Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Μαντινάδα



ρλε΄

Μαντινάδα

Κύκλοι τοῦ κόσμου κλείνετε κι ὅσα γεννιοῦνται λειώνουν,
ἂμ μὲς στοῦ αἰώνιου τοὺς χοροὺς ἀκέρια ξεφαντώνουν.


Καλὴ χρονιά!

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Πριάπειον

ρλδ΄

Πριάπειον

Κυρά, τοῦ ὀνείρου μου κυρά, φεῦ, ἡ καρδιά σου
κάστρο ἀδιαγούμιστον ἀπὸ ἡδονὲς βαστιέται.
Μ’ ἥσκιους, γητειές, ἂν μένῃ ἀθώρητ’ ἡ ἑλικιά σου
πῶς νὰ κυριεύεται καὶ πῶς τειχοπατιέται.
Τοὺς ἥσκιους λῦσε, βγὲς στοὺς πύργους, ἡ αὐθεντιά σου
ἂς περιτρέξῃ, ὁλόγυμνη, τοὺς προμαχῶνες·
λιόγερμ’ Αὐγούστου ἀργυρωμένο ἡ ἐμμορφιά σου,
ν’ ἀσκώσῃ ἀντρειὲς καὶ ν’ ἀλαλάξουν οἱ στρατῶνες.

Κι’ ἰδού, στὰ τείχη σου ἐτσαντίρωσα μπρός, δός μοι
γῆ στέρηα ἐλπίδος νὰ πατῶ, νὰ σὲ γυρίσω
μὲ πόθου ζῶσι, κριὸς π’ ἀνήλεα κερατώνει.
Κι’ ὅντες χαμαὶ τὰ πυργοθύρια σου, ἄχ, βροντήσω,
παῖξε εἰς τὸ θέατρον τοῦ νοῦ, τοῦ νοῦ φηγήσου
τὸ πῶς κουρσεύω, ἀμήν, τὸ κάθυγρο καστρί σου.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Πύδνα

ρλγ΄

Πύδνα

Δυὸ νης Μακεδονίτισσες, δυ νηόπανδρες κυράδες,
τοὺς σκοτωμένους περπατον, τος σκοτωμένους βλέπουν.
Κ’ ἦρθεν λιος κ’ δυσεν μς στν χρυσ πορφύρα,
κ’ ἐβούλισαν ο χτίδες του στν Μακεδνν τ γαμα.
Κ’ εἶπεν πρώτη δίχως το λλη ν’γροικήσει:
«Τὰ πορφυρ λιογέρματα βάφουν χρυσ τ κμα,
μάτωσες ἄστρο Μακεδν κ’ χρύσωσες τν Πύδνα».
Κ’ εἶπεν λλη δίχως το πρώτη ν’ γροικήσει:
«Σὰν γέρνει λιος πορφυρς χρυσώνεται τ κμα,
δυσες στρο Μακεδν
κ’ οἱ αμάτινες χτίδες σου χρυσόσταξαν τὴν Πύδνα».
Κ’ ἦτον, Περδίκκα, τ’ στρο σου πού ’χε μοιργιολογήσει!





Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Ξωθιὰ ἦτον ἡ ἀγάπη σου



ρλβ΄

Ξωθιὰ ἦτον ἡ ἀγάπη σου

Ξωθιὰ ἦτον ἡ ἀγάπη σου καὶ δάσος ἡ ψυχή μου
κ’ εἶχε τὸ δάσος σπιτικὸ κι ὁλόγυμνη ἐζοῦσε.
Στὰ σπήλια του ἐτραγούδαγε, στὲς λίμνες του ἐλουζότουν,
στὰ ξέφωτά του ἐχόρευε κ’ εἰς τὰ δεντρὰ ἐκοιμότουν.
Καὶ μιὰν ἡμέρ’ ἀλάργεψε, τὸ δάσος ἐρημώθη,
κ’ ἐστράφ’ εἰς ἀγριοσκότεινο κι ἀνήλιαγον ὁρμάνι.
Λόγος γροικήθη, στοίχειωσε κ’ ἔνι κατηραμένον,
κ’ οἱ ἀνεράϊδες σκιάζονται, ξωθιὲς δὲν τὸ ζυγώνουν.
Ἐντός του ὀφίδι αὐξαίνεται, δράκος κρυφοθεργιεύει,
ὁποὺ τὸ θρέφει ὁ πόνος μου κ’ ἡ πίκρα τὸ τρανεύει.

