Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς τὴν σιωπήσασαν



















ροθ΄

Μίλα, σ’ ἀγαπῶ * μ’ ἁπλῆ θεοῦ ἀγάπη.
Πύρινοι, ἁλυχτοῦν, * λύκοι τὰ πρῶτα τ’ ἄστρη
στὲς μαῦρες λόχμες * τῆς νυχτιᾶς ποὺ ζυγώνει.
Κι’ οἱ ψυχές, κύνες, * χοροὺς κι’ ὄργια θυμοῦνται,
νυχτέρια, καρτέρια, * μ’ ἄγρες ὁ νοῦς γιομώνει
κι’ ὀρθὲς κορμώνουν· * κι’ ἀπὸ τῆς γῆς τὰ κάστρη
μ’ ὄψιν μανιακὴ * τὲς ἅλυσες δαγκώνουν.
Ἔρως ἂς χυθῇ * τὴ σάρκα νὰ σκοτώσῃ
κι’ αἷμα νὰ γευτῇ, * πλούσιο σὰν πιδακίσῃ,
φόνος ἱερός, * τὸ πνεῦμα θὰ λυτρώσῃ.   
Νὰ φτερακίσῃ * στ’ ἀμόλευτα τὰ δάση,
μὲ τὴ φλογινὴν * ἀγέλην νὰ σμειχτοῦνε,
νὰ τρέξουν, νὰ παίξουν, * νὰ μυριστοῦνε. Μίλα.  
Καὶ ν’ ἀποκριθῇς * στοὺς λυκηθμοὺς τῶν ἄστρων.


Φωτογραφία: Yvonne Park
(Wikimedia Commons)

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Περὶ εὐγενείας




















ροη΄

Στὸ προαύλιο * κλωτσῶντας πετραδάκια
προχωρᾷ σκυφτός. * «Ἅμα τὰ ὅσα εἶπε
ἡ κυρία μας * στὸ μάθημ’ ἀληθεύουν,
ἡ εὐγένεια * κάποια μαγεία θά ’ναι.
Στὸν κὺρ Θόδωρα, * ὄχι στὸν κὺρ Ἀντώνη,
στὸν κὺρ Θόδωρα * θὰ πάω ν’ ἀγοράσω,
πού ’ναι φωνακλᾶς * καὶ συνεχῶς γκρινιάζει.
Κι’ ἅμα σκλαβωθῇ, * τρόπους σὰν δοκιμάσω,
ἀπὸ δῶ κι’ ἐμπρὸς * εὐγενικός, ναί, θά ’μαι».  


Φωτογραφία τοῦ ἱστολογίου

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Χειμῶνας τοῦ 1992



















ροζ΄

Νεοκλασσικό, * διάλειμμα στὸν ἐξώστη,
λέει ἀνέκδοτα * ἡ ἀνύποπτή μου ἀγάπη
καὶ καπνὸ φυσᾷ· * γελῶ κι’ ἀνάβω κι’ ἄλλο.
Ὀνειροπολῶ * πλησίον κρημνοῦ ἐρεβώδους
καὶ μὲ τὸν ἥλιον * κατάματα ἐλπίζω.


Φωτογραφία: Jean Angelou
(Wikimedia Commons)  

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Κοντάκιον ἢ μπαλλάντα














ροστ΄

Τὸ κοντάκιον * ἀρχαῖος ἦτον ὕμνος
τῶν φιλοχρίστων· * ἐν ἀρχῇ προοίμιον,
οἶκοι κατόπιν, * κι’ ἕκαστον οἶκο κλείνει
τὸ ἐφύμνιον, * τὸ ἴδιο πάντα σ’ ὅλους.
Τὸ πρῶτο γράμμα * κάθ’ οἴκου σχηματίζει
ἀκροστιχίδα, * ῥῆσιν, ὄνομα, φράσιν.
Σκεῦος λόγου ἁβρό, * ποὺ αἰῶνες λησμονήθη,
δύναται ὕψος, * δύναται μεγαλεῖον!
Πῶς νὰ τραγουδῶ * τὸ θώρι τὸ γυμνό σου;
Φέρεις τῆς κυρᾶς * τῆς Κύπριδος τὲς χάρες,
κάλλος σαρκοθὲν * ποὺ Κάλλος ἀναβλύζει.
Μὲ κοντάκια, * θαῤῥῶ, πλειότερο ἀξίζει
παρὰ μ’ εὐτελεῖς * φραντσέζικες μπαλλάντες. 


