Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Τὸ χρυσὸ καλντερίμι


ρμ΄

Τ χρυσ καλντερίμι

Στὸν κάμπο ἑσπέρα τοῦ Μαρτιοῦ φυσᾷ κι’ ἀστραποφέγγει,
νεφῶν λεφούσι ἐμαύρισε καὶ οἱ οὐρανοὶ ἀνοῖξαν,
καὶ ἡ ψυχή μου ἐμούσκεψε κι’ εἰς τὴν βροχὴ ἐβαπτίσθη,
τὸ ὕδωρ μοῦ ἐψιθύρισεν, τὰ πρὸ τοῦ βιοῦ θυμοῦμαι,
κι’ ἔρμος μὲς στὴ νεροποντὴν ἀνέκραξα «Μητέρα!»
Ὁ Ἥλιος, ἄναξ βασιλεύς, εἰς τὸν Ζυγὸ δρομοῦσεν,
εἰς τὸν Ζυγὸ κι’ ὁ Οὐρανός, εἰς τὸν Ζυγὸ κι’ ὁ Πλούτων.
Στὸν Ὑδροχόον ἦτ’ ὁ Ζεύς, ὁ Κρόνος στὸν Καρκῖνο,
κι’ εἰς τὸν Σκορπιὸ πορεύοταν Ἑρμέας κι’ Ἀφροδίτη.
Καὶ ἡ Μήνη, γόησσα κυρά, ἔλαμπε στοὺς Ἰχθύες,
κι’ εἰς τὸν Τοξότη ὁ Ποσειδῶν κι’ ὁ Ἄρης εἰς τὸν Ταῦρο.
Τὸ μεσουράνημα εἰς Σκορπιὸ καὶ τὸ ναδὶρ εἰς Ταῦρο,
τὸ ποὺ ἀνατέλλει Αἰγόκερως στὴν φτάση τοῦ Ὑδροχόου.
Κι’ ἔτσι ὅπως ὠρδινιάστηκαν οἶκοι, πλανῆτες κι’ ἄστρη,
σκίστη ὁ ἀθέρας, χώρισαν τοῦ σκοταδιοῦ οἱ μπερντέδες,
καὶ φανερώθη ὁλόχρυσο, πανώρηο καλντερίμι
κι’ ἀσπιθοβόλα στὴ νυχτιά, χρυσαύγαζε ὣς τὰ πέρα.
Οἱ πλάκες του ἦσαν ἀπὸ φῶς κι’ οἱ ἁρμοὶ χρυσὲς κλωστίτσες,
καὶ τὰ παραπεζούλια του τῶν ἀστεριῶν ἀχτῖδες.
Τότες ὁ δαίμων κι’ ἡ ψυχή, ἀπείτις κι’ ἐθαυμάσαν,
ἀλληλοκοιταχτήκασιν, γλυκοχαμογελάσαν!
Κι’ ὥμοιαζε ὁ δαίμων δέσποινα, ῥήγισσ’ ἀφροπλασμένη,
καὶ ἡ ψυχὴ νηὸς ἄγουρος στὴν ἥβη καὶ στὴν ὄψι·
κι’ ὁ δαίμων δαχτυλόδειξεν καὶ τῆς ψυχούλας εἶπεν:
«Ἰδὲ παιδί μου, ὁλόχρυσο στερηώθη καλντερίμι,
κι’ ἡ νύχτα ἡ ἀγεφύρωτη γιὰ σένα γεφυρώθη!
Καιρὸς νὰ λείψῃς ἀπ’ αὐτοῦ, στοὺς χθόνιους ν’ ἀπλικεύῃς,
καὶ νὰ κυλήσῃς καταγῆς, σὰν χρυσαφένιο φύλλο,
καιρὸς νὰ ζήσῃς ἄνθρωπος, τῆς ἀνθρωπότης μέρος.
Φύλαγε τὰ ποὺ ὡρμήνεψα στ’ ἀπόκρυφό σου ἁρμάριν
νὰ ὑπηρετοῦν σε, νὰ βοηθοῦν, σὰν θὰ κακοκαιρίζῃς,
νὰ βγαίνουν ν’ ἀντρειγεύουν σε ὅταν θ’ ἀντρομαχιέσαι.
Κι’ ὅταν, παιδί, θὰ ζώνουν σε ὁ φόβος μὲ τὴν ἔγνοια,
θὰ φαίνωμαι στὸν πρῶτον σου τὸν ἀλαφρὺ τὸν ὕπνο
καὶ σύ, τραγούδι ἀνέγνωρον, θ’ ἀκούγῃς τὴν λαλιά μου,
μὰ θὰ ψυχανεμίζεσαι τῶν λόγων μου τὴν σάρκα,
θὰ νιώθῃς κι’ ἡ ἀγάπη μου θὰ σὲ ληοντοκαρδιώνῃ».
Τότε ἡ ψυχοῦλα ἠρώτησε τὸν δαίμονα κι’ ἀπόρει:
«Μητέρα, ἐτοῦτα τὰ ποιῶ, ἀμὴ λαβαίνω ἀγάπη
ν’ ἀποθεριέψῃ νηὰ φτερὰ καὶ ν’ ἀναφτερουγίσω;»
Σιωπὴν χάρισ’ ὁ δαίμονας, «ὕπαγε» γλυκολέγει…
καὶ ἡ ψυχοῦλα εἰς τὸ χρυσό, πατεῖ, τὸ καλντερίμι,
καὶ πρὶν κυλήσῃ καταγῆς, σὰν χρυσαφένιο φύλλο,
στρέφει στερνὰ τὴν κεφαλή, κουνάει δειλὰ τὸ χέρι,
- στὰ μάτια ἐλάμπαν κρούσταλλα, στὰ μάγουλα διαμάντια-
κι’ ἔκλαψε κι’ ἐχαιρέτησε τὸν κόσμον ποὺ ἀπαρνήθη,
κι’ ἔκλαψα κι’ ἐχαιρέτησα τὸν κόσμον ποὺ ἐγεννήθην.