Τὸ τραγούδιν τοῦ ληστευμένου



ρλα΄

Τὸ τραγούδιν τοῦ ληστευμένου

Χρυσὴ αὐγὴ ἐχάραξε, καλοκαιριοῦ ἡμέρα,
κι ὁ γεωργὸς ἐκίνησε τὸ κτῆμα του νὰ ὁρίσει,
νὰ ὀργώσει ἀγροὺς ἀνόργωτους κι ἄλλους ἀγροὺς ν’ ἀρδέψει,
κι ἄλλους νὰ σπείρει νηὰ σποριὰ κι ἄλλους χεριὰ νὰ κόψει.
Τὸ καμιονάκι του ὁδηγεῖ, τὸ καμιονάκι πάει,
τὸ καμιονάκι του ἔφτασε στὸ ὑποστατικό του,
ἀμὴ δὲν τὸ ἐγνώρισε κι ἀνέγνωρον ὁμοιάζει.

Κρεμιοῦνται τὰ παράθυρα, τὰ σιδεροντυμένα,
ἐκόπ’ ἡ ἀτσαλοκλειδαριὰ κ’ ἡ πόρτα του σωριάστη,
κι ὁ φράχτης, πού ’φραζεν ὀρθός, τώρα στὴ γῆς ξαπλώνει.
Τρέχει ἀπ’ ἐδῶ, φέρνει ἀπ’ ἐκεῖ, γυρεύει, μελετάει,
τὰ ἔκλεψαν λογάριαζε, τὰ λείπεται μετράει,
μὲ τὸ «ἂχ» καὶ μὲ τὸ «μου» καλεῖ κι ὅλον τὰ μαρτυράει.
Πᾶνε τὰ ἐργαλεῖα του, τὰ ἑξῆντα τ’ ἄλογά του,
τὰ ἐφόδια του, τὰ σπόρια του, τὸ χαλκωματικό του.
Κ’ οἱ ξένοι ὁπού ’χε μισταρκοὺς κ’ ἦσαν στὴ δούλεψί του,
ὁποὺ τοὺς καλοτάγιζε καὶ καλοπλήρωνέ τους,
πού ’χε κατώφλι νὰ περνοῦν, κλινάρια νὰ κοιμοῦνται,
κι ὡς ψυχογιοὺς καμάρωνε κι ὡς φίλους τοὺς ἐτίμα,
ἄφαντοι ἐγινήκασιν, ὡς ἄφαντο τὸ βιός του.

Ζαλίστη κι ἀντραλίζεται, λιγοθυμᾶ νὰ πέσει,
ἂμ ἔλαχε κ’ ἐκάθισε σὲ μιὰ παληοκασόνα.
Ἄνοιξε τὸ σακούλιν του καὶ βγάζει ἀπ’ τὸν καπνό του,
πιάνει καὶ στρίβει τὸ χαρτὶ κ’ ἐτρέμαν του τὰ χέρια,
καὶ τὸ τσιγάρον ἄναψε καὶ τὸ τσιγάρον καίγει,
καὶ τὸ τσιγάρο ἐρούφηξε, νὰ φτάσει στὴν ψυχή του,
νὰ πνίξει τὴν ἀχαριστιὰ καὶ νὰ τὴν ξεφυσήξει.
Κι ἀπείτις ὥρα ἐκάπνιζε κι ὥρα ἔσκυβε στὸ χῶμα,
τὸ σάπιο ξύλο ἐλύγισε κ’ ἔσπασεν ἡ κασόνα,
κι ὅπως εὑρέθη ἀνάσκελα κατὰ τὸν ἥλιο στράφη,
κ’ εἶδε τὸ φῶς του τὸ χρυσό, λίγον παρηγορήθη
καὶ λίγον χαμογέλασε…

