Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Ἡ ἄμπελος τῆς συλλογῆς


ρξθ΄

Ἡ ἄμπελος τῆς συλλογῆς

Ἰδοὺ οἱ λόφοι τῆς σιωπῆς, οἱ ἀγροὶ τῆς ἐρημίας·
κεῖ λιόγερμα δίχως νυχτιά, κεῖ δύσις δίχως σκότος,
μπροστάθε τοῦ ᾍδου οἱ κρημνοί, πίσω τοῦ κόσμου οἱ κάμποι
καὶ γύραθε περίσπαρτα τοῦ χρόνου τὰ γκρεμίδια.
Ἐκεῖ μοχθεῖ κι’ ὁ ποιητὴς τῆς συλλογῆς τ’ ἀμπέλιν,
ὁποὺ τρυγᾶται στὸν καιρό, παληώνει στὸν αἰῶνα,
καὶ βγάζει δυὸ λογιῶν κρασί, χρυσοῦν καὶ πορφυρᾶτον,
τὸ πορφυρᾶτον ἡ ἐμμορφιὰ καὶ τὸ χρυσοῦν τὸ πνεῦμα.
Καὶ τρέχει ἀπάνω στὲς ὁδοὺς καὶ σμείγει τοὺς δοιπόρους,
τοὺς ἐκ τῶν κάμπων περπατοῦν καὶ τοὺς κρημνοὺς γυρεύουν,
τὰ δυὸ εἰς ἕνα τὰ κερνᾷ, φιλεύει τους νὰ πιῶσιν,
νὰ εὐφρανθῶσιν, ν’ ἀντρειωθοῦν, τὸν δρόμον νὰ βαστάξουν.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Ἐμβατήριον

Διασκευὴ ποιήματος τοῦ Τυρταίου
ἢ λαϊκοῦ ἐμβατηρίου

Μπρός, διαβῆτε τῆς Σπάρτης, ποὺ οἱ ἄντρες ἀνθίσαν,
σεῖς οἱ γυιοὶ ποὺ πατέρες πολῖτες γεννῆσαν.
Τὸ ζερβὺ τῆς ἀσπίδος τὸν γῦρον νὰ δείχνῃ,
τὸ δεξί, μ’ ὅλο ἀντρειά, τὸ κοντάριν νὰ ὑψώνῃ,
καὶ ζωὴν μὴ βλεπίσῃ κανείς, σὰν χτυπιέται·
δῶ στὴ Σπάρτη, παλαιόθε, πρεπὸ δὲν περνιέται.


Ἄγετ’ ὦ Σπάρτας εὐάνδρω
κῶροι πατέρων πολιατᾶν,
λαιᾷ μὲν ἴτυν προβάλεσθε,
δόρυ δ’ εὐτόλμως ἄνχεσθε
μὴ φειδόμενοι τᾶς ζωᾶς·
οὐ γὰρ πάτριον τᾷ Σπάρτᾳ.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Ὀρφικὸν ἐρωτικὸν


ρξη΄

Ὀρφικὸν ἐρωτικὸν

Δεξιά ’χω κόρην ἐγδυμνή, ζερβὰ τὸ κρυὸν σπαθί μου,
κάτω μου ὁγρὴ ἁπλών’ ἡ γῆς κι’ ἀπάνωθέ μου τ’ ἄστρη
κι’ ἄγρυπνος συλλογίζομαι καὶ λογισμοὶ ἀγρυπνοῦν με:
Πὼς κεῖμαι, λέει, κορφομεσίς, στοῦ κόσμου τὸ γιοφύρι,
κι’ εἰς τό ’να στόμα ὁ θάνατος κι’ εἰς τ’ ἀντικρὺ ἡ ἀγάπη,
κι’ ὁ χρόνος κάτω ἀφροκυλᾷ κι’ ὁ αἰῶνας πανωφέγγει,
καὶ μ’ ἀνακράζουν, μὲ καλοῦν κι’ «ἄνθρωπο» μ’ ὀνομάζουν
κι’ ἐγὼ εἰς αὐτοὺς ποκρίνομαι κάθε ποὺ ἐμὲ φωνάζουν.
«Εἶμαι ὑγιὸς τῆς μάννας γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ βλαστάρι,
κι’ ἂν εἶστε οἱ τρεῖς ἡ μοῖρα μου, ἡ ἀγάπη εἶν’ ὁ ἀγών μου,
ἡ τελευτὴ κι’ ὁ χρόνος μου, μήτρα μου, πατρικόν μου».
Κι’ ὁρμὴν ὁ χρόνος μ’ ἔδωκεν κι’ ὁ θάνατος νηὰ χάρι·
τοὺς λογισμοὺς ἀπόδιωξα κι’ ὁλόκορμος πυρώνω
κι’ ἐστράφην στὸ ἐγδυμνὸ κορμὶ κι’ ἀγκάλιασα τὴν κόρη
κι’ εἰς τὸν ἀγρὸν ἐχώθηκα τὰ οὐράνια νὰ τρυγήσω.  

