχόπαιδα τριγύρω της μαζεύει,
δίνει γιὰ φῶς, νὰ θερμανθοῦν, παληὰ βιβλία δανείζει,
χαϊδεύει τα, γλυκογελᾷ, μὲ δάκρυ τὰ ὁρμηνεύει:

«Λάθεψα κρίματα βαριόμοιρα, παιδιά μου,
αἰτία ἐγὼ τῆς πυργωμένης φυλακῆς σας,
θρέφτε τὸν ἄσπιλο σπινθῆρα τῆς ψυχῆς σας,
γκρεμίστε τὴν ψευτιά, φυγέτ’ ἀπὸ δῶ χάμου!»

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Ὑδροχοϊκὸς


Ὑδροχοϊκὸς

σλη΄

Εἶμαι παιδὶ δεκάχρονο, φορῶ ξέφτια πορφύρας,
ζυγὸν ὑψώνω ἡλιαντικρύ, σταμνὶ ἀδειανὸ βαστάω,
ἀγύρτης πάω γυμνόποδος, ῥηγόπρεπα περνάω,
κηρύττω ἀνάβρα μυστικὴ μιᾶς ὑπερούσιας μοίρας.

Ἐνώπιος στὸν ποταμὸ κι’ ὁ ποταμὸς τραβιέται,
γέρνω στὴν λίμνη, ἐστέρεψε, ζητῶ βροχή, ἐβουβάθη,
μοῦ ἐπούλησαν σκασμένη γῆ γιὰ ὑδάτινο χωράφι,
τ’ ἄνυδρο χῶμα ἔγλειψα μὰ ἡ δίψα ποῦ νὰ σβηέται.

Ὑγιὸς τῆς Κύπριδος κι’ ἀγγόνι τ’ Οὐρανοῦ,
τ’ ἀρχῆθεν Κάλλος πίνω λαίμαργα στὸ νοῦ·
τ’ ἁβρὸ ἡ γεωμετρία τ’ ὄνειρό μου,
ἀμμόκαστρο στὲς θύελλες τοῦ χρόνου.

Δὲν ἤμουν, λέω, γιὰ τὴν ζωή, μήτ’ ἡ ζωὴ γιὰ μένα,
ἀλύγιστος ἡ δύναμις, τὴν ἐμμορφιὰ σκεβρώνει…
στέρηο ἂν παγώσῃς κάθ’ ὁγρὸ ἡ ἀστροβολιὰ τὸ λειώνει,
στὸν ἥλιο τῆς ἀγάπης Σας εἴθε νὰ λειώσω πνέμμα.

Ἄνασσα Κύπριδα, πρωτόγερε Οὐρανέ,
πῶς ἐδουλώθην, πῶς συντρίφτηκα χαμαί·
ξυλόκαρφα μὲς στὴν ψυχὴ μοῦ χώνουν,
τρελὸν ἀριστοκράτη μὲ σταυρώνουν.

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

Εἰς τὸ κενὸ τοῦ Βοώτου


Εἰς τὸ κενὸ τοῦ Βοώτου

σλζ΄

Μὲς στὸν παιδίσιον ὕπνο του πάντ’ ἤρχοντο κυράδες,
ἀμὴ τὸ τὶ τοῦ ὡρμήνευαν κρυφὸ πολὺ νὰ εἰπῇ,
ὥσπου τὴν πρωταντίκρυσε, τρανὴ κυρὰ κι’ αὐτή,
κι’ ἀρνήθη κάλλη πρόστυχα καὶ τοῦ ἔρωτος μαινάδες.

Νά ’ναι ἀπ’ τοὺς πολύαστρους τοὺς κόσμους δῶ φερμένη;
Γράφει τραγούδια, παίγνια καὶ γρίφους, κοφτερή,
σβήνει τὸ χαμογέλιο της τῶν ἥλιων τὴν ὀρδή,
βαθύκαρδη κάθε ἀχαμνοῦ τὸν πόνον ἀνασαίνει.

Μὲς στοῦ Βοώτου τ’ ἄνορο κενὸ
γῆς ἥλιου πάντερμου, δίχως φεγγάρι·
τὴν ἄναστρη νυχτιὰ ξύπνιος θωρῶ,
τῶν ἄστρων ὀνειρεύομαι τὸ ἑσμάρι.

Κείνη κι’ ἂς δὲν τὸν ἀγαπᾷ, στὸ νοῦ πλήθια τὴν φέρει
σ’ ἁγνὴ ἀνοιξιάτικη ἀμμουδιὰ ν’ ἀγάλλῃ ἀναγερτή,
σὲ δάση, ἁβροχίτωνη, νὰ σιγοτραγουδῇ,
ν’ αὐγάζῃ, ὄναρ λευκόσαρκο, σιμὰ στὸ πτωχοκέρι.

Στάλες πυρὸς τὰ χάη δῶ δὲν τρυποῦν,
μιὰ φοῦχτ’ ἀλῆτες σκόρπιοι γαλαξίες·
στοὺς ζόφους τὴν ψυχή μου ὁδηγοῦν
τῶν νεραϊδοματιῶν σου οἱ ἀστερίες.

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2019

Παρακλητικὸν


Παρακλητικὸν

σλϚ΄

Τὴν Λήθη σφιχτοχέριασα, τὸν ἄστρεφτο λαιμό της,
κι’ ἀνήλεα τὸν αὐλάκωσε κι’ ἤπι’ αἷμα τὸ σπαθί μου,
κι’ ὡς ἐσωριάζετο ἄλαλη ἀγρίως ξερνᾷ ἡ ψυχή μου
βαθιὰ στ’ ἄφλογα μάτια της τὸν ἄρειο, ἁψὺ κρωγμό της.

Σπαρνῶντας ἐθηκάρωσα, βουνὸ ξεκρίνω πέρα,
στὴν κλωναρόπλεχτη νυχτιὰ βαδίζω τὴν φυγή μου·
νὰ βγῶ ἀπ’ τὰ ἐρέβη τῶν δεντρῶν τὸν δρόμον ὁδηγεῖ μου
ἀκρόκορφα ἕνα μέγαρο ποὺ λάμπει ὡς θέρους μέρα.

Ἡλιοκυρά μου ἀνέσπερη, ὦ Μνήμη,
ποὺ ἀπ’ τοῦ μεγάρου σου τοὺς προμαχῶνες
ἀνήσκιωτους γνωρίζεις τοὺς αἰῶνες,
δεῖξε τῆς λευτεριᾶς τὸ στενοῤῥύμι.

Μὰ κι’ ἂν τὴν Λήθη ἐφόνευσα πρῶτον καὶ μύριους φόνους,
κακὸ στοιχειὸ ἀνασταίνεται, χυμάει καὶ μὲ δαγκώνει,
στοὺς ἀβυσσαίους δρόγγους της μὲ σέρνει καὶ μὲ χώνει,
στραγγίζει κάθε θύμησι, πίνει ζωὲς καὶ χρόνους.

Γήτεψε τὸ σπαθί μου, μάϊσσα Μνήμη,
τὸν δαίμονα μιὰ κι’ ὄξω νὰ τελειώσω·
στοῦ Ἐγὼ τὴν πρώτη ἀνάβρα νὰ ζυγώσω,
νὰ θυμηθῶ, νὰ θυμηθῇ κι’ Ἐκείνη…