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Γιὰ σπολλάτη

ρλ΄

Γιὰ σπολλάτη

Βασίλη πού ’σουν φύλακας κ’ ἐτήραγες τὶς ῥάγες,
καὶ χάνοσουν πὰν στὰ βουνά, κάτω ἀπ’ τὰ κατρακύλια,
νὰ ἰδεῖς πέτρες κι ἂν γκρέμισαν καὶ βράχοι κι ἂν κυλῆσαν,
κι ὧρες ἐγύρνας στ’ ἄγρια, δίχως νὰ εἰπεῖς ἀνθρώπου,
κι οὔτε ποὺ βρέθης ἀχαμνός, φάνης λιθοστερέμνιος,
κ’ ἐβίγλιζες γιὰ τὸ κακὸ καὶ τὴν κακιὰ τὴν Ὥρα.
Καὶ γιὰ σπολλάτη ἐλάβαινες ἀπ’ τὴν καλὴ τὴν Ὥρα
κ’ ἤφερνες μὲς στὸ μαγερειό, στῆς μάνας σου τὰ χέρια,
λαγοὺς φαρδιοὺς τετράπαχους, λαγοὺς τραινοκομμένους,
στιφάδα πεντανόστιμα, νὰ τρῶς τὰ δάχτυλά σου!

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Πατρίς, θεοί, ἑστία



ρκθ΄

Πατρίς, θεοί, ἑστία

Τῇ φιλτάτῃ μητρὶ

Γλυκὺς ἔνι ὁ θάνατος κι ὁ πηγαιμὸς εἰς Ἅδην,
γλυκὰ τὰ δόντια τῶν Κηρῶν, τὸ πέραμα τοῦ Χάρου,
γλυκύς, μητέρα, ὁ πεθαμός, γλυκὺς κι ὁ ἄγριος φόνος.
Γλυκὺς ὁ κρότος τοῦ ἀτσαλιοῦ, τῶν σκουταριῶν ὁ βρόντος,
γλυκειὰ τοῦ ὀχτροῦ μου ἡ μάχαιρα, τὸ ξίφος τοῦ δοράτου,
καὶ τὸ μυτάριν τ’ ἀκοντιοῦ, τὰ νύχια τῆς σαγίτας,
τῶν μαύρων ὁ χλιμιντρισμὸς κι ὁ ὄχλος τῶν φουσσάτων.
Γλυκὺ καὶ τὸ ὀρδίνιασμα, τὸ ἔμπα τῶν ἀλλάγιων,
τὰ βούκινα κ’ οἱ σάλπιγγες, παραγγελιὲς καὶ διάτες,
τὸ βάλσιμον εἰς ἄρματα, δειλὰ σὰν λυκαυγίσει.
Ὅλα τοῦ Ἄρεως τὰ φριχτά, γλυκὰ θέλει φανοῦσιν
σ’ ἐτοῦτα σὰν δωρίσω την, τὴν ὑστερνὴ ἀναπνοιά μου.

Τὸ πρῶτον στὴν πατρίδα μου, τὴν ἅγια μου πατρίδα·
εἰς ὅσα ἡ φύσις ἔπλασεν κ’ ἐσμίλεψεν κι ἀργάστη
κι ἀνάστησεν κ’ ἐβλέπισεν κ’ ἐφύλαξεν καὶ γνοιάστη,
ὄντας ἡ ἀγήτρα τῶν θνητῶν καὶ τῆς ζωῆς τὸ κάστρον,
μὲ ἀλάθευτους τοὺς λογισμοὺς καὶ μὲ πιδέξιον χέρι.
Κ’ εἰς ὅλα ὅσα τὸ γένος μου ἐποίησεν κι ἀργάστη,
μὲ τῶν χεριῶν τὴν μπόρεση, μὲ τῆς καρδιᾶς τὴν φλόγα,
μὲ τὸν ἱδρώτα τῶν κορμιῶν, τὸν μόχτο τῶν πνευμάτων,
καὶ κυνηγὸς τῆς ἐμορφιᾶς ἀπ’ τοὺς λαοὺς γνωρίστη.