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Πύλες


ρξζ΄

Πύλες

Πύλη μᾶς φτύνει, μᾶς πετᾷ, πύλη μᾶς καταπίνει,
ὀφίδι στόμαν ἄνοιξε καὶ τὴν οὐρά του πίνει.
Ζωὲς θνητὲς διαβαίνομε, πομπὲς θνητὲς λυγᾶμε,
στὰ καυδιανά μας δίκρανα σκύβομε καὶ περνᾶμε.
Φωτιὰ στὸν πάγο πνίγεται, φωτιὰ τὸν πάγο λειώνει·
ζωὴν ὁ θάνατος γεννᾷ καὶ τὴν ζωὴν ποσώνει.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Ἡ ῥήγισσα τῶν λευκῶν


ρξστ΄

Ἡ ῥήγισσα τῶν λευκῶν

Ῥῆγας, σπαθίου ἀρχόντοι, πύργοι κι’ ἄλογα
καὶ σὺ στοὺς πρώτους, τῶν λευκῶν ἡ ῥήγισσα,
λιόφωτο χιόνι ἀστράφτεις στὸ φουσσᾶτο μας.
Κι’ ἂν πιόνι ἐγὼ γιὰ ἐσέ, λογιέμαι, ἀχαμνό,
γιὰ ἐσὲ βαστῶ τοὺς μαύρους καὶ τὸν πόλεμο,
καρτέρια, μπλόκα τῶν ὀχτρῶν στὸν ἄβακα.
Κι’ ἂν ποτορμήσω ἆθλον καὶ ἀποκοτιάν,
ἴσως νὰ μ’ ὀρεχτῇς καὶ ν’ ἀγαπήσῃς με.
Δὲν πλέει τὸ δοιάκι τῶν μοιρῶν ἀκλόνητο,
δὲν πάει κι’ ὁ Κόσμος ἀνελεημόνητος.

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Polaris



















  
Διήγημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ.
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 18ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.)

