Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Ὁ λεμονόκηπος


Ὁ λεμονόκηπος

σκα΄

Στὸν Δημήτριο Δικαῖο

Στῶν περβολιῶν τὴν μέσι λεμονόκηπος,
μιὰ δωδεκάδα δέντρη, σύθαμπον, ἐρμιά,
κι’ ὁλογδυμνὸ κορίτσ’ ἰδοὺ λευκόχερον
εἰς κουνιστὸ θρονὶ πέρα καὶ δῶθε πάει.
Μαλλιὰ μὲ λεμονάνθια καταμάργαρα
στοῦ ὠχροῦ κορμιοῦ τὸν ἄμμον ἀφροχύνονται,
σταυρώνει καὶ λυγίζει κνῆμες καὶ μεριά,
τὰ στήθη ἀναπετάζουν ὡς κορμώνεται,
κι’ ἀγερικόν, ὁμοιάζει, ἀκρελεφάντινο.
Τ’ ἀρχῆθεν Κάλλος ὥρισε ἀπρομάντευτο
κι’ ἐπρόσταξεν ὁ γρῦλλος, μόνος, νὰ λαλῇ,
κι’ εἶπεν ὁ λεμονόκηπος ν’ ἀκινητῇ.
Ὁ κυνηγὸς θωρεῖ τ’ ἅγιον εἰκόνισμα,
προσκυνογονατίζει στὴν ἀγροεκκλησιά,
κι’ ὁ πόνος ὁ ἁψίγλυκος, κατάβαθα,
τὸν δρόμο ἀναφεγγίζει τοῦ αἰώνιου.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

On the Grasshopper and Cricket




















   Ποίημα τοῦ Τζὼν Κὴτς
 
   Στὴν Νικολέττα Σίμωνος
 
   Ἡ ποίησις ποὺ βγάζ’ ἡ γῆ μηδέποτε πεθαίνει:
   Ὅταν μαραίνῃ τὰ πουλιὰ τοῦ λάβρου ἥλιου ἡ πύρα
   κι’ ἀράζουν στὶς δεντροδροσιές, φωνὴ γροικιέται γῦρα
   σὲ λειβαδιοῦ θαμνόφραχτου χλόη φρεσκοκομμένη.
 
   Εἶν’ τῆς Ἀκρίδος ἡ φωνή – κείνη παίρνει κεφάλι
   στοῦ θέρους τὴν γλυκειὰ βολή, – καὶ τελειωμὸν δὲν ἔχει
   μὲ τὶς χαρές· γιὰ ὡς κουραστῇ ἀπ’ τὸ τρελό της κέφι
   κάτω ἀπ’ ἀγριόχορτο τερπνὸν ἀνέτως ἀναθάλλει.
 
   Ἡ ποίησις ποὺ βγάζ’ ἡ γῆ ἀναπαημὸ δὲν κάνει:
   Στὸ ἔρμο χειμέριο σύθαμπο, ποὺ ὁ παγετὸς ἀργάζει
   σιωπήν, ἀπ’ τὴ θερμάστρα νά μὲ ἤχους λιγυροὺς
 
   τοῦ Γρύλλου τὸ τραγούδισμα, στὴ ζέστα πάντ’ αὐξάνει,
   κι’ εἰς ἕναν ποὺ ἀποκάρωσε μισάγρυπνος φαντάζει
   σὰν τῆς Ἀκρίδος ὅπου ἀχεῖ σὲ λόφους χλοερούς.
 
   Πίνακας: Joseph Severn

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Νοτίως τῆς Ἑρμιονείας

Νοτίως τῆς Ἑρμιονείας

σκ΄

Στὴν Σοφία Πόταρη

Κῆπος μὲ πλήθια κλαίουσες, σφερδούκλια, κυπαρίσσια,
μὲ ῥοδαριές, δρόγγους, κισσούς, κρῆνες καὶ λιθοδρόμια·
θαῤῥῶ τὴν πόλι ἐγύρευα, νὰ βγῶ στὴν Ἑρμιόνεια,
ἀμὴ πολλὰ ἐδίψασα κι’ ἀπ’ τὸ μαυρόνερο ἤπια.