Τὸ δεύτερον εἰς τοὺς θεούς, τῶν οὐρανῶν τὰ γένη.
Πῶς ὁ παντέρμος ναυαγός, ὁ θαλασσοδαρμένος,
μὲς στὴν κρασάτη θάλασσα, χαμένος, ἀρμενίζει,
πότε γιὰ ὀλίγον χαίρεται, ὀκάτι σὰν ψαρεύει,
ἢ ἄμποτες μ’ ὕδωρ βρόχινον ἡ ἁψιά του δίψα σβήνει,
ἢ ὅταν οὔριος ὁ ἄνεμος φουσκώνει τὸ πανί του·
καὶ πότε κλαίει μισότρελος, ζητεῖ τὸ ν’ ἀποθάνει,
τσακίζονται τὰ μέλη του κι ὁ νοῦς του καταλυέται,
σάν, ἄπαυτα μερονυχτίς, τὲς θύελλες παλεύει,
ἢ σὰν τὴν βάρκαν ζώνουσιν ἀνθρωποφάγα ὀψάρια,
καὶ τότες ἔνι ὁποὺ τ’ ἀρκεῖ μιὰ θύμησις μονάχα,
τὸ σπίτι κ’ ἡ συμβία του, τ’ ἀγαπημένα τέκνα,
οἱ φίλοι κ’ οἱ γονέοι του καὶ τῆς στεριᾶς οἱ σκέψες,
κ’ εὐθὺς ὁ νοῦς γιατρεύεται, τὰ μέλη ξανανιώνουν,
καὶ τὴν καρδιὰ ποὺ ἐκιότεψεν, ζέστη γλυκειὰ ἀντρειώνει,
καὶ νηὰ ἐλπίδα τὸν κεντᾶ, λύσσα ζωῆς γιομώνει;
Ὅμοια ἡ ψυχὴ σὰν ναυαγεῖ στὸν πήλινο τὸν πόντο
καὶ ἀρμενίζει στὰ τυφλὰ καὶ αὐτολησμονιέται,
πότε γιὰ ὀλίγον χαίρεται, ὀκάτι σὰν κερδαίνει,
ἢ ὅταν τῆς τύχης οἱ πνοὲς φουσκώνουν τὸ πανί της,
καὶ πότε ἀποκαρδιώνεται, μωραίνεται, κιοτεύει
καὶ τὸν ἀγών’ ἀπαρατᾶ, ζητεῖ το νὰ βουλίσει,
κύματα οἱ πίκρες ὡς χτυποῦν, σπιλιάδες οἱ τυράγνιες,
καὶ τῆς ζωῆς τὰ βάσανα, βουλιάχτρες, σὰν τὴν πνίγουν.
Καὶ τότες ἔνι ὁποὺ ἀρκεῖ μιὰ θύμησις μονάχα,
τῶν ἀθανάτω ἡ δύναμις, τῶν ἀθανάτω ἡ δόξα,
πὼς εἶναι, πὼς εὑρίσκονται καὶ πὼς αἰώνια θάλλουν,
κ’ εὐθὺς νηὰ ἐλπίδα τὴν κεντᾶ, ζωὴν ξαναγιομώνει,
τὰ σπαθισμένα της φτερὰ νηὸς ἔρως τ’ ἀντρειώνει,
καὶ τὸ κορμί της γῆν πατεῖ, μ’ αὐτὴ ξανοίγει τ’ ἄστρο.
Κι ἄλλο ἔρμη δὲν πορεύεται, τυφλὴ δὲν ταξιδεύει
στῆς ἀθεΐας τὸν βοριᾶ, στῆς ἀθεΐας τὸν πάγο,
στῆς ἀθεΐας τὸν χέρσο ἀγρό, τὸν νεκρωμένον κάμπο.
Ὅτι τὸ ἄστρο τῶν θεῶν, ἥλιος εἶν τῶν ἀνθρώπων,
κ’ οἱ ἀχτίδες των ἐλπίδα μας καὶ ἡ θωριά των φῶς μας.

