Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

Προφητεία


Προφητεία

σκθ΄

Σμείγ’ ἡ κυρὰ τοῦ γδικιωμοῦ τὸ βλέμμα τοῦ κοράκου·
σκαιὰ γοργοφτερούγισε κι’ ἐκ τὸ βουνὸ κατέβη,
καὶ γύρους τρεῖς ἐγύρισε, τὰ ἐρείπια ἐθώρα κάτου,
γκρεμίσματ’ ἀγναντεύει ὁ κόραξ τῆς Νεμέσεως.

Κι’ ἐστάθη στῆς καστροεκκλησιᾶς τὸν ῥαγισμένο τροῦλλο –
π’ ἄλλοτε ὑψώνετο σταυρός, μετὰ ἐπυργώθη Γάμμα
κι’ ἀλάστορες ἐκήρυξαν τὸν Ἕλληνα γασμοῦλο
καὶ μαύρην ὕβρι τάμμα – ὁ κόραξ τῆς Νεμέσεως.

Κι’ ἐβίγλιζε τὸ ἄπειρον μὲ κρυογυαλένια μάτια,
γιομᾶτα χλεύη θριαμβευτοῦ, γιομᾶτα δίκης κῦμα –
ὦ μεταπόλις τῆς ψευτιᾶς μ’ ἀθέμελα παλάτια
σ’ ἄθεστο ἐκλείστης μνῆμα – ὁ κόραξ τῆς Νεμέσεως.

Κι’ ἀφοῦ εὐφράνθη ὄλεθρο κι’ ἐχόρτασε τὴν πτῶσι
φριχτὸν ἔκρωξε τὸν κρωγμό, τὴν ἐρημιὰ στοιχειώνει·
στὸ ἀστροφόρο αἰώνιον, ὕμνο ν’ ἀφιερώσῃ,
τὴν κεφαλή του ὑψώνει ὁ κόραξ τῆς Νεμέσεως.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Ὀρφικὸς ὕμνος Ἑστίας


Ἀπόδοσις τοῦ ὀρφικοῦ ὕμνου Ἑστίας

Ἄνασσα Ἑστία τοῦ ἰσχυροῦ τοῦ Κρόνου θυγατέρα,
τ’ ἀενάου μέγιστου πυρὸς πό ’χεις τὸ μέσο δῶμα,
τοὺς ὅσιους μύστες ἄμποτε στὲς τελετὲς νὰ ὑψώσῃς,
ν’ ἀειθάλλουν, νὰ πολυευτυχοῦν, νὰ εὐφρονοῦν, ν’ ἁγνεύουν·
κάστρο θεῶν μακάριων, θνητῶν τὸ δυναμάρι,
αἰώνια καὶ πολύμορφη, παμπόθητη, ὡσὰν χλόη,
μακάρια, χαμογελαστή, θυσίες δῶ καλοδέξου,
κι’ οὔρια εὐτυχία φύσηξε κι’ ὑγειὰ ἁπαλυνοχέρα.


Ἱστίη εὐδυνάτοιο Κρόνου θύγατερ βασίλεια,
ἣ μέσον οἶκον ἔχεις πυρὸς ἀενάοιο μεγίστου,
τούσδε σὺ ἐν τελεταῖς ὁσίους μύστας ἀναδείξαις,
θεῖσ’ αἰειθαλέας, πολυόλβους, εὔφρονας, ἁγνούς·
οἶκε θεῶν μακάρων, θνητῶν στήριγμα κραταιόν,
ἀϊδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε,
μειδιόωσα, μάκαιρα, τάδ’ ἱερὰ δέξαι προθύμως,
ὄλβον ἐπιπνείουσα καὶ ἠπιόχειρ’ ὑγίειαν.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Τροπάριον εἰς Πλάτωνα