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Ὑπνοφαντασιὰ

ρλθ΄

Ὑπνοφαντασιὰ

Στῆς κόλασης εὑρέθηκα τὴν ἀγκαθένια θύρα,
μπῆκα τὸν τόπο νὰ ἰδῶ, τοῦ ἁμαρτωλοῦ τὴ μοίρα.
Κι ὁ δύστυχος ὑπάγαινα κι ἄπαυτα περπατοῦσα,
ἐρήμους μπρὸς κατάπινα κ’ ἐρήμους προσπερνοῦσα.
Καζάνια ποῦ νὰ ἐκόχλαζαν, δαιμόνοι νὰ ὀλολύζαν,
τῶν κολασμένων οἱ ψυχὲς μὲ πόνους νὰ γογγύζαν;
Τὸ Τίποτα κεῖ σέρπονταν καὶ τὸ Μηδὲν γυρνοῦσε,
τὰ ποὺ λογιόμουν ἔπνιγε, τὰ ποὺ ἔνιωθα ῥουφοῦσε.
Κι ὁ δράκων κουλουριάστηκε στὴν σπίθα ἀπ’ τὴν ψυχή μου,
κοῦρσος ν’ ἁρπάξει ἐζήταγε τὸ ἀθάνατο κερί μου.
«Δῶς μοι τὸ ἄσβεστόν σου πῦρ ποὺ ἀθάνατον σ’ ἐκράτει,
σὺ νὰ σκορπίσεις στὸ μηδὲν κ’ ἐγὼ νὰ ὑπάρξω κάτι».
Ξυπνῶ ἀπ’ τὸ καρδιοπλάκωμα, κλαίγω ἀπ’ τὸν μαῦρο τρόμο
καὶ πάλε σὰν τ’ ἀνιστορῶ, ῥιγῶ κι ἀπομαργώνω.

