Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Ὁ θλιμμένος ἑκατόνταρχος ΙΙ


ρνε΄

Ὁ θλιμμένος ἑκατόνταρχος ΙΙ

Πολέμαγε ὁ κατόνταρχος σὲ κοῦρσα καὶ πολέμους,
στὸν πόλεμον ἀλάβωτος κ’ εἰς τὴν φιλιὰ λαβώθη.
Μὲ τὰ φεγγάρια ξαγρυπνᾶ, μὲ τ’ ἄστρη συντυχαίνει,
πηγαινοφέρνει τὶς σπαθιές, τ’ ἀγκάθια ξεκορφιάζει,
ἔρμος δειπνᾶ, πίνει βουβὸς καὶ ξέμακρος ῥεμβάζει.
-Ἄρχοντα ποιά σ’ ἐγήτεψεν, ποιά σὲ νεραϊδοπῆρεν;
-Κυρά μου ἐσὺ μ’ ἐγήτεψες, σὺ μὲ νεραϊδοπῆρες,
στὸ τρίστρατο ὅντες πέζευα, στὴν μαρμαρένια κρήνη,
κ’ ἤπια πιοτὶ τὰ μάγια σου κ’ αἰώνια ἀμπόδεσάν με.
Τ’ ἕνα πού ’δα τὸν κόλπο σου, σὰν γιόμιζες γερμένη.
Τ’ ἄλλο σὰν καλημέρισα κι ἀλαφιασμένη ἐστράφης.
Τὸ τρίτον ποὺ ἀντευχήθης με κ’ ἔμαθα τὴν φωνή σου.

Κόρον δ' οὐχ εὗρον ὀπωπῆς ΙΙ



ρνδ΄

Κόρον δ' οὐχ εὗρον ὀπωπῆς ΙΙ

Κάποια πανώρια λυγερὴ τὸν ἥλιον ἀγαποῦσε·
στὸν ἄμμον λύνει τὰ μαλλιά, στὸν ἄμμον ἐγυμνώθη,
στὸν ἄμμο ἀνάερα πλάγιασε, στὸν ἥλιον φανερώθη.
Στάχυ χρυσὸ τὸ χνούδι της καὶ μπροῦντζο τὸ κορμί της,
κι ὁ βασιλιὰς δὲν χόρταινε τὴν κόρη νὰ βιγλίζει,
κ’ ἐχαμογέλα κ’ ἔφεγγε λαμπρύτερ’ ἀπ’ τὰ πρῶτα.

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Τοῦ ὀνείρου οἱ καστρόπορτες


ρνγ΄

Τοῦ ὀνείρου οἱ καστρόπορτες

Τοῦ ὀνείρου οἱ καστρόπορτες δὲν στέκουν φιλντισένιες,
μήτε μαρμαροτοξωτὲς καὶ τρουλοπυργωμένες.
Ἔχουν τὸ κάγκελο ἀχαμνὸ κ’ εἰς τὴν ποδιὰ χορτάρια
καὶ πίσω αὐλὲς ποὺ γιόμιζαν μ’ ἁγνῶν παιδιῶν τὰ σμάρια.