Τροπάριον εἰς Πλάτωνα

σκη΄

Τοῦ ἀστροφόρου κόσμου ἐφανέρωσας τὴν φύσιν,
κατέδειξας ἀγῶνα πρὸς τῶν ὄντων τὸν λειμῶνα,
ἐκήρυξας τὸ σῶμα ψυχῆς ἀθανάτου δῶμα,
τὴν ἀρετ’ εἶπας γνῶσιν καὶ ἀνάμνησιν τὴν γνῶσιν·
δεῦτ’ ἐλευθερωθῶμεν οἱ δεσμῶται τοῦ σπηλαίου,
πλησίον τοῦ στομίου φῶς ἀνέσπερον θεῶμαι,
τοῦ ἀγαθοῦ τὸ ἄστρον ὑπερούσιον αὐγάζει.
Χαῖρε ὁ φιλόσοφος, ὁ τοῦ γένους μέγας αὐλητήρ.
Χαῖρε ὁ μυθοποιός, ὁ τοῦ θείου λόγου ῥαψῳδός.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

Ὁ ἱερὸς γάμος


Ὁ ἱερὸς γάμος

σκζ΄

Ἥλιος ἐπρωτοχάραξε, βροχὴ οὐρανόθε τρέχει,
φωτοσαϊττεύει τὰ δεντρά, τὸν ἄμμο ἀχτιδοβρέχει.
Πᾶς ἥσκιος ὀπισωπατεῖ, σέρπεται τὸ σκοτάδι,
ὀφίδ’ ὑπάγει καταγῆς, φεύγει τ’ ἀητοῦ τὸ σκιάδι.

Ἥλιος ἀντρειώθη βαθμηδὸν καὶ χρώματ’ ἀχνοῤῥαίνει,
χτίζει τὰ σχήματ’ ἁρμαθιές, γραμμὲς ὁλοῦθε δένει.
Τὸ νύχιο κῦμα ἐπάγωσε καὶ σκορποκαταλυέται,
μορφὴ ἐκ τὰ βύθη φαίνεται, στὸ ἡλιόφως ἀναδυέται.

Ἥλιος ἀκέρηος ἔλαμψε κι’ ἡ νύχτα σπηληοκρύφθη,
ἔλειψε τ’ ἀξεδιάλυτο, τὸ πᾶν γεωμετρήθη.
Τοῦ σκοτοχάους τ’ ὄνειρον ἀνεστολίσθη κόσμος,
τὸ ἐδύνετον φανερωθῇ ἐφανερώθη νόμος.

Στοχάζομ’ ὡς ἀγρόκηπο τὴν πρὶν τοῦ κόσμου χώρα,
μήτ’ ἦσαν δέντρη καὶ ἀνθοί, μήτ’ ὕδωρ, γῆ, μήτ’ ὥρα.
Κεῖτο ζυμάρι ἀνείδωτο καὶ ὅ,τι μπόρειε ὑπάρξῃ
σπέρμα ἐκοιμᾶτο, τρίσβαθα, στοῦ ἀνύπαρκτου τὴν τάξι.

Τρισήλιος πρωτανέτειλε, τὴν λάσπη δοξαρεύει,
σπαρνᾷ τὸ ἀσάλευτο κορμί, στὴν ξιφαριὰ σαλεύει.
Κι’ ἐγιόμισε μορφὴ παντοῦ, γεωμετρία καστρώθη,
κι’ ἀπ’ τοῦ Νοητοῦ τὴν δοξαριὰ πλάσις ἐθεμελιώθη.

Κι’ ὑγιὸς γεννήθη ὁ μέγας Πᾶν, τ’ ὁλόλαμπρο βλαστάρι,
ποὺ ἄπαυτα στροβιλίζεται, γυροβολᾷ μὲ χάρι.
Κι’ ἀντάμα ἡμεῖς χορεύομε κι’ ὁμοῦ γυροβολοῦμε,
κάθε στιγμὴ τοῦ αἰώνιου γάμον ἱερὸ τελοῦμε.

Πίσω ἀπ’ τὸν Ἄθω ἐῤῥόδισε, φωτίσθ’ ἡ Σιθωνία,
τοῦ ἀρχῆθεν γάμου ἀνάμνησις τελέσθ’ ἡ ἱερουργία.
Στὴ φοῦχτα μου ἁρμυρὸ νερό, σπονδὴ στὸν ἄμμο ῥαίνω,
σηκώνομαι, τινάζομαι, κι’ εἶν’ ὥρα νὰ πηγαίνω.

(Δυὸ φωτοστῆλες ἀντικρύ, στὰ σκότη ὡς γυμνωθοῦμε,
ἥλιος μου, γῆ σου, κι’ ἥλιος σου καὶ γῆ μου, θὰ πιωθοῦμε.
Κι’ ὣς μὲς στὴν κεντρικὴ φωτιὰ θὲ νὰ ὑψωθῇ ἡ δίνη,
τῆς πρωταυγῆς ἡ θύμησις στὴν αὐγινή μας κλίνη.)