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Νεαρὸν ὕδωρ



ρκη΄

Νεαρὸν ὕδωρ
(Μεσαιωνικὴ μελλούμενη σκηνὴ)

Ι. Τὸ μεσημέριν ἐκεῖνο ἦτον θέρος, ἦτον ἄπνοια, ἦτον λάβρα. Ἀμὴ ὁ σκουτᾶτος βαρδιατόρος ὁποὺ ἐφύλαττε παρὰ τὴν πύλη τῆς κρήνης, ἀρματώθη τὴν ἁλυσιδωτὴν αὐτοῦ ζάβαν καὶ τὸ βαρὺ σκουτάριον καὶ εἰς τὴν ζωστρὴν ἐπέρασε τὸ τζικούριον καὶ εἰς τὴν χοῦφταν ἔλαβε τὸ κοντάριον κι’ ἐστεκότουν, βλοσυρός, ἔμπροσθεν τῆς πύλης, ὑπὸ τὸν ἥλιον καὶ ἤβραζεν ὡς σιγοβράζει ὁ κάβουρας ἐντὸς τοῦ τσουκαλιοῦ. Καὶ ὕστερον ἐξάνοιξεν συντροφίαν ἀνθρώπων ὁποὺ ἐσίμωσαν πλησίον τῆς πύλης κι’ ἐσταμάτησαν ὀλίγα βήματα πρὸ αὐτοῦ καί, μὲ σταμνία φορτωμένοι, βουβοὶ ἐθώρουν. Καὶ ὁ βαρδιατόρος, σιωπηρός, ἐξέτασεν αὐτοὺς καὶ ἦσαν ἄνδρες δύο καὶ γυναῖκες τέσσαρες καὶ παιδία ἓξ καὶ γέρων εἷς. Καὶ ἐνόμισεν αὐτοὺς πολλὰ ταλαιπώρους καὶ δυστυχεῖς.

ΙΙ. «Τί στέκεστε αὐτοῦ ὠρὲ καὶ δὲν μιλᾶτε; Εἰπέτε ὁποὺ ζητᾶτε, ἀλλιῶς ἀμῆτε τὸν δρόμο σας». Καὶ ὁ γέρων ἐσύρθη πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει του «Λίγο νεράκι δροσερό, παλληκάρι, νὰ ξεδιψάσωμε καὶ νὰ πλύνωμε τὰ σκουτιά μας τὰ λερά, ὁ θεὸς νὰ σ’ ἔχῃ καλά». «Κι’ ἂν μ’ ἔχῃ καλὰ ὁ θεὸς ὠρὲ γέρο τί; Ἐκειὸς ἔνι στοὺς οὐρανούς». Εἶπεν ὁ βαρδιατόρος δείχνοντας μὲ τὸ κοντάριον ὑψηλά. «Σάμπως γνοιάστη ποτές; Κι’ ἐδῶ στὴ γῆς ὁποὺ εἴμεθα θεὸς περνιέται ὁ ἀφέντης». Ἔκρουσε τὸ κοντάριον χαμαί. «Ὅτι σὰν μοῦ ὀργιστῇ, τὸ καλὰ τοῦ θεοῦ δὲν σώνει καὶ χάνομαι. Καὶ γιὰ τὸ νερὸ ποὺ λέγεις, μηνάω καὶ περνᾶτε νὰ γεμίζετε».

ΙΙΙ. Κι’ ἐβρόντηξεν τὸ βαρὺ ῥόπτρον ἐπὶ τῆς ξύλινης θύρας τρίς. Καὶ ἡ θύρα ἄνοιξεν. Κι’ ἐξέβη ἀνήρ, τὸ μὲν θώριν ἔχων ἀρχοντικόν, τὸ δὲ βλέμμα ψυχρόν, ὁποὺ ὁ φύλαξ ἀπεκάλεσεν «δέκαρχον». Καὶ πρῶτον ὁ δέκαρχος ἐτήραξεν αὐτοὺς καὶ δὲν ὡμίλησεν. Καὶ ὕστερον ὡμίλησεν κι’ ἀρωτᾷ τὸν γέροντα «Ἐλόγου σου εἶσαι ὁ φαμελίτης; Πῶς ὀνομάζεσαι;» Καὶ ὁ γέρων ἐπρόφερε τ’ ὄνομα εἰς τὸν δέκαρχο. Καὶ ὁ δέκαρχος ἐπρόφερε τ’ ὄνομα εἰς τὸν βαρδιατόρο καὶ ὥρισεν «Σῦρε, μήνυσε τοῦ γραμματικοῦ νὰ ἴδῃ στὰ κιτάπια του».

