Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Ὁ σηκωμὸς τοῦ Μυτζηθρᾶ

ρμστ΄

Ὁ σηκωμὸς τοῦ Μυτζηθρᾶ

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
στὸ παλάτιον κρυφοκλείστης, στ’ ὥριον δυναμάριν σου·
μ’ αὐλικοὺς δὲν συντυχαίνεις, μὲ τοὺς ἄρχοντας σιωπᾶς,
συλλογιέσαι καὶ λυπιέσαι καὶ ἀναστοχάζεσαι:
«Ἀμμουδιὰ χρυσὴ Ῥωμαίϊκο, κῦμα ἐφούσκωσ’ ἡ Τουρκιὰ
κ’ εἰς καιρὸν σ’ ἀφροκατάπιεν, σὲ θαλασσοσκέπασεν,
καὶ δυὸ ξέρες σοῦ ἀπομεῖναν ὄξω ἀπ’ τ’ ἁλμυρὸ νερόν,
τοῦ Μορηᾶ τὸ δεσποτάτον κ’ ἡ Κωνσταντινόπολις.
Πῶς νὰ σὲ κρατῶ Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον;
Διὰ φουσσάτα νὰ ῥογέψω θησαυροὶ ποῦ εὑρίσκονται;
Νὰ καλέσω ἀπ’ τοὺς ῥηγάδες, τίς θέλει παρασταθεῖ;
Κάλλιον ἔνε νὰ Φραγκέψεις, κάλλιον νὰ πωλήσω σε».

Μὲ τὸ κάτεργο ἀρμενίζεις κ’ εἰς τὴν Ῥόδον ἔδεσες,
στοὺς ἱππότας καλογέρους παζαρέματα κινᾶς:
«Πρῶτον Κόρινθο ἔδωκά σας, δίδω σας καὶ Μυτζηθρὰν
καὶ γιὰ ἐλόγου μου ἀπ’ τὰ κάστρα νά ’χω τὴν Μονεμβασιάν.
Σεῖς λαβαίνετε χαράτζια, προσφορές, δοσίματα,
καὶ ῥογεύετε στρατιῶτες καὶ πολέμους δύνεστε,
καὶ βαστᾶτε τὸν Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον».
Τ’ ἀδελφάτο τοῦ Ἰωάννου ποὺ πωλεῖς ἠγόρασαν
καὶ σεντούκιν σὲ χρυσώνουν μὲ δουκάτα καὶ φλωριά.
Πέμπουν κι ἀπ’ τοὺς κεφαλάδες κατὰ Πελλοπόνησον,
κεῖ ποὺ δεσποτοκρατιόσουν κ’ ἡ γενιά σου αὐθέντευε,
κεῖνοι δεσποτάδες ν’ ἄρχουν, κεῖνοι ν’ αὐθεντεύουσιν.

Καὶ μιὰ μολυβένια ἡμέρα, πικρομέλανην αὐγήν,
οἱ πολεμιστάδες φλάροι χῶμα κάστρου ἐπάτησαν.
Μὲς στὰ καλντερίμια πηαίνουν, σὰν παγώνια προχωροῦν,
βλέπουν, δείχνουν, καμαρώνουν, φωναχτὰ μεγαλαυχοῦν.
Κι ὡς μικρόσαρκη φλογίτσα πυρκαϊὰ τρανὴ γεννᾶ
καὶ τρισλαίμαργη φουντώνει, τρώει καὶ πλιὸν δὲν σβήνεται,
ὅμοια ὁ λόγος ὡς γροικήθη τὸν λαὸ πυρπόλησεν
σὰν τὰ κάγκανα τὰ δάση στοῦ Ἁλωνάρη τὸν καιρόν,
«Ὁ κὺρ Θόδωρος πωλεῖ μας! Φράγκεψεν ὁ Μυτζηθράς!»
κι ἄνω χώρα, κάτω χώρα, χύθηκαν ἀγεληδὸν
ξυλομάτζουκα βαστῶντες, πέτρες, λιθαρόπουλα
καὶ τοὺς ἀζυμίτες ζῶσαν γιὰ νὰ τοὺς σκοτώσουσιν.

Ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου λαφιασμένος πρόκαμεν,
πλάτη μπαίνει στοὺς ἱππότες κ’ εἰς τὸν ὄχλον πρόσωπο:
«Γαληνάρετε ἀδελφοί μου κι ἄσχημα μὴν κάμετε».
«Πισωπάτησε παπά μου κ’ ὕπαγε κι ἄι στὴν εὐχή».
«Πταίσιμον δὲν παίρνουν τοῦτοι, ὁ κὺρ Θόδωρος τὰ πταίει».
«Πταίσιμον παίρνουν κ’ οἱ δυό τους κι ὁ ἀγοράζει κι ὁ πωλεῖ».
«Κ’ εἶναι εἰς δύσιν φουμισμένοι, γδικιωμὸν δὲν σκιάζεστε;»
«Μεῖς τί εἴμεθα; Γομάρια; Στὰ παζάρια νὰ τραβοῦν;»
«Κ’ ἡ Τουρκιὰ χείμαρρος, ῥέμμα καὶ οἱ Φράγκοι τὸ κλαδί».
«Δοῦλοι ἑνὸς νὰ μὴν γενοῦμε, σ’ ἄλλον νὰ δουλεύουμε;»
«Αἷμα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν μας κι ἁμαρτία ἀπ’ τὸν θεόν».
«Τρεῖς ἡμέρες… φίλοι ἂν φύγουν. Μεῖναν; Πᾶν στὸν διάολον».

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
νύχτωσεν ἡ τρίτ’ ἡμέρα, νύχτωσε κ’ ἡ ἐλπίδα σου,
καὶ φλωριὰ καὶ σταυροφόρους τ’ ἀκριβοχαιρέτησες,
στὸ παλάτιον δὲν εἰσέβης κι ὁ λαὸς ἀρνήθη σε.
Ψευδοδέσποτα σὲ ὑβρίζουν καὶ ἀνάξιον σὲ καλοῦν,
καὶ φιλάργυρο προδότη, κλώζουν καὶ καταλαλοῦν.
Κι ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου πάλιν ἐμεσίτεψεν,
καὶ τοὺς ἄπιστους γυρίζει, πείθει τοὺς ἀγύριστους
κι ἀλλαξοπροσωπισμένος ταπεινώθης στὸν λαό,
καὶ ὁρκίστης στὰ βαγγέλια κι ἄμωσες εἰς τὰ ἱερὰ
ἀϊδίως ν’ ἀνταγαπιέστε, στ’ ὄνομά του νὰ ἐνεργεῖς
κι ἀπὸ τὸν λαὸ κρυφάδην μὴν κρυφοστοχάζεσαι.

Κ’ εἷς ἐκ τῶν λογιωτάτων τῶν ἀνθρώπων τῶν σοφῶν,
τὴν γενειάδα του χαϊδεύει καὶ τὸ πράγμα μέτραγε:
«Τῆς Φραγκιᾶς ἡ ὁδὸς εἰς δύσιν, τῆς Τουρκιᾶς σ’ ἀνατολὴν…
τέτοιους δρόμους οἱ πρωτάρχοι, Γένος, σοῦ ἀπεργάζονται.
Ἀλλὰ ἐσὺ ἀναγυρεύεις τὴν ὁδὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
δὲν γιγνώσκεις ἀμὴ νιώθεις, κεῖ χτυπᾶ ἡ καρδία σου,
δὲν ἠξεύρεις, κεῖ τὰ πόδια μοναχὰ σὲ περπατοῦν,
δὲν θυμᾶσαι, σ’ ὁρμηνεύει τῆς λαλιᾶς σου ἡ φωνή».

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Οἱ κερασιὲς



ρμε΄

Οἱ κερασιὲς

Στοῦ περβολιοῦ μου τὴν γωνιά, στοῦ φράχτη μου τὴν ἄκρη,
ἐφύτεψα δυὸ κερασιές, δυὸ ἀχαμνὰ δεντράκια,
ν’ ἀνθεῖ ζευγάριν ἡ ἐμορφιά, νὰ διπλολουλουδίζει.
Στ’ ἄγουρο χῶμα πάλεψαν, νὰ δώσουν πολεμῆσαν,
κ’ ἡ μιὰ ῥίζες δὲν τίναξε καὶ γληγοροξεράνθη,
κ’ ἡ ἄλλη γοργοφούντωσε καὶ πρόκοψε κι ἁπλώθη.

Ὅταν ξυπνήσ’ ἡ ἄνοιξις καὶ κοιμηθεῖ ὁ χειμώνας
καὶ σκεπαστοῦν τ’ ἀνθόκλωνα μὲ ζάλευκο μαγνάδι,
θ’ ἀποθαυμάζουν σε, κυρά, τ’ ἀνθρωπινά μου μάτια.
Μὰ τῆς ψυχῆς μου οἱ ὀφθαλμοί, τῆς φαντασιᾶς τὰ μάτια,
θὰ παρασταίνουν πλάϊν σου καὶ τὴν νεκρὴ ἀδελφή σου,
νὰ στέκει λιοπερίχυτη καὶ τρισλουλουδιασμένη,
ψέμμα δὲν εἶναι τὰ ποὺ ὁ νοῦς δύνεται κι ἀνασταίνει.