Κι’ ὠχρὸς στὴν κρήνην ἔγειρα, στὸ πέργερο κοιμιέμαι,
κι’ ἦρθεν χειμῶνας ζάλευκος κι’ εἶδ’ ἄγριαν γῆ θανάτου,
κι’ ὅλ’ ἡ ἀγάπη ἐστράγγιζε, ῥέει στὰ κιβούρια κάτου,
κι’ ὅλο ἐδιψοῦσα, ἐκαίγομουν, ἄνοιξις καὶ πετιέμαι.

Καὶ στρόβιλοι μὲ πέρζωναν, στ’ ἄγουρον φῶς χορεῦαν,
γλακοῦσαν ἀπὸ ῥοδαριές, δρόγγους, κισσοὺς καὶ κρῆνες·
κι’ ὅταν ἐπαύτη ὁ χορὸς μ’ ὡρμήνεψαν οἱ μνῆμες
κι’ ἦσαν οἱ στρόβιλοι ψυχές, κι’ ὀνόματα μοὶ ἐλέγαν.

Καὶ τ’ ὄνομ’ ἀποκρίθην το, μ’ ἐπιτιμοῦν ὁμάδι.
«Πάρωρ’ ἀγέρθης, ἀδελφέ, σήκω νὰ περπατοῦμε,
κοντεύει ἡ Ἑρμιόνεια, τὰ τείχη πειὰ θωροῦμε,
τῶν ὀνειράτων τὸν λαό, τὰ καστροπόρτια τοῦ ᾅδη».

Κι’ ηὕραμε κήπους καρπεροὺς καὶ βοσκοτόπια ὀμπρός μας
καὶ ποταμὸ χρυσάργυρον, κάτου ἀπ’ τὸν λόγον ἥλιο,
κι’ ἔλουζε ἡ γελαστὴ σιωπὴ τῶν δίκηων τὸ βασίλειο,
κι’ ἡ ἐλπὶς σπαρνοῦσε μέσαθε νά ’ναι ὑστερνὸς σταθμός μας.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Εἰς τὸν Ὑάκινθον


σιθ΄

Λούλουδο π’ ἀνθεῖ * καὶ θερίζετ’ ἐς ἀεὶ
μὲς στοῦ Γίγνεσθαι * τὸν ζοφερὸ λειμῶνα,
γέλιο δὲν γελᾷς, * ἀνήσκιερο κι’ ἀτόφυο,
θνητὲ δίχως χνάριν * εἰς τὸ σταχτιὸ χῶμα.
Καὶ μήτε θεοῦ * τ’ ἀργυρόδροσο δάκρυ
κι’ ἡ χρυσῆ καρδιὰ * δύνεται νὰ σὲ σώσῃ
σὰν ὁ Ζέφυρος * δόλια λοξοφυσήσῃ·
ὁ Διόνυσος * μόνος θὰ σὲ λυτρώσῃ.
Ἀθῷος καὶ μάρτυς, * Ζαγρεύς, Σταυρωμένος,
τιτάνων τροφὴ * καὶ ἀρνὶ ἐσφαγμένον,
δικαίως κι’ ἀδίκως * εἰς βένθη μεγάλα
ὀνειρεύεσαι * τὸ φῶς πότε ν’ αὐγίσῃ·
ἡ Περσεφόνη * μόνη θὰ σ’ ἀπολύσῃ.
Ἂς προφέρωμεν * ὁμοῦ εὐχὴ καὶ πρᾶξι
«τὸ ἐρίφιον * ἔπεσε μὲς στὸ γάλα…»
κι’ ἕκαστος μετὰ * τὸ λούλουδον ἂς κλάψῃ.

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Silentium Amoris



















Ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ

Καθὼς συχνὰ ἥλιος ὑπέρλαμπρος φλογώνει,
βιάζει τὸ κάτωχρο, ἀνθιστάμενο φεγγάρι
πίσω στ’ ἀσβολερό του σπήληο, πρὶν κἂν πάρῃ
μιὰν ἔστω μοναχὰ μπαλλάντ’ ἀπὸ τ’ ἀηδόνι,
ὅμοια στὸ κάλλος σου τὰ χείλη μου ἀστοχοῦνε,
παράφωνοι κι’ οἱ γλύκιστοι ψαλμοί μου ἠχοῦνε.