ΙΙΙΙ. Κι’ ὡσὰν ἔφυγεν ὁ φύλαξ, ἐκάθισεν ἀνάμεσό τους ἡ σιωπή, ὁ δέκαρχος ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἡ φαμελιὰ ἀπ’ ἐκεῖ. Καὶ ἦτον θέρος καὶ ἄπνοια καὶ λάβρα. Καὶ ἦτον σιωπή. Κι’ ἂν ἡ σιωπὴ ἦτον φῶς, ἤθελε λάμψει ὡς ἥλιος. Κι’ ἂν ἡ σιωπὴ ἦτον σκότος, ἤθελε μελανιάσει ὡς ἄβυσσος. Καὶ ἡ σιωπὴ ἦτον σκότος πυκνὸ καὶ ἄβυσσος ἀσάλευτη καὶ κρημνὸς καὶ χάος. Κι’ ἐγράπωνε τὲς καρδίες τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ἔστεκαν ἐπὶ τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ, κι’ ἐζήτει νὰ παρέλξῃ αὐτὲς ἐντός της. Κι’ ἔπειτα ὁ βαρδιατόρος ἐγύρισεν, ἡ σιωπὴ ἐπαύτη, οἱ λέξεις ἐῤῥάπισαν, ἐβασίλεψεν ἡ ἐλπὶς καὶ ἀνέτειλεν ἡ ἀπελπισία. «Χρεωστεῖ». «Χρεωστεῖ;» «Πολλὰ χρεωστεῖ!» «Δίωξον, δίωξον αὐτούς».

Π. Καὶ ἡ ξύλινη θύρα τοῦ περιβόλου τῆς κρήνης μετὰ βρόντου ἐσφάλισεν. Καὶ τὸ μὲν σκουτάριον τοῦ φύλακος ὑψώθη, τὸ δὲ κοντάριον ἐχαμήλωσεν καὶ ἡ φωνὴ ἀγρίως ἐκέλευσεν «Σὰν κελαρύσουν οἱ παράδες, θὰ κελαρύσῃ τὸ νερό. Ἀμῆτε». Καὶ ὁ γέρων ἐψέλλισεν «Τὸ νερό, παλληκάρι, ἔνι τοῦ θεοῦ». Καὶ τὸ παλληκάριν ἀποκρίθη «Τὸ νερό, γέρο, ἔνι τοῦ ἀφέντου ὁποὺ ἔχει το, μὲ χαρτὶ πίσημον ἀπὸ τὸ δοβλέτι· κι ἂν δὲν σβηστῇ ἀπ’ τὰ τεφτέρια τὸ δόσιμον ὁποὺ χρεωστεῖς, ἀνίμενε καμμιὰ βροχὴ νὰ σὲ ποτίσῃ ὁ θεός σου». Καὶ ὁ γέρων ἀνέκραξεν «Τὸ νερὸ ἔνι τοῦ θεοῦ!» Καὶ τὸ ἀνδράριον ὤθησεν βιαίως αὐτὸν μὲ τὸ σκουτάριον καὶ παραπάτησε κι’ ἐστρώθη καταγῆς. Καὶ οἱ ἄντρες ἔσπευσαν ἵνα σηκώσουν αὐτὸν καὶ οἱ γυναῖκες ὕβριζαν καὶ ὡμιλοῦσαν περὶ «ντροπῆς» καὶ τὰ παιδία ταραγμένα ἔκλαιαν.