Φωτογραφία: Fernande τοῦ Jean Angelou
(Wikimedia Commons)

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Ἀπὸ καὶ πρὸς



















ροε΄

Πλήρωσ’, ἐν σιωπῇ, * κατηφὴς στὸ ταμεῖο
φόρον ὁ φτωχὸς * κι’ εὐθὺς τὰ μετρηθέντα
παρεδόθησαν * νὰ μετρηθοῦν καὶ πάλι
ἀπ’ τῆς γλώσσαργης * ξερακιανῆς τσιγγάνας
τὰ κατάφορτα * καὶ χρυσωμένα χέρια.


Φωτογραφία: Carlos Szathmari
(Wikimedia Commons)



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Εἰς Φίλιππον


ροδ΄

Εἰς Φίλιππον

Σκιάζεται ὁ μέγας βασιλεὺς κι’ οἱ πόλεις σὲ φοβοῦνται,
κι’ ἀνέμυαλοι σὲ μάχονται, τυφλοὶ καταλαλοῦν σε,
κύρης τοῦ κόσμου μὴ γενῇς καὶ πρωτοβασιλέας.
Μὰ ἐσὺ πλεμμάτιν ῥίχνεις τους, δίχτυ κρουστὸ τοὺς πλέκεις,
κι’ ἥσκιους γεννᾷς καὶ κυνηγοῦν, στοιχειὰ καὶ πολεμοῦν τα,
κι’ ὅλα ποὺ ἀνάντια σου ἐνεργοῦν, κατά των ἐνεργοῦν τα.  
Κόσμον, θαῤῥοῦν, φυλάττουσιν, στὰ κάστρη του βαστιῶνται,
κι’ ἐσὺ τὰ κάστρη προσπερνᾷς καὶ χτίζεις νέον κόσμον.
Δάση, γυρεύουν, κονταριῶν καὶ κουρνιαχτοὺς ἀλόγων,
τὴν Οἰκουμένην δὲν νογᾶν, ποὺ ὑφαίνει την ὁ νοῦς σου,
τῆς τέχνης σου ὁ ἀργαλειός, στημόνι μὲ τὸ ὑφάδι.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Κοῦπα χρυσῆ


ρογ΄

Κοῦπα χρυσῆ

Πῶς κοῦπα χρυσῆν ἀγάπης σὰν ὑψώνῃς
πίνουν καὶ φτύνουν ἢ προσπερνοῦν μ’ αὐθάδεια;
«Μοῖρα» μὴν εἰπῇς, «βουλὴ» μὴν πῇς καὶ «ἀνάγκη».
«Ἄδικο» νὰ εἰπῇς καὶ «ἀνήλεο» καὶ «κομμάτια…».
Ἀμὴ τὴν χρυσῆν τὴν κοῦπα σὺ νὰ ὑψώνῃς
πάλι καὶ ξανὰ καὶ συνεχῶς καὶ πάλι.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Οἶκος Χατζιαθανασίου




















ροβ΄

Μὲ ὑπερηφάνειαν ἔβλεπα, μὲ δέος πάντα κοιτοῦσα,
φωτογραφία παλαιάν, εἰκόνα φυλαγμένη.
Τὴν ἔδειχνα στοὺς συγγενεῖς, μικρὸ παιδὶ ἀποροῦσα,
«Ποιός εἶν’ αὐτὸς μὲ τὴν στολή;» (Τὴν ὄψι τὴν θλιμμένη.)

«Παιδί μου, εἶν’ ὁ Ἀλέξανδρος τῶν Χατζιαθανασίου,
ὁ ἄλλος Ἀθανάσιος καὶ ὁ τρίτος Ἰωάννης.
Στὴν Σμύρνη ἐσφάγησαν οἱ τρεῖς, στὴν γῆ τοῦ μαρτυρίου,
τ’ ἀδέρφια ἦσαν τῆς Δέσποινας καὶ τῆς γιαγιᾶς σου Ἄννης».

Παπποῦδες, ποὺ δὲν γνώρισα, συχνὰ σᾶς μνημονεύω,
μύθους ἀξιώνουν κι’ οἱ ἀχαμνοί, κι’ οἱ ταπεινοὶ ἔχουν γένη.
Κι’ ὡς τοῦ οἴκου τὸν χαμὸ μετρῶ, φυλάττω κι’ ἀναδεύω,
φλόγα τῆς γῆς περίστατη, μιὰ νέαν Οἰκουμένη. 