Κι’ ὅπως διασχίζοντας τὸν κάμπο σὰν αὐγίσῃ
μ’ ὁρμητικὰ φτερὰ ἀγέρας καταφτάνει
καὶ σπάει μὲ τὰ δριμειὰ φιλιά του τὸ καλάμι
τὸ μόνο του ὄργανο πό ’χε νὰ τραγουδίσῃ,
ὅμοια μ’ ἀργάζονται τ’ ἀμέρωτά μου πάθη
κι’ ἀπὸ περίσσια ἀγάπ’ ἡ ἀγάπη μου βουβάθη.

Ὅμως εἰς σὲ θαῤῥῶ τὰ μάτια μου ἐξηγοῦνε
γιατὶ σιωπῶ, κι’ ἄχορδο τὸ λαγοῦτο μένει;
Κάλλια νὰ χωριστοῦμ’ ἀλλιῶς, πορεία ξένη,
γιὰ χείλη ἐσὺ γλυκύτερα ποὺ μελῳδοῦνε,
κι’ ἐγὼ νὰ πιῶ ἀπ’ τῆς στέρφας θύμησης τὴν κοῦπα
ἀφίλητα φιλιά, τραγούδια ποὺ δὲν σοῦ ’πα.


Φωτογραφία: Napoleon Sarony

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα ΙΙ


Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα ΙΙ

σιη΄

Στὴν ἅλυση ἒν ὁ βάρβαρος, λόγχες τὸν γονατίζουν,
πεζούρα ὀρδινιάστηκε, λάβαρα πορφυρᾶ,
στὰ ἡλιοκαμμένα μέλη του τὰ γαίματα πηχτά,
χωριὰ λαμπάδες τρόγυρα τοὺς οὐρανοὺς καπνίζουν.

Φτάνει λαμπρὸ τὸ ἀρχοντολόϊ κι’ ἡ δέσποινα τοῦ κόσμου,
καὶ τῶν σκουτάτων ἔγνεψε, προστάζουν τον ὀρθό.
«Ἂν μ΄ ἐδεχόσουν ῥήγισσα, δέον καὶ λογικό,
τὴν γῆ σου καστροέσπερνα καὶ σ’ εἶχα ὁμόδειπνόν μου».

«Βιὸ καστρινῶν δὲν ζήλεψα, βιὸ μυριομαντρωμένο,
νόμους φτειαχτούς, ζύγι’ ἄτιμα, κούφιες σοφίες, στανιό,
φερσιὲς φτενές, φτήνια, ἡδονές, τὸν ἄνθρωπο θεό·
μήτε ποθῶ τὰ δεῖπνα σου, λύκους νὰ συντυχαίνω.

Ἀπ’ τοὺς ἀνέμους κι’ ἀπ’ τὴ γῆς ὁ νόμος μας πηγάζει,
ἁπλὸς κι’ ἀρχαῖος σὰν τὸ νερό, δίκηος σὰν τὴν φωτιά.
Καὶ ναί, σφάζομ’, ἁρπάζομε, μὰ ὄχι ψυχές, κορμιά,
δὲν ξεύρω γιὰ τὰ οὐράνια σας ἀμ’ ὅλ’ ἡ φύσι ἁρπάζει».

Λόγια, φραγγέλλιο, ἐῤῥάπισαν, στὰ τρίσβαθα ἐταράχτη,
τὰ μάγουλά της ἔκαψαν κι’ ἐστρίγγλισεν μ’ ὀργή,
«Τὸ κτῆνος ὅσα ἐβέλασεν τίποτ’ ἂς μὴν γραφτῇ!»,
μετὰ ἐθυμήθη τοὺς παληοὺς κι’ ἐκρύφτη ἔρμη νὰ κλάψῃ. 