Στὸ βορεινὸ παράθυρο τοῦ δωματίου μου φεγγοβολεῖ, μὲ φῶς ἀπόκοσμον, ὁ Πολικὸς ἀστέρας. Λάμπει ἐκεῖ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῶν μακρόσυρτων διαβολικῶν ὡρῶν τοῦ νυχίου σκότους. Καὶ κατὰ τὸ φθινόπωρο, ποὺ οἱ βοριᾶδες καταριῶνται καὶ ὀλολύζουν καὶ τὰ δέντρα τοῦ βάλτου, μὲ τὰ κοκκινωπὰ φύλλα, συνομιλοῦν ψιθυριστά, ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη, τὶς μικρὲς ὧρες τοῦ πρωϊνοῦ, κάθομαι κοντὰ στὸ παραθυρόφυλλο καὶ παρατηρῶ τὸ ἄστρο. Ψηλὰ ἀπὸ τὰ χάη τρεκλίζει ἡ λαμπρὴ Κασσιόπη καθὼς οἱ ὧρες προχωροῦν ἀργά, ἐνῷ  ὁ ἀστερισμὸς Τσὰρλς Γουέιν πορεύεται βαριά, πίσω ἀπὸ τὰ μουλιασμένα καὶ ἀτμίζοντα δέντρα τοῦ βάλτου ποὺ λικνίζονται στὸ νυχτερινὸ ἀγέρι.  Μόλις πρὶν τὴν αὐγὴ ὁ Ἀρκτοῦρος τρεμοπαίζει, ῥόδινος, πάνωθε τοῦ κοιμητηρίου στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, καὶ ἡ Κόμη τῆς Βερενίκης ῥίχνει ἀλλόκοτα τὸ τρέμιο φῶς της πέρα, κατὰ τὴν μυστηριώδη ἀνατολή. Ὅμως ἀκόμα ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτᾷ μοχθηρὰ ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο τοῦ μαύρου θόλου, τρεμοπαίζοντας ἀποτρόπαια, ὡς ὀφθαλμὸς παράφρονα παρατηρητῆ ποὺ παλεύει νὰ μεταφέρῃ κάποιο παράξενο μήνυμα, ἀλλὰ δὲν ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη τίποτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάποτε εἶχε ἕνα μήνυμα νὰ μεταφέρῃ. Κάποιες φορές, σὰν εἶναι συννεφιά, μπορῶ καὶ κοιμοῦμαι.
     Καθαρὰ θυμοῦμαι τὴν νύχτα τῆς μεγάλης Ἠοῦς, ὅταν πάνω ἀπ’ τὸν βάλτο ταλαντεύθηκαν τρομακτικὲς ἀκτινόμορφες λάμψεις ἑνὸς δαιμονικοῦ φωτός. Μετὰ ἀπὸ τὴν φωτοδέσμη συννέφιασε καὶ τότε ἀποκοιμήθηκα.
      Ἦταν πάλι ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη ὅταν πρωταντίκρυσα τὴν πόλι. Ἀκίνητη καὶ νυσταγμένη κειτόταν, ἐπὶ ἑνὸς ἰδιότυπου ὑψιπέδου ποὺ ἐκτεινόταν σ’ ἕνα κοίλωμα μεταξὺ παράξενων κορυφῶν. Ἀπὸ μάρμαρο νεκρικῆς ὠχρότητας ἦσαν τὰ τείχη καὶ οἱ πύργοι της, οἱ στῦλοι, οἱ θόλοι καὶ τὰ πεζοδρόμια. Στὶς μαρμάρινες ὁδοὺς ὑπῆρχαν μαρμάρινοι κίονες ποὺ κατέληγαν σὲ κιονόκρανα μὲ τὶς ἀνάγλυφες μορφὲς ἀξιοσέβαστων γενειοφόρων ἀνδρῶν. Ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν θερμὴ κι’ ἐπικρατοῦσε ἄπνοια. Καὶ ὑψηλά, μόλις δέκα μοῖρες ἀπ’ τὸ ζενίθ, ἔλαμπε κεῖνος ὁ παρατηρητής, ὁ Πολικὸς ἀστέρας. Ἐπὶ μακρὸν ἀτένισα πρὸς τὴν πόλι μὰ δὲν ξημέρωσε. Ὅταν ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαράν, ποὺ τρεμόπαιζε χαμηλὰ στὸν οὐρανὸ ἀλλὰ δὲν ἔδυε ποτέ, εἶχε διανύσει ἀργόσυρτα τὸ ἓν τέταρτον τῆς πορείας του γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, εἶδα κίνησι καὶ φῶτα στὰ σπίτια καὶ στοὺς δρόμους. Μορφὲς ἰδιόῤῥυθμα ντυμένες ἀλλὰ συνάμα εὐγενεῖς καὶ οἰκεῖες κυκλοφοροῦσαν ἔξω καὶ ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη ἄνθρωποι ἔλεγαν σοφίες σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ κατανοοῦσα, ὡστόσο δὲν θύμιζε καμμία γλῶσσα ἀπ’ ὅσες γνώριζα. Καὶ ὅταν ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαρὰν εἶχε διανύσει ἀργόσυρτα περισσότερο ἀπὸ τὸ ἥμισυ τῆς πορείας του γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, ἐπικράτησε πάλι σκότος καὶ σιωπή.
      Ὅταν ξύπνησα δὲν ἤμουν σὰν πρῶτα. Εἶχε ἐντυπωθῆ στὴν μνήμη μου τὸ ὅραμα τῆς πόλεως καὶ μέσα στὴν ψυχή μου εἶχε ἀναδυθῆ καὶ μιὰ ἄλλη ἀπροσδιόριστη ἀνάμνησι, γιὰ τῆς ὁποίας τὴν φύσι δὲν ἤμουν τότε βέβαιος. Ἔκτοτε, τὶς συννεφιασμένες βραδιὲς ποὺ μ’ ἔπιανε ὕπνος, ἔβλεπα τὴν πόλι συχνά. Πότε ὑπὸ τὴν κερασφόρο φθίνουσα σελήνη καὶ πότε ὑπὸ τὶς καυτὲς κίτρινες ἀκτῖνες ἑνὸς ἥλιου ποὺ δὲν ἔδυε, ὅμως περιστρεφόταν χαμηλὰ γύρω  ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα. Καὶ τὶς νύχτες μὲ ξαστεριὰ ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτοῦσε μοχθηρά, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε.
      Σταδιακὰ κατέληξα ν’ ἀναρωτιέμαι περὶ τῆς θέσεώς μου στὴν πόλι τοῦ ἰδιότυπου ὑψιπέδου, μεταξὺ τῶν παράξενων κορυφῶν.  Ἱκανοποιημένος, στὴν ἀρχή, νὰ ἐξετάζω τὸ τοπίο ὡς ἀσώματη παρουσία ἀμέτοχου παρατηρητῆ, πλέον ἐπιθυμοῦσα νὰ ὁρίσω τὴν σχέσι μου μ’ αὐτὴν καὶ νὰ διατυπώσω κι’ ἐγὼ τὶς σκέψεις μου, ὡς ἕνας ἀπ’ τοὺς ἀξιοσέβαστους ἄνδρες ποὺ συνωμιλοῦσαν καθημερινὰ στὶς δημόσιες πλατεῖες. Εἶπα στὸν ἑαυτό μου, «Αὐτὸ δὲν εἶναι ὄνειρο, γιατὶ μὲ ποιούς τρόπους μπορῶ ν’ ἀποδείξω, περισσότερο ἀπὸ τούτη, τὴν ἁπτὴ πραγματικότητα τῆς ἄλλης ζωῆς στὸ λιθόκτιστο σπίτι, νοτίως τοῦ δαιμονικοῦ βάλτου καὶ τοῦ κοιμητηρίου στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, ὅπου ὁ Πολικὸς ἀστέρας κοιτᾷ μὲ περιέργεια μέσα στὸ βορεινὸ παράθυρό μου κάθε βράδυ;»