Τὸ τρίτον ἡ ἑστία μας, τὸ σεβαστό μας σπίτι
καὶ ἡ φωτιὰ καταμεσὶς ποὺ ὁλόγυρα φωτίζει,
καὶ φέγγει μας τὰ πρόσωπα, φέγγει κ’ εἰς τὲς καρδιές μας.
Μὰ κ’ ἡ φωτιὰ στὴν τέλειωσι τῆς στράτας ποὺ φωτίζει,
καὶ γύροθεν καθούμενοι νὰ σμείξουμε ἀνιμένουν
ὅσοι ἔζησαν κ’ οἱ τωρεσνοὶ κι ὅσοι νὰ γεννηθοῦσιν,
κι ὅσοι ὁμοῦ πετάξαμεν μὲς στῶν ψυχῶν τὰ σμάρια,
κι ὅσοι ὁμοῦ ἀράξαμεν στῶν κόσμων τοὺς λιμνιῶνες,
κι ἀπὸ τὸ γαῖμα τὸ θνητὸν θεῖος δεσμὸς ἐδέθη.
Πλέον, μητέρα, δὲν θὰ εἰπῶ, καλύτερον τὰ ἠξεύρεις,
ἔστοντας δέσποινα, κυρά, τοῦ οἴκου κυβερνήτρα.

Ταχιά, μητέρα, σὰν γερθῶ νὰ βγῶ νὰ πολεμήσω
τὸ σκοτεινὸ τὸ Ἰμπέριο, τὲς μαῦρες λεγεῶνες,
ὅλα τοῦ Ἄρεως τὰ φριχτά, γλυκὰ θέλει φανοῦσιν.
Τὸ βάλσιμον εἰς ἄρματα, δειλὰ σὰν λυκαυγίσει,
τὰ βούκινα κ’ οἱ σάλπιγγες, παραγγελιὲς καὶ διάτες.
Γλυκὺ καὶ τὸ ὀρδίνιασμα, τὸ ἔμπα τῶν ἀλλάγιων,
τῶν μαύρων ὁ χλιμιντρισμὸς κι ὁ ὄχλος τῶν φουσσάτων,
καὶ τὸ μυτάριν τ’ ἀκοντιοῦ, τὰ νύχια τῆς σαγίτας.
Γλυκειὰ τοῦ ὀχτροῦ μου ἡ μάχαιρα, τὸ ξίφος τοῦ δοράτου,
γλυκὺς ὁ κρότος τοῦ ἀτσαλιοῦ, τῶν σκουταριῶν ὁ βρόντος.
Γλυκύς, μητέρα, ὁ πεθαμός, γλυκὺς κι ὁ ἄγριος φόνος,
γλυκὰ τὰ δόντια τῶν Κηρῶν, τὸ πέραμα τοῦ Χάρου.
Γλυκὺς ἔνι ὁ θάνατος κι ὁ πηγαιμὸς εἰς Ἅδην.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Ψῆφος καὶ γνώμη



ρκζ΄

Ψῆφος καὶ γνώμη

Τὴν ψῆφον μοὶ ἔδωκες, Ξουσιά, κ’ ἐπῆρες μου τὴν γνώμην,
αὐτεξουσίως κυβερνητῶν τὲς γνῶμες νὰ ψηφίζω.
Μὰ οὐδεὶς τὴν γνώμην μου ψηφᾶ κι ἀψήφιστα μὲ παίρνουν,
ὅθεν ψηφίζω οἱ γνῶμες μου, ξουσιές, νὰ κυβερνοῦν σε.