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Power and the Passion - Eloy



Τὸ «Power and the Passion» ἀποτελεῖ τὴν τέταρτη δισκογραφικὴ δουλειὰ τῶν Eloy, τοῦ γερμανικοῦ συγκροτήματος ποὺ δημιουργεῖ καὶ κινεῖται μουσικῶς, ἄκρως ἐπιτυχημένα ὣς τὶς ἡμέρες μας, στὸν χῶρο τοῦ προγκρέσσιβ ρόκ, κυκλοφόρησε δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1975. Προηγήθησαν τὰ «Eloy» τὸ 1971, «Inside» τὸ 1973 καὶ «Floating» τὸ 1974. Πρόκειται περὶ ἔργου θεματικοῦ, τὸ ὁποῖο στηρίζεται στὴν ἰδέα τοῦ ταξειδιοῦ πίσω στὸν χρόνο. Ἡ ἀνάπτυξι τῆς ἱστορίας δὲν ἀποδίδεται μὲ μιὰ τεχνικὴ φυσιολογικῆς ἐξιστορήσεως τῶν γεγονότων ὑπό τινος ἀφηγητοῦ, παρ’ ὅτι ὑφίσταται ἡ γραμμικὴ διαδοχή τους στὸν χρόνο, ἀλλὰ ἐξάγεται μέσῳ  τῆς χρήσεως ποικίλων ἀφηγηματικῶν τρόπων. Ὑπάρχουν μέρη ἀφηγηματικά, διάλογοι καὶ μονόλογοι, ποὺ ἐναρμονίζονται μὲ τέτοιον τρόπο ὥστε ὁ ἀκροατὴς δύναται νὰ συμπληρώσῃ κατὰ πῶς φαντάζεται αὐτὴ τὴν ἱστορία ἀγάπης μεταξὺ δύο ἀνθρώπων ποὺ περπάτησαν ἐπάνω στὴν γῆ μὲ διαφορὰ ἕξι αἰώνων.

Οἱ πρῶτοι ἦχοι τοῦ ἔργου, στὴν ἑνὸς λεπτοῦ διαρκείας ὀργανικὴ εἰσαγωγή (Introduction), παραπέμπουν σὲ ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο, ἐνῷ τὰ φωνητικὰ σὲ ψαλμῳδία ἢ τραγούδι βάρδου, ἐπιτυγχάνοντας ἔτσι τὴν δημιουργία μεσαιωνικῆς ἀτμόσφαιρας, καὶ παραλλήλως τὸ μπάσο μὲ τὰ ντρὰμς προαναγγέλουν τὰ δυναμικὰ στοιχεῖα τοῦ ἔργου. Ἀκολουθεῖ τὸ «Journey into 1358» ἕνα τρίλεπτης διαρκείας κομμάτι τὸ ὁποῖο χωρίζεται μουσικῶς καὶ στιχουργικῶς σὲ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο μέρος ῥέει ψυχεδελικὸ μὲ μιὰ μπλουζίζουσα αἴσθησι καὶ ὁ νεαρὸς ἥρωας, εὑρισκόμενος ἐντὸς τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ πατέρα του, ἀναλογίζεται τὴν ὣς τότε πορεία τῆς ζωῆς του. Κατόπιν ὁ ῥυθμὸς ἐπιταχύνεται καὶ λαμβάνει δυναμικὴ χέβυ πρὸγκ μορφή, ἐνόσῳ ὁ ἥρωας προσπαθεῖ νὰ κατανοήσῃ, ἔκπληκτος, τὸ πρωτόγνωρο πρᾶγμα ποὺ τοῦ συμβαίνει, δηλαδὴ τὴν μετάβασί του σὲ μία ἄλλη ἐποχή.

