Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Τὸ μέγα ποίημα

ρμη΄

Τὸ μέγα ποίημα
(Οἰκουμένη)

Ὁ ἄργυρος φέγγει σκοτεινός, τ’ ἀτσάλι στράφτει τρόμον,
κι ἀπ’ τὸν χρυσὸ λαμπρότερη μὸν τοῦ ἡλιοῦ ἡ λαμπρότη.
Τῶν Μυστηρίων οἱ ἀργυροὶ καὶ Μακεδνοὶ ἀτσαλένιοι
κι ἄνδρες χρυσοὶ τῶν Ἀθηνῶν, χτίσαν τὴν Οἰκουμένην.
Εἰς τ’ Ἄρβηλα ἐγεννήθη νηά, στὴν σκόνη τῶν ἀλόγων,
κι ἀπόθανε γερόντισσα στ’ ἅη Ῥωμανοῦ τὴν πόρτα.
Ἔζησ’ αἰῶνες δεκοχτὼ στῆς μέσης γῆς τὸν κόσμο,
κ’ ἔφεξε στοὺς λαοὺς δαδί, στὰ ἔθνη καντηλέρι,
κ’ εἰς τῶν βαρβάρων τὴ νυχτιὰν ἀστρόσπαρτο λειβάδι.
Τ’ ἄστρη σου, φῶτα, ἂς μ’ ὁδηγᾶν στὴν χώρα μὲ τὰ κρίνα!
Πῶς μὲ στοιχειώνεις δέσποινα…
Γραικῶν τὸ μέγα καύχημα, Γραικῶν τὸ μέγα ποίημα.

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Ἔρως καὶ ἀγάπη



ρμζ΄

ρως κα γάπη

Σὰν τὸ δρολάπι ὁ ἔρωτας ξάφνου ξεσπᾷ μακρόθε
κι’ ὅλον, τειχιὸ τρισκότεινο, μὲ δέος κοντοζυγώνει.
Ἀστραποβρόντια τὸν φωτᾶν καὶ νέφια τόνε κρύβουν,
κι’ ἀγέρας σέρνει τὰ ξερὰ καὶ τὰ δεντρὰ μανίζει.
Μυρίζ’ ἡ νοτισμένη γῆς καὶ τοῦ νεροῦ τὸ δρόσος,
τὰ πορτοθύρια τῆς καρδιᾶς ἀνοιγοκλειοῦν καὶ κροῦνε.
Κι’ ἀνάρηες στάλες σὲ κεντοῦν καὶ τὸ κορμὶ ῥιγάει,
κι’ ὁλόγδυτη, δόλια ψυχή, σὲ καμτσικώνει ἡ μπόρα.
Μήτ’ ἀγροικᾷς, μήτε νογᾷς, μήτε κι’ ἀλάργα βλέπεις,
βουτιέσαι στὰ φαντάσματα κι’ εἰς τοὺς νερένιους κόσμους.
Κι’ ἡ ἐντὸς φουρτοῦνα σκιάζει σε, μὰ μὲ καιρὸ ἀρμενίζεις,
κι’ ἂν σὲ τρομάζῃ ὁ τύραγνος τὸ θαῦμα σὲ καρδιώνει.
Καὶ σὲ βαφτίζει ὁ οὐρανὸς κι’ ὁ οὐρανὸς σὲ λούζει,
ὣς νὰ στραγγίσουν οἱ βροχές, κατράμια καὶ καθούρια.
Κι’ ὕστερα οἱ φωτοσαγιτιὲς σαρώνουν τὸ μπουρίνι
κι’ ὅλα θωρεῖς τα κρούσταλλο, στραφταλιστὸ μπακίρι.
Καὶ τότε λὲς τοῦ ἔρου ἡ θανὴ φώτισε τὴν ἀγάπη,
καὶ δίνεσ’ ἀσυγνέφιαστη, ψυχή, τοῦ μοναυθέντη.
Κι’ ἄλλοτε πρὶν τ’ ἀστράχτιδα λύσουν τὴν σκοτεινάγρα,
πρώτ’ ἡ μελανοφτέρουγη, τὴν κουκουλώνει, νύχτα.
Καὶ τότε λὲς δὲν ἔθρεψεν ὁ ἔρως τὴν ἀγάπη,
κι’ ἀδάμαστη σὲ καίει, ψυχή, τῆς μοναξιᾶς ἡ πεῖνα.