      Κάποια νύχτα, καθὼς ἄκουγα τὴν συζήτησι σὲ μιὰ μεγάλη πλατεῖα, ποὺ περιεῖχε πλῆθος ἀγαλμάτων, ἔνιωσα μιὰν ἀλλαγὴ καὶ συνειδητοποίησα πὼς ἐπιτέλους εἶχα ἐνσώματη παρουσία. Μήτε καὶ ἤμουν κάποιος ξένος στοὺς δρόμους τῆς Ὀλαθόης, ἡ ὁποία κεῖται ἐπὶ τοῦ ὑψιπέδου τῆς Σαρκίδος καὶ μεταξὺ τῶν κορυφῶν Νότον καὶ Καντιφόνεκ. Ὁ ὁμιλῶν ἦταν ὁ φίλος μου  Ἄλως, ὁ δὲ λόγος του τέτοιος ποὺ μοῦ εὔφραινε τὴν ψυχή, γιατὶ ἦταν λόγος ἀληθινοῦ ἀνδρὸς καὶ πατριώτη. Ἐκείνη τὴν νύχτα ἔγινε γνωστὴ ἡ πτῶσι τῆς Ντάϊκος καὶ ἡ προέλασι τῶν Ἰνοῦτος: Κοντόχοντρα δαιμονικὰ κίτρινα κτήνη ποὺ πρωτοφάνηκαν πρὶν πέντε χρόνια ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἄγνωστης δύσεως, μὲ σκοπὸ νὰ δηώσουν τὶς ἀκριτικὲς περιοχὲς τοῦ βασιλείου μας, ὥστε κατόπιν νὰ πολιορκήσουν τὶς πόλεις. Ἔχοντας ἐκπορθήσει τοὺς ὠχυρωμένους τόπους στοὺς πρόποδες τῶν βουνῶν, ὁ δρόμος πρὸς τὸ ὑψίπεδο ἦταν πλέον ἀνοιχτός, ἐκτὸς καὶ ἂν κάθε πολίτης προέβαλε ἀντίστασι μὲ τὴν δύναμι δέκα ἀνδρῶν. Γιατὶ τὰ κοντόχοντρα πλάσματα ἦσαν δεινὰ στὶς τέχνες τοῦ πολέμου καὶ ἀγνοοῦσαν τοὺς περὶ τιμῆς ἐνδοιασμούς, ποὺ συγκρατοῦσαν τοὺς δικούς μας ὑψηλόκορμους γκριζομάτηδες ἄνδρες τῆς Λόμαρ ἀπὸ ἀνηλεεῖς κατακτήσεις.
      Ὁ Ἄλως, ὁ φίλος μου, ἦταν διοικητὴς ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ὑψιπέδου καὶ ἀπ’ αὐτὸν κρεμόταν ἡ στερνὴ ἐλπίδα τῆς πατρίδας μας. Κατὰ τὴν παροῦσα περίστασι μίλησε γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ θ’ ἀντιμετωπίζαμε καὶ παρώτρυνε τοὺς ἄνδρες τῆς Ὀλαθόης, τοὺς γενναιότερους τῶν Λομαριανῶν, νὰ τηρήσουν πιστὰ τὶς παραδόσεις τῶν προγόνων τους· οἱ ὁποῖοι ὅταν ἀναγκάσθηκαν νὰ πορευθοῦν νοτίως τῆς Ζόμπνα, ἀντιμέτωποι μὲ τὴν προέλασι τοῦ μεγάλου παγετῶνα (ὅπως ὁμοίως οἱ ἀπόγονοί μας θὰ χρειαστῇ μιὰν ἡμέρα νὰ δραπετεύσουν ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Λόμαρ), θαῤῥετὰ καὶ νικηφόρα σάρωσαν τοὺς μαλλιαροὺς μακρυχέρηδες καννιβάλους Γκνόφκεζ ποὺ τοὺς ἔφραζαν τὸν δρόμο. Ὁ Ἄλως μοῦ ἀρνήθηκε τὸ καθῆκον τοῦ πολεμιστῆ γιατὶ ἤμουν ἀδύναμος καὶ εἶχα τὴν τάσι γιὰ περίεργες λιποθυμίες ὅταν ὑποβαλλόμουν σὲ πίεσι καὶ κακουχίες. Ὅμως εἶχα τὴν ὀξύτερη ὅρασι μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν πολλῶν ὡρῶν ποὺ καθημερινὰ ἀφιέρωνα στὴν σπουδὴ τῶν Πνακοτικῶν χειρογράφων καὶ στὴν μελέτη τῆς σοφίας τῶν Ζομπναριανῶν πατέρων. Ἔτσι λοιπὸν ὁ φίλος μου, μὴ ἐπιθυμῶντας νὰ μὲ καταδικάσῃ σὲ ἀδράνεια, μὲ ἀποζημίωσε μὲ τοῦτο τὸ μηδαμινῆς σπουδαιότητας καθῆκον. Μ’ ἔστειλε στὸ παρατηρητήριο τοῦ Θάπνεν νὰ ὑπηρετῶ ὡς τὰ μάτια τοῦ στρατοῦ μας. Ἂν οἱ Ἰνοῦτος ἐπιχειροῦσαν νὰ κυριεύσουν τὴν ἀκρόπολι ἀπὸ τὴν μεριὰ τῆς στενωποῦ πίσω ἀπὸ τὴν κορυφὴ Νότον, ὥστε μ’ αὐτὴν τὴν κίνησι νὰ αἰφνιδιάσουν τὴν φρουρά, ἤμουν ὡρισμένος νὰ στείλω τὸ σῆμα φωτιᾶς ποὺ θὰ προειδοποιοῦσε τοὺς ἐν ἀναμονῇ στρατιῶτες καὶ θὰ διέσωζε τὴν πόλι ἀπὸ ἄμεση καταστροφή.
     Ἔρημος ἀνέβηκα τὸν πύργο, γιατὶ κάθε στιβαρὸς στὸ σῶμα ἄνδρας χρειαζόταν στὰ χαμηλότερα περάσματα. Ὄντας πολλὲς ἡμέρες ἄυπνος, τὸ μυαλό μου πονοῦσε σαστισμένο ἀπὸ διέγερσι καὶ ἐξάντλησι. Ὅμως ὁ στόχος μου ἤταν ἀκλόνητος, ἐπειδὴ ἀγαποῦσα τὴν γενέθλια γῆ μου τὴν Λόμαρ καὶ τὴν μαρμάρινη πόλι τῆς Ὀλαθόης, ποὺ κεῖται μεταξὺ τῶν κορυφῶν Νότον καὶ Καντιφόνεκ. Ἀλλὰ καθὼς στεκόμουν στὸ ὑψηλότερο δωμάτιο τοῦ πύργου, ἰδοὺ ἡ κερασφόρος φθίνουσα σελήνη, κόκκινη καὶ δαιμονική, νὰ τρέμῃ ἀνάμεσα στοὺς ἀτμοὺς ποὺ αἰωροῦνταν πάνω ἀπ’ τὴν μακρυνὴ κοιλάδα τοῦ Μπάνοφ. Καὶ ἀπὸ μιὰ χαραμάδα στὴν στέγη λαμπύριζε ὁ χλωμὸς Πολικὸς ἀστέρας, φτερουγίζοντας σὰν ζωντανὸς καὶ κοιτῶντας κακότροπα σὰν δαίμονας καὶ πειραστής. Μοῦ φάνηκε πὼς τὸ πνεῦμα του ψιθύριζε κακοπροαίρετες συμβουλές, καθησυχάζοντάς με σχετικὰ μὲ τὴν προδοτικὴ ὑπνηλία, μὲ μιὰν ἀναθεματισμένη ῥυθμικὴ ὑπόσχεσι, τὴν ὁποία ἐπαναλάμβανε ξανὰ καὶ ξανά:

«Βιγλάτορα κοιμήσου ὥσπου οἱ σφαῖρες
γιὰ δυόμισι μυριάδων χρόνων μέρες
θὰ στρέφωνται· καὶ τότε πάλι ὁρίζω 
στὸν τόπο, ἐδῶ, ποὺ τώρα λαμπυρίζω.
Ἄλλ’ ἄστρη, τὸ γοργόν, θὲ ν’ ἀνατείλουν
πάνω στὸν νοητὸν οὐράνιο στῦλον.
Ἄστρη ὁποὺ πραΰνουν κι’ εὐλογοῦνε
μὲ τὴν γλυκειὰ τὴν λήθη ὁποὺ σκορποῦνε:
Μόνον ὅταν ὁ γῦρος μου γυρίσῃ,
τὸ παρελθὸν στὴν πόρτα σου θὰ ὁρίσῃ».

Ματαίως πάλεψα μὲ τὴν νύστα μου, ἀναζητῶντας νὰ συνδέσω τούτους τοὺς παράξενους λόγους μὲ κάποιες παραδεδομένες γνώσεις περὶ τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ εἶχα διδαχθῆ ἀπὸ τὰ Πνακοτικὰ χειρόγραφα. Τὸ κεφάλι μου, ἀσήκωτο καὶ νὰ γυρίζῃ, κρεμάστηκε στὸ στῆθος μου καὶ τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ ἄνοιξα τὰ μάτια ἦταν ἐντὸς ὀνείρου. Μὲ τὸν Πολικὸν ἀστέρα νὰ μοῦ χαμογελᾷ πλατιὰ μέσ’ ἀπὸ ἕνα παράθυρο, πάνωθε τῶν φριχτῶν λικνιζομένων δέντρων ἑνὸς ὀνειρικοῦ βάλτου. Καὶ ἀκόμα ὀνειρεύομαι.
     Βυθισμένος στὴν ντροπὴ καὶ στὴν ἀπόγνωσί μου οὐρλιάζω μανιωδῶς, ἱκετεύοντας τὰ ὀνειροπλάσματα τριγύρω μου νὰ μὲ ξυπνήσουν, προτοῦ οἱ Ἰνοῦτος διαβοῦν ἀπαρατήρητοι τὸ πέρασμα πίσω ἀπὸ τὴν κορυφὴ Νότον καὶ κυριεύσουν τὴν ἀκρόπολι μέσῳ αἰφνιδιασμοῦ. Τοῦτα τὰ πλάσματα, ὅμως, εἶναι δαίμονες, γιατὶ μοῦ γελοῦν κατάμουτρα καὶ μοῦ ἐξηγοῦν πὼς δὲν ὀνειρεύομαι. Μὲ χλευάζουν ἐνῷ κοιμοῦμαι καὶ ἐνόσῳ ὁ κοντόχοντρος κίτρινος ἐχθρὸς μπορεῖ νὰ ἕρπῃ ἀθόρυβα ἐναντίον μας. Ἀπέτυχα νὰ τηρήσω τὸ καθῆκον μου καὶ πρόδωσα τὴν μαρμάρινη πόλι τῆς Ὀλαθόης. Ἀποδείχθηκα τιποτένιος στὸν Ἄλως, τὸν φίλο μου καὶ διοικητή μου. Μὰ καὶ πάλι καγχάζουν οἱ ἥσκιοι τοῦ ὀνείρου μου. Ἰσχυρίζονται πὼς γῆ τῆς Λόμαρ δὲν ὑπάρχει πέραν τῶν νυχτερινῶν μου φαντασιώσεων. Πὼς σ’ ἐκεῖνες τὶς ἐπικράτειες, ὅπου ὁ Πολικὸς ἀστέρας λάμπει ψηλὰ καὶ ὁ ἐρυθρὸς Ἀλδεβαρὰν πορεύεται ἀργὰ καὶ χαμηλὰ γύρω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα, δὲν ὑπῆρξε τίποτα πλὴν πάγου καὶ χιονιοῦ ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια, μήτε καὶ ἄνθρωπος ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κοντόχοντρα κίτρινα πλάσματα, τὰ μαραμμένα ἀπ’ τὸ ψῦχος, τὰ ὁποῖα καὶ ὀνομάζουν «Ἐσκιμώους».
      Καὶ καθὼς σφαδάζω βυθισμένος στὴν ὀδύνη τῆς ἐνοχῆς μου, ἀλλόφρων νὰ σώσω τὴν πόλι ποὺ ἡ ἐναντίον της ἀπειλὴ κάθε στιγμὴ αὐξάνεται, καὶ ματαιοπονῶντας ν’ ἀπελευθερωθῶ ἀπὸ τὸ ἀφύσικο ὄνειρο μὲ τὸ λιθόκτιστο σπίτι, τὸν δαιμονικὸ βάλτο καὶ τὸ κοιμητήριο στὸν χαμηλὸ λοφίσκο, ὁ Πολικὸς ἀστέρας, κακὸς καὶ τερατώδης, κοιτᾷ μοχθηρὰ ἀπὸ τὸν μαῦρο θόλο, τρεμοπαίζοντας ἀποτρόπαια, ὡς ὀφθαλμὸς παράφρονα παρατηρητῆ ποὺ παλεύει νὰ μεταφέρῃ κάποιο παράξενο μήνυμα, ἀλλὰ δὲν ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη τίποτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κάποτε εἶχε ἕνα μήνυμα νὰ μεταφέρῃ.




Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Ἡ παρθένος, ἡ σπάθη καὶ ἡ βίβλος


ρξε΄

Ἡ παρθένος, ἡ κόρη καὶ ἡ βίβλος

Ι. Πολλὰ τὰ ἐπὶ γῆς βασίλεια καὶ ἔθνη, ἀμὴ μόνον ὁ γνωρίζων τὰς καταλλήλους στροφὰς καὶ τὴν ὀρθὴν ὁδὸν ἠμπορεῖ μεταβαίνων ἐκεῖ νὰ τὰ περιηγηθεῖ.  Ἓν ἐξ αὐτῶν καὶ ἡ πόλις βασίλειον τῆς Ἀλίλ, ἡ εὑρισκομένη κάπου ἐν μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ἐπὶ τόπων ἐλαφρῶς «ἀνηφορικῶν» ὁποὺ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἰδοῦμε. Περὶ τοῦ ὀνόματος λέγεται ὅτι σημαίνει ἄνθος χετταϊστὶ καὶ ὅτι εἰς τὰς φλέβας τινῶν ἐκ τῶν κατοίκων κυλᾶ τὸ ἀρχαῖον αἷμα τῶν Χετταίων. Μελετήσας προχείρως περικοπὰς κειμένων ἀρχαίου κώδικος καὶ κυλίνδρους παλαιῶν χειρογράφων καὶ ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ὀνομάτων εἰς τοὺς βασιλικοὺς καταλόγους, ἐσχημάτισα γνώμην ὅτι τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετον ἰσχύει· πολλὰ δὲ παρέλαβαν καὶ παλαιόθεν ἐδιδάχθησαν ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων βασιλείων οἱ μικρασιᾶται λαοὶ περὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν τέχνην, ἀλλ’ ἀγνοῶν διὰ ποίων τρόπων, μόνον ὑποθέτω.

ΙΙ. Ἔτυχεν κατὰ τὴν ἐν Ἀλὶλ παραμονήν μου καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπέθανεν. Δοθείσης εὐκαιρίας καὶ ἀντιβασιλέως ἐπιτρέψαντος, παρευρέθην εἰς τὴν σύναξιν τοῦ δήμου ὁποὺ ἀναγορεύεται ὁ νέος ἡγεμών. Οἱ μὲν ἄρχοντες προσκαλοῦνται συνοδείᾳ τοῦ τελετάρχου ἐντὸς τῆς αἰθούσης τοῦ θρόνου, τὸ δὲ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ἀντὶ τοῦ ἀνακτόρου τασσόμενον, προσμένει τὴν ἔξοδον αὐτῶν μετὰ τοῦ νέου ἡγεμόνος. Γνωρίσας δὲ τὸ τελεσθὲν τυπικόν, ἀκολούθως καὶ ἐν συντομίᾳ τὸ παραθέτω.