Ἔτσι ὁδηγούμαστε στὸ «Love over six centuries» τὸ κορυφαῖο κατὰ τὴν γνώμη μου μουσικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου. Ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ ἡ δομή του χαρακτηρίζεται ὀνειρικὴ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἀκόμη καὶ στὰ χέβυ πρὸγκ σημεῖα. Ἐκκινεῖ ὡς μπαλλάντα μὲ μόνη τὴν κιθάρα κατὰ τὸ πρῶτο λεπτό, ὅπου ὁ ἥρωας ἐπιχειρεῖ νὰ ἐξηγήσῃ στὴν ἡρωίδα, τὴν ὁποία ἔχει ἤδη γνωρίσει, ποιὸς εἶναι, καὶ φαίνεται πὼς ἀρχίζει νὰ τὴν ἐρωτεύεται. Ὕστερα ἐπιταχύνεται ὁ ῥυθμὸς καὶ κρατιέται σταθερός, ἐνῷ τὸ σόλο τῶν πλήκτρων προσομοιάζει, ἀρχικῶς τοὐλάχιστον, μὲ αὐλό. Μετὰ ἀπὸ ἕνα σύντομο δυναμικὸ ξέσπασμα ἡ μουσικὴ ὑποχωρεῖ καὶ βυθίζεται πλήρως σὲ ὀνειρικὰ πεδία, λειτουργῶντας πλέον ὡς χαλὶ γιὰ τὸν ὑπὸ μορφὴν πεζῆς ἀπαγγελίας διάλογο ποὺ ἀκολουθεῖ μεταξὺ τῶν δύο νέων. Ὁ Τζαίημυ μαθαίνει πὼς βρίσκεται στὸ παρελθόν, Ἀπρίλιος, 1358… Παρίσι… Τῆς ἐξηγεῖ τί τοῦ συνέβη καὶ ὑποθέτει πὼς θὰ πρέπῃ νὰ πῆρε κατὰ λάθος κάποιο ναρκωτικὸ ποὺ διαβρώνει τὸν χρόνο, τὸ ἀντικείμενο τῶν ἐπιστημονικῶν πειραματισμῶν τοῦ πατέρα του. Ἡ Ζὰν τὸν πληροφορεῖ πὼς εἶναι ἡ θυγατέρα τοῦ σκληροῦ φεουδάρχου τῆς περιοχῆς καὶ πὼς ἐτοιμάζεται νὰ παντρευτῇ παρὰ τὴν θέλησί της τὸν γυιὸ ἑνὸς ἄλλου φεουδάρχου. Τότε ὁ Τζαίημυ τῆς προτείνει νὰ καπνίσουν κάποιο ἐλαφρὺ ναρκωτικό, ὡς λησμονιὰ στὰ προβλήματά τους, καὶ περνοῦν τὴν ὥρα τους συντροφιά, θαυμάζοντας τὰ χρώματα τοῦ ἡλιοβασιλέμματος. Κατόπιν ἡ μουσικὴ ἀναδύεται πάλι στὸ προσκήνιο καὶ περίπου στὸ 8:22 ξεκινᾷ ἕνα σκοτεινό, συναρπαστικὸ σόλο κιθάρας ποὺ σπέρνει ῥίγη καὶ πλημμυρίζει μὲ συναισθήματα τὸν ἀκροατή. Τὸ δεκάλεπτο ταξείδι κλείνει μὲ τὴν ὑπόσχεσι τῶν ἐρωτευμένων νὰ ἀγωνιστοῦν ὥστε νὰ μὴν χαθῇ ἡ ἀγάπη τους καὶ «νὰ βροῦν τρόπο νὰ γεφυρώσουν τὰ χρόνια», ὅμως…

… ξεσπᾷ μιὰ ἐξέγερσι στοὺς ἀγρούς. Ἀκολουθεῖ τὸ ἐπικὸ καὶ μαγευτικὸ «Mutiny». Ἐδῶ στίχοι καὶ μουσικὴ διαχωρίζονται καὶ δὲν συμπορεύονται χτίζοντας ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἀφήγησι. Ὁ Τζαίημυ φαίνεται πὼς ἐκμυστηρεύεται τὶς σκέψεις του στὴν Ζάν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στάσι τοῦ πατέρα της ἀπέναντί του καὶ τὴν ἀπαίτησί του νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ,  τὸν ἐσωτερικό του διχασμό, ἀφοῦ πιστεύει ὅτι ὁ ἀγῶνας τῶν χωρικῶν εἶναι δίκαιος, καὶ τὸν φόβο ποὺ τοῦ προκαλεῖ ἡ συμμετοχή του σὲ μιὰ μεσαιωνικοῦ τύπου μάχη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ μουσικὴ ἀφηγεῖται παραλλήλως τὴν περιπέτεια τῆς ἐξεγέρσεως μὲ τὶς διάφορες φάσεις της.  Τὰ ντρὰμς τύπου «μὰρς» ποὺ δυναμώνουν βαθμηδόν, τὰ γεμᾶτα συναίσθημα σόλα τῆς κιθάρας, τὰ ἐπικὰ πλῆκτρα,  οἱ ἐναλλαγὲς ῥυθμῶν ποὺ ὑποδηλώνουν δρᾶσι, ἀγωνία καὶ τροπές, καὶ βεβαίως ἡ πληθώρα συμφωνικῶν στοιχείων, γεννοῦν πλῆθος εἰκόνων, ὁποὺ ὁ ἔχων ὀλίγη φαντασία κατορθώνει νὰ δῇ μπροστά του ἐπικὲς σκηνὲς πορειῶν, ἐφόδων καὶ συγκρούσεων.