ΠΙ. Τὸ δὲ μικρότερον ἀπὸ τὰ παιδία ἐξεκόλλησε λιθαρόπουλον ἐκ τῆς γῆς καὶ ἔῤῥιψεν αὐτό, μετὰ περισσῆς ὀργῆς, κατὰ τοῦ βαρδιατόρου· ἀμὴ ἐκεῖνος εἰς οὐδὲν ἐβλάφτη πάρεξ τοῦ κουδουνίσματος εἰς τ’ αὐτιά του, σὰν ἐβάρεσε τὸ λιθαρόπουλον ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ κασσιδίου. Ὅτι οἱ, κατὰ πῶς λέγουσιν, παλαιοὶ καιροὶ τοῦ Δαβὶδ καὶ τοῦ Γολιάθ, ἐπέρασαν τελειωτικῶς. Τώρα εἶναι μεσημέρι καὶ θέρος. Τώρα εἶναι ἄπνοια καὶ λάβρα. Τώρα εἶναι καιρὸς διὰ ὕδωρ νεαρόν.

Ἡ φύσι ὅλα τὰ τέκνα της μὲ δῶρα κι ἂν προικίζῃ,
ἂχ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἀπληστιὰ τὰ δῶρα μαγαρίζει,
κι’ εἰς τὰ παζάρια τὰ γυρνᾷ, πραμμάτειες τελαλίζει.

Τῷ βασιλεῖ Πύρρῳ



ρκδ΄ (124)

Τῷ βασιλεῖ Πύρρῳ

Ι. Χαίρομαι ὁποὺ ἔκαμες τὴν ἀπόφασιν, ἀγαπητὲ ἀδελφέ, καὶ μετὰ τῶν φουσσάτων σου ἐσηκώθης καὶ ἐδιάβης τὸ Ἰόνιον καὶ ἐπάτησες πόδιν εἰς Ἰταλίαν, ἵνα παρασταθεῖς τῶν Ταραντίνων. Ὅτι οἱ ὑγιοὶ τῆς λύκαινας ἀρίφνητοι, ἅμα δὲ καρτερικοὶ καὶ ἐπιτήδειοι εἰς τὰ ἔργα τοῦ Ἄρεως καὶ ὁ πόλεμος δὲν ἐβαστιότουν μοναχὰ ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας. Μᾶς παρέδωσεν ὁ Πλούταρχος, ὁ Χαιρωνεύς, πὼς σὰν ἐστοχαζόσουν περὶ τοῦ αἰτήματος τῶν Ἰταλιωτῶν, τί νὰ κάμεις, σ’ ἔφερεν εἰς τὰ λόγια του ὁ Θεσσαλὸς Κινέας, ὁ φιλόσοφος ὁποὺ εἶχες διὰ συμβουλάτοραν, ὅτι τάχα ἀνωφέλευτα πολυπραγμονεῖς καὶ εἴτε κεράσεις πόνους καὶ αἵματα τῶν ἀναντίων καὶ ἀντιλάβεις τὸ μερτικόν σου ὁμοίως, εἴτε μείνεις ἀνενέργητος εἰς Ἤπειρον καὶ ἡσυχάζεις, τὸ διάφορον διὰ σὲ τὸ αὐτὸν ἤθελε εἶναι.

