Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Εἰς τὴν ὁμίχλη




















ρπβ΄

Σκεπὲς ξεκρίνω, * κι’ ἡ ὁμίχλη πλημμυρίδα,
νήσων, λές, κορφὲς * στὸ πέλαο τοῦ ἀνεγνώρου.
Μὲ τὴν ἄμπωτιν * ποιός νὰ πιστέψῃ ἀτόφυα
καὶ ἀνάλλαγα * κι’ ὡς πρὶν πὼς ὅλα ἐμεῖναν;
Καὶ ποιός νὰ ἠξεύρῃ * τὸ κινοῦν ἢ τί κρύπτῃ;
Ξόρκι μάγισσας * ἢ ἀναπνοιὰ δρακόντου.
Νεκρῶν ἢ στοιχειῶν * τὸ ἀμποδεμένο ἀσκέρι.
Ἀβυσσαίας ῥωγμῆς * τὸ γλίσχρο ἅρπαγο χέρι.
Ἄχθος τὸ ἐν ἡμῖν * ποὺ καταλυέται ἀτμίζον.
Ξωθιῶν ἑσμάρια * νυχτοπεταλουδένια
πού, ἀφρός, πλανῶνται * σὰν μέσα τους βαδίζω.


Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

The Master



















Πεζὸ ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ

Ὅταν τὸ σκότος ἡπλώθη ἀνὰ τὴν γῆν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, φέρων ἐκ πεύκης δαλὸν ἀνημμένον, κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ λόφου εἰς τὴν κοιλάδα. Ὅτι ἤθελεν μεριμνήσει περὶ τῶν οἰκείων πραγμάτων.   

Καὶ γονυπετῆ ἐπὶ τῶν πυρολίθων τῆς κοιλάδος τῆς ἀπωλείας εἶδεν νέον ἄνδρα γυμνὸν καὶ θρηνοῦντα. Τὸ χρῶμα τῆς κόμης αὐτοῦ ἦτον ὡς τοῦ μέλιτος καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ὡς ἄνθος λευκόν, ἀλλὰ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἦτο πεπληγμένον ὑπὸ ἀκανθῶν καὶ ἐπὶ τῆς κόμης αὐτοῦ εἶχεν σκορπίσει τέφρας ἀντὶ στέμματος.

Καὶ οὗτος ὁ μέγαν πλοῦτον κατέχων εἶπεν εἰς τὸν νέον ἄνδρα τὸν γυμνὸν καὶ θρηνοῦντα: «Δὲν ἀπορῶ μὲ τὸ μέγεθος τῆς θλίψεώς σου, ὅτι Ἐκεῖνος ὑπῆρξεν ἀληθῶς δίκαιος ἄνθρωπος».  

Καὶ ὁ ἀνὴρ ὁ νέος ἀπεκρίθη: «Δὲν θρηνῶ γιὰ Ἐκεῖνον, παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτόν μου. Κι’ ἐγώ, ἂν ἠξεύρῃς, τὸ νερὸν ἤλλαξα εἰς κρασίν, καὶ τοὺς λεπροὺς ἐγιάτρεψα καὶ εἰς τοὺς τυφλοὺς ἔδωσα τὸ φῶς των. Ἐβάδισα ἐπάνω εἰς τὰ ὕδατα, κι’ ἀπὸ τοὺς κατοίκους ὁπού ’ναι εἰς τὰ κιβούρια ἐξώρκισα διαβόλους. Καὶ τοὺς πεινασμένους ἔθρεψα εἰς τὴν ἔρημον ὅπου δὲν ἦτον τροφή, καὶ τοὺς ἀποθαμένους ἐσήκωσα ἀπὸ τὰ στενόχωρά των ὁσπίτια, κι’ ὡς πρόσταξα, κι’ ἐνώπιον ἄμετρου λαοῦ, μιὰ στέρφα συκῆ ἐξεράνθη. Ὅλα ὅσα τοῦτος ὁ ἄνθρωπος ἔκαμεν, ὁμοίως τὰ ἔκαμα. Κι’ ὡστόσο δὲν μ’ ἔχουν σταυρώσει».


Φωτογραφία: Napoleon Sarony   

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

The Artist



















Πεζὸ ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ

Κάποιαν ἑσπέραν ἐφώλιασεν ἐντὸς τῆς ψυχῆς του ἡ ἐπιθυμία νὰ πλάσῃ μιὰν ἀπεικόνισι «Τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀντέχει γιὰ μιὰ στιγμή». Καὶ ἀνεχώρησεν ἐντὸς τοῦ κόσμου πρὸς ἀναζήτησιν ὀρειχάλκου. Ὅτι μόνον μὲ ὀρείχαλκο μποροῦσε νὰ ὁραματίζεται.