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Φωτογραφία Ι


















Ὁ προπάππος μου Εὐάγγελος Σαρρῆς μὲ τὴν προγιαγιά μου Γιαννοῦλα Ῥῆγα, ἀπὸ τὸ Χαμιντιὲ τῆς Μαγνησίας τοῦ Ἕρμου.


Φωτογραφία ἱστολογίου

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Εὐχὴ εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον τὸν μυροβλύτην ὑπὲρ Μακεδονίας

Εὐχὴ εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον τὸν μυροβλύτην
ὑπὲρ Μακεδονίας

σκϚ΄

Τοῦ ἡλίου τ’ αὔγασμα, * τὴν μυριοκάνδηλη νυχτιά,
τοῦ πελάγους τὸ γλαυκό, * τοῦ λειβαδιοῦ τὴν χλόη
καὶ τῆς βουνίσιας κρήνης * ῥέον καθάριον ὕδωρ,
ἐντὸς ποθῶ, Δημήτριε, * τῆς φύσεως πᾶν κάλλος.

Ἐδῶ στέκει ὁ οἶκος * ὅπου πατρίδα μου καλῶ,
νυμφεύθη ἡ ψυχή μου * τὸ μυστικό της σῶμα,
πελλαῖος δράκων πνεῦμα * πέρζωσε τὸν κισσό μου,
ἡ χώρα σου, Δημήτριε, * τῶν Μακεδνῶν τὸ δῶμα.

Ἐδῶ εἰμὶ ὁ Νέστωρ * μὲς στοῦ ζοφεροῦ σταδίου
τὸ ἀνήλιαγο κελλί· * τὸ σφαγμένον εἶμ’ ἀρνί,
μὲ κλαίω ζῶντας ἀκόμα, * ζῶντας μὲ μνημονεύω,
ἐντὸς τρέμω, Δημήτριε, * τὸν πάμφριχτον Λυαῖο.

Τῆς γῆς οἱ κεφαλᾶδες * πλήθια Λυαίων κυβερνοῦν
μὲ πλούτου μαῦρα σκῆπτρα, * γητειὲς αὐτολατρείας·
πῶς στ’ ἄμμου τ’ ἀντροκάλιο * δεινοὺς πολεμιστάδες,
ἂν καὶ βαστῶ, Δημήτριε, * πῶς δύναμαι νικήσω;

Ἰδού, ἐθνῶν ἐμπόροι * ἐνώπιον ὄχλου σέρνουσι
τὴν κόρη τῆς Ἑλλάδος· * γυμνώνουν μετὰ χλεύης,
σκίζουν ἀρχαῖες πορφύρες, * ἀρχαία ψυχὴ μολεύουν,
θρηνῶ, φρῖξον Δημήτριε, * τ’ ὄνομ’ αὐτῆς κουρσεύουν.

Γι’ αὐτὴν θὰ πολεμήσω. * Τὸ ψεῦδος, κρῖμ’ ἀσχώρετο
κι’ ἥσκιος βαρύς, θολώνει * τοῦ δίκηου τὸ ἡλιόφως·
στῆς ἀρετῆς τὸν κάμπο * κάθ’ ἄνθος βεβηλώνει
κι’ ἄχρωμ’ ἀνθεῖ, Δημήτριε, * καὶ μήτ’ εὐώδια χύνει.

Τοῦ Λόγου εἶσαι κοίτη, * τὰ οὐρανόθεν ὕδατα,
κῦμα δριμὺ ἀφρίζον, * ἂς ῥεύσωσιν ἐντός μου
γιομίζοντάς με θάῤῥος * τὲς λίμνες ὡς γιομίζουν,
δειλὸς εἰμί, Δημήτριε, * οἱ ποταμοὶ τοῦ κόσμου.

Κι’ ὅταν σταθῶ στὸν ἄμμο, * γύρω εἰς πλάσι ἀνείδωτη,
μακάβρια θ’ ἀνεμίζουν * ματόβρεχτοι χιτῶνες,
θ’ ἀνοιοῦν μαῦρες φτεροῦγες, * μάτια θ’ ἀστράφτουν πείνας,
νύχια γαμψά, Δημήτριε, * κῆρες οἱ ἀνδροφόνες.