ΙΙ. Λέγεται δὲ καὶ σήμερον ἀνέκδοτο παρόμοιον μὲ τὴν σοφιστεία τοῦ Κινέου. Εἷς ἐψάρευε καθ’ ἡμέραν ἰχθύν. Κάποιος, ἀφοῦ τὸ παρετήρησεν, τοῦ λέγει «Διατί ψαρεύεις ἕνα καὶ ὄχι περισσότερα;» Ἀποκρίθη «Καὶ τί νὰ τὰ κάμω τὰ περισσότερα;» Ἀνταποκρίθη «Νὰ πωλεῖς, νὰ κερδαίνεις καὶ δύνεσαι διὰ βάρκαν». Λέγει ὁ ἁλιεὺς «Καὶ τί νὰ τὴν κάμω, μωρέ, τὴν βάρκαν;» «Ὅτι ξανοίγεσαι εἰς πέλαγος καὶ ῥίχνεις πλεμάτι καὶ πιάνεις περισσότερα καὶ τὸ κέρδος αὐγαταίνει». «Καὶ σὰν αὐγαταίνει;» «Δύνεσαι διὰ τρεχαντήρι». Τοιοῦτα λέγων, εὑρέθη ὁ πτωχός, ἀμιράλλης ἁλιευτικῶν καὶ ζάπλουτος. Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ πτωχοῦ πρὸς τί ὅλη ἡ φασαρία, ὁ ἄλλος μὲ ὕφος κουρασμένον - ὅτι περὶ αὐτονοήτων κοπιάζει καὶ πάλιν ἀκατανόητα μένουσιν – κατέληξεν «Μὰ διὰ νὰ περνᾶς τὸν καιρό σου ἀνέγνοιαστος. Νὰ πιάνεις τὸ ψαράκι σου, νὰ πίνεις τὸ κρασάκι σου καὶ πέρα βρέχει». «Ἂμ καὶ τώρα τί κάμω πατριώτη;» Ἀποκρίθη ὁ ἁλιεύς, «Καὶ δὲν τὸ ἤξευρα νὰ τραβήξω βάσανα καὶ τυράγνιες διὰ πράγματα ὁποὺ κατέχω ἤδη».

ΙΙΙ. Οὕτω σὲ ὁμίλησεν ὁ Κινέας, ἀμὴ ἀντὶς ὀψαριῶν καὶ βαρκῶν σὲ ἀράδιασεν ἔθνη καὶ χώρας. Ἀλλὰ ὅπως μὲ φαίνεται, ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Σικελία καὶ ἡ Καρχηδὼν καὶ ἡ Λιβύη καὶ ἡ Μακεδονία καὶ ἡ ἐπίλοιπη Ἑλλάς, οὐδόλως μὲ ὀψάρια ὁμοιάζουσιν, μήτε καὶ οἱ βασιλεῖς μὲ ψαράδες. Ὅτι σὲ ὁμίλησεν ὡσὰν νὰ ἦτον ὁ σκοπὸς τοῦ βασιλέως ἡ προσωπικὴ εὐτυχία αὐτοῦ καὶ τοῦ οἴκου του, ἐπὶ πλέον δὲ τὸ κυβέρνημα τῶν καθημερινῶν ὑποθέσεων τοῦ βασιλείου καὶ τὸ καλῶς ἔχειν τοῦ λαοῦ. Ὅθεν ὀρθῶς σὲ ὁμίλησεν, ἂν ὁ βασιλεὺς μόνον ὑπὲρ αὐτῶν προνοεῖ. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ὁποὺ ἐλησμονήθη ὑπὸ τοῦ συμβουλατόρου σου καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἀναποφεύκτως ἀπορῶ, τοῦτον ἔνι στρατηγέ μου. Τὸ ἰδιωτεύειν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐνίοτε γίνεται, εἰς τὰ ἔθνη δὲν γίνεται. Μήτε καὶ πρέπει νὰ ἰδιωτεύουσιν, μήτε καὶ τὸ μποροῦσιν. Καὶ «πέρα βρέχει» εἰς τὰ ἔθνη δὲν ὑπάρχει. Ὅτι τὸ «πέρα» προφταίνει σε κι ἂν ψιλὴ ἡ βροχὴ μουσκεύεσαι κι ἂν δρολάπι καὶ νεροποντὴ πνίγεσαι. Σὰν τὸ διαλαλεῖς κι ἀπὸ πάνω, περνιέται, εἰς τὴν συντροφία τῶν ἐθνῶν, φανέρωμα καὶ ἀγγελτήριον θανάτου.