Ὅμως ὅλος ὁ ὀρείχαλκος τοῦ κόσμου ὁλάκερου εἶχεν ἐξαφανισθῆ, μήτε ὁπουδήποτε ἐντὸς τοῦ κόσμου ὁλάκερου ὑπῆρχε λίγος ὀρείχαλκος γιὰ νὰ βρεθῇ, ἐκτὸς μόνον ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκο στὴν ἀπεικόνισι «Ἡ Θλῖψι ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα».

Τούτη τὴν ἀπεικόνισιν εἶχεν ὁ ἴδιος, μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, πλάσει, καὶ τὴν εἶχε τοποθετήσει ἐπὶ τοῦ μνήματος τοῦ μοναδικοῦ ὄντος ποὺ ἀγάπησε στὴν ζωή. Ἐπὶ τοῦ μνήματος τοῦ νεκροῦ ὄντος ποὺ πειότερον ἀγάπησεν εἶχε τοποθετήσει τὴν ἀπεικόνισι ποὺ ἦταν δικό του πλάσμα, ὥστε νὰ μπορῇ νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἔνδειξι τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν πεθαίνει ποτέ, καὶ ὡς σύμβολο τῆς θλίψεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα. Καὶ στὸν κόσμον ὁλάκερο δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος ὀρείχαλκος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκο τούτης τῆς ἀπεικονίσεως.

Καὶ ἔλαβε τὴν ἀπεικόνισι ποὺ εἶχε πλάσει, καὶ τὴν ἐτοποθέτησεν ἐντὸς μεγάλης καμίνου, καὶ τὴν παρέδωσε στὴν φωτιά.

Καὶ μὲ τὸν ὀρείχαλκο τῆς ἀπεικονίσεως «Ἡ Θλῖψι ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα» ἔπλασε μιὰν ἀπεικόνισι «Τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀντέχει γιὰ μιὰ στιγμή».


Φωτογραφία: Napoleon Sarony

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς μίαν κυριακὴν τοῦ 1980



















ρπα΄

Κυριακή, δρομεῖ * ἀστραφτερὸ τ’ ἁμάξι,
ἀγροί, ληοστάσια * προσπερνοῦν ὡς σιμώνουν.
Κι’ ὕστερα ἥλιος * κι’ ὥρα χρυσῆ· τὸ γέρας
κῦμα κρύσταλλο, * πετράδια τῆς ἁρμύρας.
Καὶ τὸ σύθαμπο * γυμνὰ κορμιὰ ποὺ ἱδρώνουν· 
στὸ τραπεζάκι * καπνὸς στηλώνει, κι’ οἶνος,
«καὶ καλύτερα…» * κηρύττει ἕνα τραγούδι.  
Κι’ ἀπὸ τὰ βένθη * τῶν στοιχειακῶν ῥηγάτων
φριχτὲς ὑλακὲς * ἀσβολερῶν φουσσάτων
λογχίζουν καρδιὲς * ποὺ ἐν τρόμῳ προμαντεύουν
πὼς πειὰ θ’ ἀνέβουν * στὸ φῶς οἱ ἀβυσσόθεν.  


Φωτογραφία: JaneArt
(Wikimedia Commons)

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς Ἄραβα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ



















ρπ΄

Ἀλεξανδρείας * κατακτηθείσης Ἄραψ
τοῦτα μαρτυρεῖ. * «Νυχθημερὸν ἡ πόλις,
λευκομάρμαρη, * φεγγοβολᾷ ὁλόθεν·
ὥστε καὶ ῥάφτης, * νύκτωρ, δίχως λυχνάρι
ἄκοπα περνᾷ * κλωστὴν ἀπὸ βελόνη.  
Τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς * οἱ ἐν ὁδοῖς καλύπτουν».
Ἂν ηὗρες τρόπον, * Ἄραβα, τ’ ἀκριβά σου
μάτια νὰ φυλᾷς, * βάδιζε, μὴ σὲ σκιάζῃ
τῆς μαρμαρίνης * πόλεως ἡ λευκότης.
Γιὰ τῶν Ἑλλήνων * τὸ φῶς ἔγνοια μὴν ἔχῃς,
ἀλεξήλιον * ἄτρωτο ἤδη κατέχεις
τῆς πίστεώς σου * τοὺς ἥσκιους καὶ τὰ σκότη. 