Καὶ ἂν μὲ ἀντρειώσῃ * τῶν χειλιῶν σου ἡ ἀνάβρα
κι’ ἀκατέλυτος φανῶ, * πρὸς μὲ ὡς μειδιάσουν
δόξα κι’ ἀλαζονεία * τὸ βλέμμα θ’ ἀποστρέψω·
σὺ νικητής, Δημήτριε, * καὶ ἡ Μακεδονία.

Στὸν θρόνο τοῦ αἰθέρος * ὑπὲρ ἡμῶν, Δημήτριε,
κάμε νὰ μεσιτέψῃς· * ὅτι σὺ ἀξιώθης
ὑπὸ τοῦ Βασιλέως * οὐράνια τὴν πατρίδα.
Φύλαξον, ὦ Δημήτριε, * τὴν ἐπὶ γῆς πατρίδα.

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Ὁ τραγουδιστὴς



















Διασκευὴ πεζοῦ ποιήματος
τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου

Εἰς μνήμην

Ἡ πόλις εἶναι ζάλευκη, ἡ πόλις εἶν’ πανώρηα,
ἡ πόλις γέμει μέγαρα, παλάτια μαρμαρένια,
φεγγοβολοῦν τὰ μέγαρα κι’ ἀστράφτουν τὰ παλάτια,
κι’ ὄρη ἁψηλὰ περζώνουν την, βουνὰ τοῦ παραδείσου.
Ἥλιος λάμπει κατάχρυσος, περιπατεῖ τὴν πόλι,
θωρεῖ τὰ ὄρη τρόγυρα καὶ μέσα τὰ παλάτια,
θωρεῖ τὲς πόρτες σφαλιστές, κλειστὰ τὰ παραθύρια,
ψυχὴ μιὰ δὲν ἐθώρησε, νὰ εἰπῇ «Καλὴν ἡμέραν».
Φωτίζει ὁδοὺς κι’ ὀδύρεται καὶ τρίστρατα καὶ κλαίγει,
κι’ ἄλλοτες ὅταν ἔλαμπε πολλοὶ καλημερίζαν,
κι’ ἡ πόλις χαίρετο χαρὲς κι’ ἑγιώρταζε γιορτάσια,
καὶ τώρα κεῖται πάντερμη κι’ ὁμοιάζει νεκρωμένη.
Πνεῦμα Κακὸν ἐπέρασε, Πνεῦμα Κακὸν ἐφάνη,
καὶ τὴν χαρὰ ἐμαρμάρωσε κι’ ἐσβῆσαν τὰ γιορτάσια,
κι’ οἱ ἀνθρῶποι ἐμανταλώθηκαν, στὰ σκότη ἐκλειστῆκαν,
κι’ ἁλυσωθῆκαν οἱ ψυχὲς μὲς στὰ νεκρὰ κορμιά των.

Ξάφνου ἡ σιωπὴ ἀκροῤῥιγεῖ κι’ ἡ σιγαλιὰ ἀναδεύτη,
σαλεύει τοῦ Ἥλιου ἡ νηνεμιά, φῶς ἀνακυματίζει,
κι’ ἕνας τραγουδιστὴς περνᾷ κι’ ἔρμες ὁδοὺς διαβαίνει.
Κάτω πάγει ὁ τραγουδιστὴς κι’ ἀπάνωθέ του ὁ Ἥλιος,
κάτω γελᾷ ὁ τραγουδιστὴς κι’ ἀπάνω κλαίγει ὁ Ἥλιος,
κι’ ὅλον γελᾷ, περιγυρνᾷ, καὶ λέγει τραγουδῶντας
«Ὦ λυγερὸν σπαθάκι μου, ὦ κοφτερὸν σπαθί μου».
Ποιός νά ’ναι; Πόθεν ἔφτασε; Καὶ ποιόν σκοπὸ κατέχει;
Τοῦ Ἔρου εἶν’ διαλαλητής, τοῦ Ἔρου μαντατοφόρος.
Ὁ Ἔρως ὁ ἐρωτεύεται κι’ ὁ πάντα ἐρωτευμένος
ῥωτεύθη ὅλες τὲς ψυχές, ῥωτεύθη ὅλη τὴν πόλι,
τὴν πόλι τὴν βουνοστεφῆ καὶ μαρμαροχτισμένη,
κι’ ἔπεμψε τὸν τραγουδιστή, γιὰ νὰ τὴν ἐξυπνήσῃ.
Ξαρμάτωτον δὲν πέμπει τον, τοῦ ’δωκεν καὶ δυὸ δῶρα,
δύναμιν ἀκατέλυτη, δύναμι νικηφόρα,
κι’ ἕν’ ἀδαμάντινο σπαθί, σπαθὶ τῆς Ἐμμορφίας,
ποὺ κόβει ὅλες τὲς ἅλυσες καὶ μάγια ξεμαγεύει,
κι’ ἀρματωμένον πέμπει τον, τὴν πόλι νὰ ἐξυπνήσῃ.