ΙΙΙ. Πρῶτοι τῶν ἀρχόντων στέκονται ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένοι χιτῶνας φαιούς, οἱ δημογέροντες τῆς τάξεως τῶν Ταύρων, ὁποὺ εἶναι, νὰ εἰποῦμε, οἱ ἀγροτοτεχνῖται ἅπαντες. Οὗτοι φέρουσιν μίαν κόρην παρθένον γυμνήν, λυσιπλόκαμον καὶ ἀνυπόδητον, πολλὰ εὔμορφον εἰς τὰ κάλλη τοῦ κορμίου, ἀναντιρρήτως συνετὴν καὶ φρονίμην, ὀποὺ τὴν ἐδιάλεξαν ἀπ’ ὅλας τὰς παρθένους θυγατέρας τῶν νοικοκυραίων τοῦ βασιλείου. Ὅταν ἡ κόρη χαμηλοβλέπουσα σταθεῖ ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου, λέγει ὁ σεβασμιώτατος τῶν δημογερόντων πρὸς τὸν βασιλέα «Λάβε ἀγρὸν ἵνα κάμεις ζωήν». Μόλις ὁ ἄρχων ἀποκριθεῖ ὅτι δέχεται τὴν κόρην διὰ σύζυγον, οἱ δημογέροντες προσκυνοῦσιν ἀνακράζοντες ὁμάδιν «Πατέρα μας σὲ γνωρίζομεν!», ὁ δὲ «Πατέρας σας θέλω κυβερνήσει» λέγων, ὑποκλίνεται.

ΙΙΙΙ. Δεύτεροι προσέρχονται ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένοι χιτῶνας ἐρυθρούς, οἱ ἡγεμόνες τῆς τάξεως τῶν Λεόντων, ὁποὺ εἶναι οἱ πολεμισταὶ καὶ οἱ ἱππόται οἱ βασιλικοί. Οὗτοι φέρουσιν μίαν σπάθην ἀμφίστομον γυμνήν, χρυσολαβῆ καὶ χρυσοποίκιλτον, πολλὰ εὔμορφον εἰς τὸ εἶδος, ἀναντιρρήτως ἐλαφρὰν καὶ ἄθραυστον, ὁποὺ τὴν ἐσφυρηλάτησαν, διὰ τέχνης μυστικῆς, ἀπ’ ὅλας τὰς αἱματοβάπτους σπάθας τῶν ἐν πολέμῳ ἀριστευσάντων πεσόντων τοῦ βασιλείου. Ὅταν ἡ σπάθη ἀστράπτουσα ἐπιδειχθεῖ ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου, λέγει ὁ ἀνδρειότατος τῶν ἡγεμόνων πρὸς τὸν βασιλέα «Λάβε ἄρματα ἵνα κάμεις εἰρήνην». Μόλις ὁ ἄρχων ἀποκριθεῖ ὅτι δέχεται τὴν σπάθην διὰ ὅπλον του, οἱ ἡγεμόνες προσκυνοῦσιν ἀνακράζοντες ὁμάδιν «Ἀδελφόν μας σὲ γνωρίζομεν!», ὁ δὲ «Ἀδελφός σας θέλω πολεμήσει» λέγων, ὑποκλίνεται.

Π. Ὑστερινοὶ ἐμφανίζονται ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένοι  χιτῶνας λευκούς, οἱ πατέρες τῆς τάξεως τῶν Λύκων, ὁποὺ εἶναι οἱ σεπτοὶ ἱερεῖς καὶ οἱ τῆς σοφίας θεράποντες. Οὗτοι φέρουσιν μίαν βίβλον δερματόδετον καὶ χρυσόδετον, ὑπὸ τὸν τίτλον «Βίοι τῶν βασιλέων τῆς Ἀλίλ», πολλὰ εὔμορφον εἰς τὴν ὄψιν, ἀναντιρρήτως βαρεῖαν καὶ πολύφυλλον, ὁποὺ ἐντὸς κατεγράφησαν ἀρχῆθεν, ἀπὸ τοὺς βασιλικοὺς γραμματέας (τοὺς ὁμοίως εἰς τὴν τάξιν τῶν Λύκων ἀνήκοντας), ἅπαντα τὰ ἀξιομνημόνευτα ἔργα τῶν ἐν τῇ χώρᾳ βασιλευσάντων, τὰ γεννήσαντα τὴν ἀρετὴν καὶ τὰ σπείραντα τὴν κακίαν ἐξ ἴσου.  Ὅταν ἡ βίβλος ἀνοιχθεῖ, εἰς τὸ σημεῖον τῆς πρώτης ἀγράφου σελίδος, ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου, λέγει ὁ ἁγιώτατος τῶν πατέρων πρὸς τὸν βασιλέα «Λάβε γνῶσιν ἵνα κάμεις ἀρετήν». Μόλις ὁ ἄρχων ἀποκριθεῖ ὅτι δέχεται τὴν βίβλον διὰ διδαχήν του, οἱ πατέρες ὑποκλίνονται ἀνακράζοντες ὁμάδιν «Υἱόν μας σὲ γνωρίζομεν!», ὁ δὲ «Υἱός σας θέλω εὐεργετήσει» λέγων, κλίνει ἐλαφρῶς τὴν κεφαλήν.

ΠΙ. Κατόπιν καὶ εἰς γλῶσσαν ἀρχαίαν καὶ πλέον ἀκατάληπτον δίδεται ὁ ὅρκος τῶν βασιλέων ἐν σιωπῇ.