Φωτογραφία: Wilhelm Von Gloeden
(Wikimedia Commons)

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Εἰς τὴν σιωπήσασαν



















ροθ΄

Μίλα, σ’ ἀγαπῶ * μ’ ἁπλῆ θεοῦ ἀγάπη.
Πύρινοι, ἁλυχτοῦν, * λύκοι τὰ πρῶτα τ’ ἄστρη
στὲς μαῦρες λόχμες * τῆς νυχτιᾶς ποὺ ζυγώνει.
Κι’ οἱ ψυχές, κύνες, * χοροὺς κι’ ὄργια θυμοῦνται,
νυχτέρια, καρτέρια, * μ’ ἄγρες ὁ νοῦς γιομώνει
κι’ ὀρθὲς κορμώνουν· * κι’ ἀπὸ τῆς γῆς τὰ κάστρη
μ’ ὄψιν μανιακὴ * τὲς ἅλυσες δαγκώνουν.
Ἔρως ἂς χυθῇ * τὴ σάρκα νὰ σκοτώσῃ
κι’ αἷμα νὰ γευτῇ, * πλούσιο σὰν πιδακίσῃ,
φόνος ἱερός, * τὸ πνεῦμα θὰ λυτρώσῃ.   
Νὰ φτερακίσῃ * στ’ ἀμόλευτα τὰ δάση,
μὲ τὴ φλογινὴν * ἀγέλην νὰ σμειχτοῦνε,
νὰ τρέξουν, νὰ παίξουν, * νὰ μυριστοῦνε. Μίλα.  
Καὶ ν’ ἀποκριθῇς * στοὺς λυκηθμοὺς τῶν ἄστρων.


Φωτογραφία: Yvonne Park
(Wikimedia Commons)

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Περὶ εὐγενείας




















ροη΄

Στὸ προαύλιο * κλωτσῶντας πετραδάκια
προχωρᾷ σκυφτός. * «Ἅμα τὰ ὅσα εἶπε
ἡ κυρία μας * στὸ μάθημ’ ἀληθεύουν,
ἡ εὐγένεια * κάποια μαγεία θά ’ναι.
Στὸν κὺρ Θόδωρα, * ὄχι στὸν κὺρ Ἀντώνη,
στὸν κὺρ Θόδωρα * θὰ πάω ν’ ἀγοράσω,
πού ’ναι φωνακλᾶς * καὶ συνεχῶς γκρινιάζει.
Κι’ ἅμα σκλαβωθῇ, * τρόπους σὰν δοκιμάσω,
ἀπὸ δῶ κι’ ἐμπρὸς * εὐγενικός, ναί, θά ’μαι».  


Φωτογραφία τοῦ ἱστολογίου

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Χειμῶνας τοῦ 1992



















ροζ΄

Νεοκλασσικό, * διάλειμμα στὸν ἐξώστη,
λέει ἀνέκδοτα * ἡ ἀνύποπτή μου ἀγάπη
καὶ καπνὸ φυσᾷ· * γελῶ κι’ ἀνάβω κι’ ἄλλο.
Ὀνειροπολῶ * πλησίον κρημνοῦ ἐρεβώδους
καὶ μὲ τὸν ἥλιον * κατάμματα ἐλπίζω.


Φωτογραφία: Jean Angelou
(Wikimedia Commons) 

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Κοντάκιον ἢ μπαλλάντα














ροστ΄

Τὸ κοντάκιον * ἀρχαῖος ἦτον ὕμνος
τῶν φιλοχρίστων· * ἐν ἀρχῇ προοίμιον,
οἶκοι κατόπιν, * κι’ ἕκαστον οἶκο κλείνει
τὸ ἐφύμνιον, * τὸ ἴδιο πάντα σ’ ὅλους.
Τὸ πρῶτο γράμμα * κάθ’ οἴκου σχηματίζει
ἀκροστιχίδα, * ῥῆσιν, ὄνομα, φράσιν.
Σκεῦος λόγου ἁβρό, * ποὺ αἰῶνες λησμονήθη,
δύναται ὕψος, * δύναται μεγαλεῖον!
Πῶς νὰ τραγουδῶ * τὸ θώρι τὸ γυμνό σου;
Φέρεις τῆς κυρᾶς * τῆς Κύπριδος τὲς χάρες,
κάλλος σαρκοθὲν * ποὺ Κάλλος ἀναβλύζει.
Μὲ κοντάκια, * θαῤῥῶ, πλειότερο ἀξίζει
παρὰ μ’ εὐτελεῖς * φραντσέζικες μπαλλάντες. 


Φωτογραφία: Fernande τοῦ Jean Angelou
(Wikimedia Commons)

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Ἀπὸ καὶ πρὸς



















ροε΄

Πλήρωσ’, ἐν σιωπῇ, * κατηφὴς στὸ ταμεῖο
φόρον ὁ φτωχὸς * κι’ εὐθὺς τὰ μετρηθέντα
παρεδόθησαν * νὰ μετρηθοῦν καὶ πάλι
ἀπ’ τῆς γλώσσαργης * ξερακιανῆς τσιγγάνας
τὰ κατάφορτα * καὶ χρυσωμένα χέρια.


Φωτογραφία: Carlos Szathmari
(Wikimedia Commons)