Καὶ τὸ λοιπὸν περιγυρνᾷ, τὲς ῥοῦγες παίρνει ἀράδα,
δὲν παύει τὸ περιπατεῖν, τὸ τραγουδεῖν δὲν παύει,
κι’ ἔχει φωνὴ γλυκύτατη, φωνὴ τρανοκαθάρια,
καθάρια ὡσὰν κρηνόνερο, γλυκειὰν ὡς τ’ ἀνθομέλι.
Περνᾷ τὲς πόρτες σφαλιστές, κλειστὰ τὰ παραθύρια,
κι’ οἱ ἁλυσωμένες οἱ ψυχὲς μὲς στὰ νεκρὰ κορμιά των
νιώθουν λόγια γλυκύδωρα, γροικοῦν τὴν μελῳδιά της·
κι’ ὡς ἡ ὥρηα Σουλαμίτιδα ταράχθη τρίσβαθά της,
κεντᾷ ἔρως τὰ σπλάχνα των, δονεῖ τὰ σωθικά των.
Καὶ μιὰ καὶ δυὸ εἰς τὴν ἀρχήν, πλῆθος κι’ ὅλες κατόπιν,
σηκώνονται ἀπ’ τὸν θάνατο, πετάγονται ἀπ’ τὸν ὕπνο,
τὰ παραθύρι’ ἀνοίγουν τα, πόρτες ξεμανταλώνουν,
καὶ μετὰ πόθου χύνονται στὸ φῶς νὰ τὸν ἰδοῦνε…
γυρεύουν, ποῦ τραγουδιστής, γροικοῦνε, ποῦ τραγούδι.
Δὲν εἶναι πλειὸν τραγουδιστὴς καὶ μήτε καὶ τραγούδι,
ἀμ’ εἶναι οἱ ψυχὲς ὀρθές, στὸ ἡλιόφως ξυπνημένες,
τὰ παραθύρια ὀρθάνοιχτα κι’ οἱ πόρτες λιολουσμένες,
ψυχὲς στὸ Φῶς ἐλεύθερες, στὸ Φῶς ἐρωτευμένες.


Σχέδιο ἀπὸ φωτογραφία: Πέτρος Ροῦμπος

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ἀειθέρος


Ἀειθέρος

σκε΄

Λιοπύρι ἂν ἦτον ἐς ἀεὶ στὴν πλάσι
κι’ ἄθωρ’ ἡ ἀνατολὴ κι’ ἄγνωρ’ ἡ δύσι
κι’ ἀβίγλιστ’ ἡ ἀστρινὴ τῆς νύχτας φτάσι,
τοῦ ἡλιοῦ τὸ λάμπος ποιός νά ’χεν ὑμνήσει;

Κι’ ἐκειὸς ὅπου ἔρμος δὲν ἔχει ξυλιάσει
στὴ νεκρωμένη ὁγρὴ  χειμέρια φύσι,
ἀνέλπιδος πότε θ’ ἀναβλαστήσῃ,
τὸ ἀμάραντον θέρος πῶς νὰ δοξάσῃ;

Εἰς κρύες καρδιὲς βάδισ’ ἄμετρα μίλια,
μέτρησ’ αὐγές, λιογέρματ’, ἀστροσμάρια,
πλέον ἀγαπῶ θέρη ἄδυτα, λιοπύρια.