Τὰ δύο ἑπόμενα κομμάτια, ἂν καὶ διαφέρουν ὑφολογικῶς, ἀποτελοῦν μία ἑνότητα βασισμένη στὴν ἀντίθεσι αἰχμαλωσία - ἐλευθερία, τὴν ὁποία ἐνέχει ἡ τύχη τοῦ πολέμου. Τὸ «Imprisonment», μιὰ ὄμορφη μπαλλάντα μὲ ψευδομεσαιωνίζουσα χροιὰ σὲ ὡρισμένα σημεῖα, εἰσάγεται μὲ ἤχους ἁλυσίδων καὶ τὸ τρίξιμο μιᾶς πόρτας κελλιοῦ ποὺ κλείνει. Ὁ Τζαίημυ βρίσκεται, αἰχμάλωτος πλέον, στὴν φυλακή. Ὁ νέος ὁμιλεῖ γιὰ τὶς ἄθλιες συνθῆκες διαβιώσεως, τὸ αἴσθημα τῆς ἀπογνώσεως καὶ τὴν ἐναπόθεσι τῆς στερνῆς ἐλπίδος του στὸν θεό. Ξαφνικὰ ἀκούει τὰ βήματα τῶν φρουρῶν καὶ ἀναρωτιέται γιὰ τὴν τύχη του. «Daylight»… στὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ πάλι! Ἕνα ἐπικὸ λεπτούργημα ποὺ οἱ νότες του ἀποδίδουν ἰδανικὰ τὴν ψυχικὴ κατάστασι τοῦ ἀπελευθερωμένου ἥρωος, καὶ μὲ ἀξιοσημείωτο τὸ σόλο τῆς κιθάρας, ὅπως ὅλα τὰ προηγούμενα ἄλλως τε.

Τὰ τρία κομμάτια ποὺ ἀκολουθοῦν, συνολικῆς διαρκείας σχεδὸν ἑπτὰ λεπτῶν, ἔχουν μὲν κάποιες ἀρετὲς ὅμως δὲν στέκονται στὸ ὕψος τῶν προηγουμένων. Πάρ’ αὐτα προχωροῦν τὴν ἱστορία καὶ ἐπιτελοῦν μὲ ἐπιτυχία τὸν σκοπό τους, δηλαδὴ τὴν ἐξιστόρησι τῆς μεταβάσεως τοῦ νέου στὴν ἐποχή του. Μετὰ τὸ πολὺ σύντομο «Thoughts of home», τὸ «The Zany magician» ξεχωρίζει γιὰ τὴν μεταλλικὴ ἀκολουθία τῆς ῥυθμικῆς κιθάρας καὶ τὸν εὐτράπελο παραμυθιακὸ τόνο τοῦ μάγου καθὼς μαγειρεύει τὴν συνταγὴ τοῦ φίλτρου ποὺ θὰ ὁδηγήσῃ τοὺς νέους πίσω… «φτερὰ νυχτερίδας, αἷμα γάτας, τομάρι ἀρουραίου!» Τὸ «Back into the present», τυπικὸ μπλοὺζ ῥὸκ κομμάτι τῆς δεκαετίας τοῦ ἑβδομῆντα, μεταδίδει περίφημα τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς νυχτερινῆς ἐν ἄστει διασκεδάσεως. Ὁ Τζαίημυ περιμένει στὴν ντίσκο τοὺς φίλους του, μόνος καὶ ἀπογοητευμένος, ἐνῷ ἀμφιβάλλει γιὰ τὸ ἂν θὰ γίνῃ πιστευτός. Ἡ μουσική, τὰ φῶτα καὶ ὁ καπνὸς τὸν ἐνοχλοῦν καὶ ἀποσύρεται κάπου ἥσυχα, μπροστὰ σὲ μιὰ γνωστὴ ἐκκλησία ἴσως.