ΠΙΙ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς τελετῆς καὶ τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ ἀνακτόρου τῶν ἀρχόντων μετὰ τοῦ βασιλέως, τοῦ συμποσιάρχου σαλπίζοντος κινεῖ μία σεμνὴ ἑορτὴ καὶ οἱ πάντες τρώγουσιν καὶ πίνουσιν καὶ χορεύουσιν, ἀμὴ τὸ πρῶτον ἆσμα ὁποὺ τραγωδεῖται κατὰ  παράδοσιν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἔχει τὰ ἑξῆς λόγια:

Ἔχομε νέον βασιλιὰ κ’ ἔχομε νέον ῥῆγα!
Κορίτσι οἱ Ταῦροι δώκασιν κ’ οἱ Λέοντες σπαθίτσιν
κ’ οἱ Λύκοι καλεντάριον, νὰ λέει τὲς καλωσύνες.
Πατέρας νά ’ναι τοῦ λαοῦ, τῶν ἀντρειωμένω ἀδέρφι,
τῶν ἅγιων καὶ σοφῶν ὑγιός, τῆς χώρας δυναμάριν.
Ἀητὸς ὁ νέος βασιλιάς! Ἀητὸς τὸ παλληκάριν!

Ἀγνώστου περιηγητοῦ

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

The Gardens of Yin













Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Στὴν Ἄρτεμιν Ἄντ.

Πέρ’ ἀπ’ αὐτὸ τὸ τεῖχος ποὺ ἡ ἀρχαία λιθοδεσιά του
σὲ πύργους βρυοπερίκλειστους τὸν οὐρανὸ ἀνεβαίνει,
θά ’ναι ὅλο κῆποι σκαλωτοί, μὲ ἄνθια πλουτισμένοι,
μὲ πεταλοῦδες, μέλισσες, πουλιά, στὸ πέταγμά τους.

Θά ’ναι μέσα περίπατοι, κι ἁψιδωτὰ γιοφύρια
λωτῶν λιμνοῦλες θὰ περνοῦν, θερμές, ποὺ καθρεφτίζουν
ναῶν μαρκίζες· κερασιὲς μ’ ἁβρὰ κλαδιὰ καὶ φύλλα
κόντρα στὸν ῥόδινο οὐρανὸ ποὺ ἐρωδιοὶ φτερίζουν.

Θά ’ν’ ὅλα ἐκεῖ, ὅτι ὄνειρα παληὰ ξάφνου πλαταίνουν
πύλη πρὸς τὸν λαβύρινθο τῶν λίθινων φανῶν,
ποὺ ῥέμματα νωχελικὰ στριφτὲς πορεῖες μακραίνουν,
χτενίζοντας χλωροὺς κισσοὺς γερμένων κλωναριῶν.

Τάχυνα – Μὰ ὡς ὑψώθη μπρὸς μέγα, στοιχειωτικὸ
τὸ τεῖχος, δὲν ὑπῆρχε πιὰ ἡ πύλη νὰ διαβῶ.

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Ὅταν πολεμᾶς


ρξδ΄

Ὅταν πολεμᾶς

Γροικᾶς θουρίους κ’ ὕμνους ὅταν πολεμᾶς,
τὰ «Ἐμπρός», «Γιὰ τὴν πατρίδα», «Γιὰ τὴν λευτεριά»;
Κροτεῖ σιωπᾶ, κροτεῖ σιωπᾶ ὁ θάνατος,
στόμα φαρμάκι «Χτύπα» οὐρλιάζει ἀμίλητο
καὶ τὸ στομάχι πέτρα, πόδια γυάλινα.
Κρυοπαγωμένοι ἀγέρες, σέρνονται, οἱ νεκροί,
πίσω ἀπ’ τοῦ μαύρου Χάρου τὸ μαυράλογον·
Μὸν ὁ ἄνθρωπος παρέκει κι ὁ συμπολεμᾶ,
ὁ ἥλιος, τ’ ἄστρη, τὰ παιδιόθεν γνώριμα,
τὸν νοῦ σταυρώνουν, μὴν ῥουφήξει ὁ ἄβυσσος.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Στὸ παληὸ ἐργοστάσιο


ρξγ΄

Στὸ παληὸ ἐργοστάσιο

Σιωπὴ γύρωθε ζώνει το κι ἀγριάγκαθον,
χαμαὶ γυαλιὰ στρωμένα, σίδερον σκουριά,
μοῦχλα κ’ ὑγρότη, ἀρρώστια, σαρκοτρώγουν το,
κ’ ἡ σκόνη, χιόνι, χρῶμα δίχως χρώματα,
καὶ ὁ λαός, ἀποδημήσας, σκόρπισεν.
Τὰ ἑσμάρια σου ἂς φωλιάσουν, ῥῆγα τῶν στοιχειῶν,
κρουστὸ βασίλειο, ἂς φτειάσουν, ἀραχνόφαντον·
τοῦ ἔργου, πάει, κρουσεύτη ὁ προμαχών,
τοῦ μόχτου τ’ ἅγιον πνεῦμα ξόρισεν ἡ ὀκνιά,
δῶ τὸ κουφάριν κ’ ἡ ψυχὴ στὸν ἄβυσσο.