ΙΙΙΙ. Ἐξυπνᾶ μιὰν ἡμέραν ὁ νοικοκύρης καὶ συνάζει μάζωξι τῶν γειτόνων καὶ λέγει τους «Ἀπὸ σήμερον, γειτόνοι μου ἀγαπημένοι, νὰ μὲ λογαριάζετε διὰ νεκρὸν καὶ πλέον μὴ εὑρισκόμενον ἐντὸς τοῦ κόσμου καὶ σᾶς ἐκάλεσα νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ, νὰ τὸ ἠξεύρετε». Ἂν ῥιχτοῦσιν τὴν ἐπιούσαν οἱ γειτόνοι πρὸς ἁρπαγὴν τοῦ βιοῦ του, ὅ,τι ἔχει χρείαν ἕκαστος, τίνος τὸ πταίσιμον, τοῦ νοικοκύρου ἢ τῶν γειτόνων;

Π. Ἀνετράφην ἐντὸς πολιτείας ὁποὺ οἱ ἀρχόντοι καὶ οἱ τάχατες σοφοὶ καὶ διδασκάλοι, ἓν ἀεὶ δασκαλεύουσιν. «Ἡμεῖς οὐδὲν αἰτούμεθα». Καὶ προβαίνουσιν ἐνώπιον τῶν ἐθνῶν καὶ τελαλίζουσιν καὶ ἐπαίρονται περὶ αὐτοῦ, ὅτι «εἴμεθα τῆς εἰρήνης», ἤτοι μετὰ φωνασκιῶν εἰς ὅλους γνωρίζουσιν πὼς «εἴμεθα νεκροί». Καὶ εἰς τὸν νεκρὸν οὐδὲν ἀνήκει, παρὰ τὸ χῶμα ὅπου θάπτεται. Ἰδιώτευε λοιπὸν γένος Ἑλληνικὸν καὶ μὴ συλλογιέσαι πρὸς χάριν τῶν μελλουμένων, ζῆσε ἄνευ σκοποῦ, ἀπαράτα τὸ πηδάλιον, νὰ πλέει τὸ καράβι κατὰ τὴν βουλὴ τῶν ἀνέμων, ἐπὶ τῶν ἀγρίων κυμάτων, πλησίον βράχων κοφτερῶν. Τότες, ὁ ξένος ἤθελε συλλογισθεῖ διὰ σέ, ὁ ξένος ἤθελε σοῦ ὁρίσει, μὲ τὸ ἀστανιό, σκοπὸν τοῦ βίου σου, ὁ ξένος ἤθελε λάβει τὸ πηδάλιον καὶ ὁδηγήσει τὸ καράβι σου ἐντὸς τοῦ ἰδικοῦ του λιμνιώνα· καὶ εἴτε ξαρματώνει το, εἴτε κουρσεύει το, εἴτε βουλίζει το, κατὰ πῶς ὀρέγεται.

ΠΙ. Εἰς τὸν καιρὸν ὁποὺ ζοῦμε, ἡμεῖς τὸ ἀσθενὲς μέρος, ἡμεῖς οἱ Ταραντίνοι, οἱ Ῥωμαῖοι ζυγώνουσιν καὶ ἡ ἐλπὶς ἀλαργάρει· ὅτι δὲν εὑρίσκεται πλάτη μας δευτέρα Ἑλλὰς ἵνα καλέσουμε Πύρρον καὶ φουσσάτα. Καὶ παρηγορία μηδαμόθεν. Ἀλλὰ δευτέρα Ἑλλὰς εὑρίσκεται καὶ μᾶς κρατεῖ τὴν πλάτη, ἀμὴ δὲν ἠμπορεῖς νὰ δείξεις αὐτὴν ἐπὶ χάρτου, μήτε νὰ θεωρήσεις αὐτὴν μέσω τῶν ὀφθαλμῶν σου, μήτε νὰ περιπατήσεις ἐπὶ αὐτῆς μετὰ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματός σου. Καὶ αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς ὁποὺ λέγω, εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας αὐτοδημιούργητου πολιτισμοῦ. Ὁ πολιτισμός μας ἤθελε σταθεῖ τὸ φουσσάτο μας, ὁποὺ φοβερώτερον καὶ δεινότερον - ὅπως εἶπεν καὶ ὁ Αἰμίλιος Παῦλος περὶ τῆς φάλαγγος – οὐδέποτες ἐφάνη ἐπὶ γῆς. Ὅτι τὸ μὲν ἡμέτερον φουσσάτον  βαστάζει τὸν ἀγώνα μέχρι τέλους, οἱ δὲ μισθοφορίες ἀλλοτρίων πολιτισμῶν ἤθελε βάλλουν ἡμᾶς εἰς σύγχυσιν καὶ δώσουν νῶτα.