«The bells of Notre Dame» ὁ τίτλος τοῦ τελευταίου τμήματος τοῦ ἔργου (προτείνω στοὺς φίλους ἀναγνῶστες τὴν νέα μεῖξι τοῦ 1999). Στὴν εἰσαγωγὴ ἀκούγονται οἱ καμπάνες καὶ κατόπιν τὰ γεμᾶτα νοσταλγία ἀτμοσφαιρικὰ πλῆκτρα. Ὁ ῥυθμός, ἰδιαιτέρως ἀργὸς καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια, μιμεῖται τοὺς χτύπους τῆς καμπάνας. Ἡ μουσικὴ αἰχμαλωτίζει τὸν ἀκροατὴ μὲ τὴν μονότονη γοητεία της βαθμηδὸν καὶ ἀνεπαισθήτως, ὁδηγῶντας τον, ἄνευ ἄλλης ἐπιλογῆς, σὲ μία καὶ μόνη ὁδό· νὰ συλλογιστῇ, νὰ νιώσῃ θὰ ἔλεγα εὐστοχώτερα, ὅλη τὴν ἱστορία ἀγάπης. Ἐδῶ ὑπάρχει κυρίως ἡ ἀγάπη. Ἡ Ζὰν εἶναι ἡ ἀγάπη ὅμως ἡ Ζὰν εἶναι πλέον μνήμη, ἕξι αἰῶνες νεκρή. Ὁ χρόνος νίκησε; Στὸ 3:15 ξεκινᾷ ἕνα πολὺ ἀργὸ καὶ ἁπλὸ σόλο κιθάρας, κλιμακωτὰ ἐμπλουτιζόμενο, ποὺ φτάνει μέχρι τέλους. Ἀπὸ τὸ 5:18 μαζὶ μὲ μιὰ πανδαισία πλήκτρων φυσᾷ ῥίγη καὶ βρέχει συναισθήματα καὶ οἱ καρδιὲς γεμίζουν μὲ ζεστασιά. Τούτη εἶναι ἡ ὥρα, μὲ τὸ κλείσιμο τοῦ ἔργου, ὅπου ὁ ἀκροατὴς κατανοῇ βέβαια καὶ ἀμετάκλητα τὸ τί ἄκουσε. Νικήτρια ἡ ἀγάπη.

Εὔχομαι καλὴ ἀκρόασι!

-Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὸ «Power and the Passion» στὴν ἐπίσημη ἱστοσελίδα τῶν Eloy: ELOY Legacy, http://www.eloy-legacy.com/eloy.php

Φωτογραφία: Παναγία τῶν Παρισίων 1920 - 39

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Ἀχάρακτον ἐπιτύμβιον


σιζ΄

«Μιὰν ἡμέρα στὴν χαρὰ * καὶ τρεῖς στὴν θλῖψι.
Ἀπλέρωτ’ ἡ τιμὴ * κι’ ἡ προσφορὰ φτηνή.
Βίος ὁ ἔρωτας * κι’ ὁ ᾅδης ἄληστος.
Ἄνεμος ἡ σάρξ, * βράχος στεῤῥὸς ὁ λόγος.
Ἡ καρδιὰ στοῦ νοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ χορεύῃ.
Ὁ νοῦς τ’ οὐρανοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ γυρεύῃ.
Στὴν ψυχὴ φωτιὰ * τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγῶνος…»,
μ’ εἶπε καὶ σφιχτὰ * μ’ ἐφούχτωνε τὸ μπράτσο
κι’ αἷμαν ἔβηξε… * κι’ ἀνάδωνεν ἡ πλάσις,
κι’ὡς τά ’χεν εἰπεῖ * κι’ ἀτός του τά ’χε φτειάσει.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Στὴν Λίζα