Φωτογραφία τοῦ ἱστολογίου


Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Ὁ γέρων δράκος


ροα΄

Ὁ γέρων δράκος

Πυρὴν ἡ παράδοσις -389- τοῦ Ν. Γ. Πολίτη

Τὴν Ἄνδρον εἰς τὰ πρῶτα της δρακόντοι κατοικοῦσαν,
ἀνοῖγαν τὲς φτεροῦγες των καὶ θηόρατοι ἐπετοῦσαν.
Ἐβούταγαν ἀπ’ τὲς κορφές, μπαῖναν στὰ σπηληοκάστρη,
τὸν ἥλιον ἐστιγμάτιζαν, τὴν νύχτα ἐκρύβαν τ’ ἄστρη.
Βέλη χρυσᾶ, βέλη ἀργυρᾶ, βέλη πυῤῥὰ καὶ μαῦρα,
ἠξέρναγαν γλῶσσες φωτιᾶς, τὴν χώρα ἔῤῥαιναν λάβρα.
Χύνοντο πάνωθε τῆς γῆς κι’ ἐτρέχαν τῶν κυμάτων,
κι’ ἥσκιοι ψηλάθε στοίχειωναν, κατάτρεχαν τὰ κάτω.
Ἀμὴ τ’ ἀργάζεται ὁ καιρός, τὰ προχωρεῖ ἡ φύσις,
κι’ ἔτσι ἡ γενηά των φύρανε κι’ ἦρθεν κι’ αὐτῶν ἡ δύσις.
Κι’ ὅντες δρακόντοι ἐπέρασαν κι’ ἐφάνησαν ἀνθρῶποι,
λαοὺς ἐγιόμισ’ ὅλ’ ἡ γῆς, φύλλα καὶ γένη οἱ τόποι.
Δῶ Τοῦρκοι στερνοπάτησαν, ὥρισαν Ὀθωμᾶνοι,
ἀμὴ πρίν, ἀπ’ τὴν Βενετιάν, ἦρθαν οἱ Βενετσιᾶνοι.
Κι’ ἀπὸ τοὺς Βενετσιάνους πρὶν ἄλλ’ ἦσαν δῶ φερμένοι,
οἱ Ἕλλενοι οἱ ἐξακουστοὶ καὶ κοσμογροικημένοι.
Κι’ αὐτοὶ εἰς ἐρμιὰ δὲν πάτησαν, μήτ’ ἄδειον τόπο εὑρῆκαν,
κι’ ἦτον γεῖς ποὺ ἔζη μοναχὸς καὶ συναπαντηθῆκαν.
Κι’ ἐκειὸς δὲν ἦτον ἄνθρωπος, ἦτον δρακόντου γένος,
στραβὸς καὶ ἀνημπόρετος, παππούλης γερασμένος.
«Λαλιὲς ἀκῶ κι’ ἥσκιους θωρῶ κι’ ὄντα ποὺ δὲν κατέχω,
νηώτερος ἔμουν πάντερμος, γέρων συντρόφους ἔχω;»
«Ἀνθρῶποι, δράκο, εἴμαστε, στὴν Ἄνδρον νηοφερμένοι,
οἱ Ἕλλενοι οἱ ἐξακουστοὶ καὶ κοσμογροικημένοι».
«Φέρτ’ ἕναν σας νὰ ψηλαφῶ, νὰ τόνε πασπατέψω,
νὰ ἰδῶ τὶ πρᾶμμα ὁ ἄνθρωπος, στὸ νοῦ μορφὴ νὰ πλέξω».
Οἱ ἀνθρῶποι δὲν θαῤῥεύοντο, νὰ πέμψουν δὲν τολμοῦσαν,
κι’ εἰς τὸ κατόπιν ἔκαμαν ποὺ ἀρχῆθεν μελετοῦσαν.
Στὴν κεφαλὴ τοῦ πότορμου ὑνὶν εἶχαν στερηώσει,
ν’ ἀδράξῃ ὁ δράκος τὸ ὑνίν, ὁ ἄνδρας νὰ ἐγλυτώσῃ.
«Στέλνομε, δράκο, ἐρεύνα τον, μάνθανε τὴν γενηά μας,
πῶς φαίνεται τὸ θώρι μας, πῶς στέκουν τὰ κορμιά μας».
Κι’ ὁ δράκος, ὡς ἐσίμωσε, τὸ ὑνὶν φουχτογραπώνει,
κι’ ἡ χέρα του τὸ ἔστειψε κι’ ἐχύθη κάτω ἡ σκόνη.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Ἡ θυσία τῆς μύγας


ρο΄

Ἡ θυσία τῆς μύγας

Μῦγα σοφὴ σ’ ἐφόνευσαν κι’ ἀτσάλως σ’ ἐσκοτῶσαν
καὶ τὰ λειωμένα σου φτερὰ τὸ ἄλφα ἐθαμπῶσαν.
Τοῦ ποιητοῦ τὸ «ἀθάνατος» «θάνατος» πλέον ὁμοιάζει,
θανὴ σημάδι κι’ οἰωνός, τὸ νόημα ὅλο ἀλλάζει.