Τὸ λιόβγαλμά σου εἶδα, γυνή, καθάρια,
φωτοδρολάπι δίχως ἥσκιου μέρος·
γίν’ ἥλιος μου ἀνέσπερος κι’ ἀειθέρος.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

Λύρνα


Λύρνα

σκδ΄

Κεῖται μιὰ λίμνη * στὸν ἐρυθρὸ πλανήτη·
ὄχ’ ὑπογείως, * κάτω ἀπ’ τοῦ ἡλιοῦ τὴν σκῆτι
μονάζουν στὸ φῶς * τὰ σκοῦρα ὕδατά της.
Κεῖ ξαπόστασα, * στὴ νεκρωμένη ὀχθιά της,
ἀναμετρῶντας * τῆς γῆς τὴν μαύρη μοῖρα.
Καὶ μὲς στ’ ὄνειρον *  τὸ μήνυμα μοῦ ἐδόθη
πὼς τὴν γυρεύουν, * ποθοῦν τὰ μυστικά της.
Μόλις στῆς ὀχθιᾶς * σταθοῦν τὴ νέρινη ὄψι,
ναί, τὸ μυστικὸ * τῶν μυστικῶν θὰ εὕρουν,
- κι’ ἐκεῖ κι’ ἀλλαχοῦ * καὶ εἰς τὸ πᾶν ἀκέρηον -
τὸν ἑαυτό τους * ποὺ ἀναμετρᾷ τὴν μνήμη.
Ἄλλο δὲν θὰ βροῦν, * κι’ εἶναι ἁπλῶς μιὰ λίμνη
ὅπου θώρησα * στὰ νήνεμα νερά της
τοῦ θνητοῦ λαοῦ * τὴν πολύπικρη πεῖρα.
Μοῦ ἐγνώρισε * στ’ ὄνειρον τ’ ὄνομά της,
Λύρνα τὴν καλοῦν, * τὴν ὀνομάζουν Λύρνα.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

I Wandered Lonely As A Cloud (Daffodils)



















Ποίημα τοῦ Γουίλλιαμ Γουόρντσγουορθ

Σὰν σύγνεφο μοναχικὸ ἐπλανιόμουν
ποὺ πλέει πάνω ἀπὸ λαγκαδιές, λοφίσκους,
κι’ ἄξαφνα ἕνα πλῆθος φάνη ἐμπρός μου,
σμάρι, ἀπὸ χρυσολούλουδους ναρκίσσους·
παραλιμνιοί, στῶν δέντρων τὴν ἡσκιάδα,
κυμάτιζαν κι’ ἐχόρευαν στὴν αὔρα.

Ἄπαυτοι ὅπως τ’ ἄστρη ποὺ φεγγίζουν
καὶ τρέμουν μὲς στὸν γαλαξία δίσκο,
ἁπλώνοντο δίχως νὰ τερματίζουν
σὲ λιμνογιάλι ὁπ’ ὥριζε κολπίσκο:
Μὲ μιὰ γοργὴ ματιὰ μύριων θὰ εἶδα
ζωηρὸ χορὸ κι’ οἱ κεφαλές των στρίβαν.

Σιμὰ κύματα ἐχόρευαν· μὰ ἐκεῖνοι
στ’ ἀγάλλιασμα ἐπερνοῦσαν τ’ ὁγρὸ λάμπος:
Ποῦ ποιητὴς πειὸ εὔθυμος νὰ γίνῃ,
παρὰ στῆς χαροποιᾶς παρέας τὸ θάμπος:
Ἀτένισα- κι’ ἄλλο- μὰ δίχως σκέψι
τί πλούτια ἡ θέα των μοῦ εἶχε δρέψει:

Ὅτι συχνά, ὡς γέρνω στὸ κρεββάτι
μὲ πλῆξι ἢ μὲς στῶν λογισμῶν τὴν δίνη,
στράφτ’ ἡ θωριά των ξάφνου στὸ ἔσω μάτι
πού ’ναι τῆς ἔρμης ὥρας ἡ εὐφροσύνη·
καὶ τὴν καρδιά μου εὐθὺς χαρὰ κυριεύει,
κι’ ὁμάδι μὲ τοὺς νάρκισσους χορεύει.


Πορτραῖτο: Margaret Gillies;
"Courtesy of the University of Texas Libraries, The University of Texas at Austin."