Στὴν Λίζα

σιϚ΄

Ὁ χρόνος ἒν ἡ κλίμακα, ὁ χρόνος ἒν ἡ σκάλα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
καὶ μήτε δύνεσαι σταθῇς, μήτε ν’ ἀργοδιαβῇς την,
μήτε καὶ νὰ πισωστραφῇς, νὰ μπροστοδρασκελίσῃς·
καὶ ὅπου ἐσκαλοβάτησες ῥαγίζει καὶ κρημνιέται,
κι’ ὅλην περνᾷς την ἀστανιόν, ἀθέλητα περνᾷς την,
ὣς τὸ στερνοπλατύσκαλον, τὴν χαίνουσα τὴν πόρταν.
Θάνατος ἒν τὸ πέρασμα, θάνατος ἒν ἡ πόρτα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
κι’ ἔνε πολλά, Λιζοῦλα μου, τὰ πορτοσκαλοπάτια,
κι’ ἔνι μακρὺς ἀνήφορος ὁ δρόμος οὐρανόσε·
ὅτ’ εἴμεθα τοῦ οὐρανοῦ, ψυχὴ ἐκ τὴν ψυχήν του
καὶ τὴν ψυχὴν ἣν ἔδωκεν ὀπίσω τήνε θέλει,
κι’ ἔχει τὸν χρόνο σκάλα της, σιμά του γιὰ ν’ ἀνέβῃ.
Σὲ καὶ τὴν ἀδελφοῦλα σου πρῶτα σκυλιά μου εἶχα,
ὁποὺ ἀνεβήκαμεν ὁμοῦ λίγα τὰ σκαλοπάτια,
ἀμὴ πολλὰ σὲ ἠγάπησα, σ’ ἐλάτρεψα περίττου,
κι’ ὥσμε τὴν πόρταν σ’ ἀγαπῶ, θαῤῥῶ καὶ παραπέρα·
ὥσμε τὸ σκαλοκέφαλον ποὺ ὁ χρόνος καταλυέται,
καὶ πλειὸν πόρτα δὲν φαίνεται, νηὰ σκάλα δὲν περνιέται,
κι’ ἒν ὅλο ἁπλάδες καὶ δροσιὲς καὶ φῶς ὁποὺ δὲν σβηέται.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

The Disciple



















Πεζὸ ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ

Ὅταν ὁ Νάρκισσος ἀπόθανεν ἡ λιμνοῦλα τῆς εὐφροσύνης του μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, καὶ οἱ ὀρειάδες κατέφτασαν θρηνῶντας ἐκ τὸ δασοτόπιν ἵνα τραγουδήσωσιν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ παρηγορήσωσιν αὐτήν.

Καὶ μόλις ἐννόησαν ὅτ’ ἡ λιμνοῦλα μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, ἔλυσαν τὲς πράσινες πλεξοῦδες τῆς κόμης των καὶ ἀναφώνησαν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ εἶπαν, «Μήτε  ἀποροῦμε ὁποὺ ἔχεις γιὰ πρεπὸ νὰ πενθῇς ἐτσιδὰ τὸν Νάρκισσο, τόσον ἔμμορφος ἦτον».

«Καλέ, ἦτον ἔμμορφος ὁ Νάρκισσος;» εἶπεν ἡ λιμνοῦλα.

«Ποιός δύνεται νὰ ἠξεύρῃ το καλύτερ’ ἀπὸ σένα;» ἀποκρίθησαν οἱ ὀρειάδες. «Ἐμᾶς ἀείποτες ἀγνοοῦσε, παρὰ τοῦ λόγου σου ἐγύρευε , κι’ ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες σου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός σου, κι’ εἰς τὸν καθρέφτη τῶν νερῶν σου καθρεφτίζετον ἡ δική του ἐμμορφιά».

Καὶ ἡ λιμνοῦλ’ ἀποκρίθη, «Ὅμως ἀγαποῦσα τὸν Νάρκισσον ὅτι, καθὼς ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες μου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός μου, εἰς τὸν καθρέφτη τῶν ὀμματιῶν του ἔβλεπα πάντα τὴν δική μου ἐμμορφιὰ καθρεφτισμένη».


Φωτογραφία: Napoleon Sarony