ΠΙΙ. Κι ἀπείτις ὀνομάσθη τὸ φουσσάτον, ποῖος ὁ στρατηγός μας; Στρατηγός μας, ὡς καὶ ἀξιολογώτατοι εἰς τὰ στερνὰ προβάλλουσιν, φανερώνεται ὁ σκοπός, ἡ νέα μεγάλη ἰδέα, ὁποὺ ὅλα τὰ συνάφια τῶν Γραικῶν, ὑπὸ τὰς φτερούγας της, θέλει ὁμονοήσουσιν τελειωτικῶς καὶ μοχθήσουσιν ὁμάδιν. Αὐτὴ μᾶς ὀρδινιάζει, αὐτὴ μᾶς κυβερνάει στὸν πόλεμον, αὐτὴ μᾶς φέρνει τὴν νίκην. Εἴθε νὰ δώσει τὰ φῶτα του ὁ ἀρχαῖος ἀρχηγός μας ἵνα ἔλθουν εἰς γνῶσιν οἱ πολλοί. Ὦ Ἄπολλον φώτισον, σὺ κίνησις καὶ ζωή, ὁ δὲ Πύθων στάσις καὶ θάνατος. Ἂς φονεύσουμε τὸ μέγα ὀφίδιν ὁποὺ μᾶς σφίγγει τὴν ψυχὴν καὶ μᾶς στραγγαλίζει τὸν νοῦ καὶ πνίγει τὸν ἀνασασμὸν τοῦ γένους μας, εἰδεμὴ ἂς ἀποθάνουμε δοῦλοι, ὅτι ἄνευ σκοποῦ δὲν λογιζόμεθα γένος παρὰ κοπάδι.

ΠΙΙΙ. Ἐπῆρα τὸ θάρρος, βασιλεῦ, καὶ σοῦ ἔγραψα ἐξ ἀφορμῆς τῆς περικοπῆς τοῦ Πλουτάρχου, ὁποὺ ἀνέγνωσα τὰ τότε καὶ ἐνεθυμήθην τὰ τωρινά. Τὸ ὑπὲρ σκοποῦ πολυπραγμονεῖν ὠφελεῖ τὸ γένος ὅπως ἡ πνοὴ τὴν καρδία. Ὀδυσσεὺς ὁ Ἕλλην καὶ ὄχι Βούδας καὶ κακῶς σὲ ὁρμήνευσεν ὁ Κινέας τὰ περὶ ἡσυχίας. Ὅμως φυλάγομαι νὰ τὸν ψέξω, μήπως καὶ δὲν ἐλέχθησαν ἀληθῶς οἱ λόγοι ὑπὸ τοῦ ἀνδρός, παρὰ τὰ ἔβαλεν εἰς τὸ στόμα του ἡ ῥωμηοσύνη τοῦ Χαιρωνέως.

Εἰρήνη γιὰ νὰ βασταχτεῖ, λαέ μου παλληκάρι,
λόγυμνο πρέπει τὸ σπαθὶ κ’ ἡ κόρδα στὸ δοξάρι,
στὴν τάπια μάτι ξάγρυπνο, στὸ μπράτσ’ ὀρθὸ σκουτάρι.

Σὲ φιλῶ
ὁ ἀδελφός σου