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Ἡ δόξα τῶν ἄστρων


ρκστ΄

Ἡ δόξα τῶν ἄστρων
(Τὸ τραγούδι τῆς Λιραζὲλ)

Στὴν Φωτεινὴ Γ.

Ἀπ’ τὴν ἀνάλλαγη ἐμορφιὰ ποθοῦσα ν’ ἀλαργέψω,
στὸν θάνατο νὰ κατεβῶ, στὲς ὧρες νὰ βαδίσω,
δέντρη χρυσά, δέντρη γυμνά, μ’ ἀνθοὺς δεντρῶ νὰ παίξω,
κ’ ἔτσι, ξωθιά, ῥηγόπουλον ἔστερξα ν’ ἀγαπήσω.

Μοιάζουν τὰ κάλλη ἐδῶ μ’ ἐκεῖ μὰ φαίνονται κι ἀνόμοια,
φόβον μ’ ἐλπίδα δένουνε, κερνοῦν χαρὰ μὲ θλίψι,
κι ὅ,τι λατρεύτη θὰ παυτεῖ κι ὅ,τι ἄνθισε θὰ λείψει,
πλέουν οἱ ἀρμάδες τῶν ψυχῶν μὲ δίχως φῶτα αἰώνια.

Μὰ ὅντες ἡ ἀντάρα τοῦ ἡλιοῦ καταλυθεῖ τὸ δείλι
κι ὁ ἀθέρας στὸ κρουστόφαντο, γυμνώνεται, σκοτάδι,
πῶς γλυκοφραίνεσαι ἀμαθιὰ σὰ ἰδεῖς στὸ οὐράνιο μίλι
τ’ ἀστεροφλογοκέντητο νυχτερινὸ καβάδι!

Ἀνάξιοι σεῖς θεοὶ τῆς γῆς κι ἀνάξια προσκυνοῦν σας,
γύφτοι, ῥηγαίους καμώνεστε, τρῶγλες, παινιέστε κάστρη·
ἥλιοι θνητοὶ ποὺ σβήνετε μὲ τοὺς θνητοὺς πιστούς σας,
μὰ ἐγώ ’μαι ἀμάραντη ξωθιὰ καὶ προσκυνάω τ’ ἄστρη.


Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Ἡ πιὸ βαθειὰ εὐγένεια

ρκε΄

Ἡ πιὸ βαθειὰ εὐγένεια

Κατὰ τὸν ὑστερνὸ καιρὸν ἡ Ἀννούλα ἡ γιαγιά μου
τὸ φῶς της ἐχαμήλωσεν κι ὅλο θαμπὰ θωροῦσεν.
Κι ὡς μπρός της ἐστεκόμασταν ἐγὼ ἢ ὁ ξάδελφός μου,
τὸ ἀγγόνι της μελέταγεν, τὸ χέρι ἰσκιοβαστοῦσεν.
Κ’ ἤλεγε «Σὺ εἶσαι ὁ Σσσ…», ντρεπόταν νὰ λαθέψει,
σ’ ἔδινε χρόνο νὰ τὸ εἰπεῖς, γύρευε νὰ μαντέψει.

Ἕλλενοι τῆς ἀνατολῆς, γενιά μου «ἀφανισμένη»,
ποὺ «Ἑλληνισμὸς» ἐσπάθισαν στὸ ξύλο οἱ σταυρωτές σας,
(καμμιὰ φορὰ στὸν ὕπνο της κραύγαζε ἀλαφιασμένη)
κι Ἄδωνις «εὑρεθήκατε» κ’ εἶδαν φῶς οἱ ζωές σας.
Πληθυντικοὺς δὲν λέγατε, φερσίματα μελένια,
μὰ ἡ κόλασις σᾶς ἔντυσε τὴν πιὸ βαθειὰν εὐγένεια.

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Παγανιστικὸν


ρκγ΄

Παγανιστικν

Ἥλιε, σὰν ἁρματοδρομῇς καὶ οὐρανοδιαβαίνῃς,
τὰ μύρια ἀκροδαχτύλια σου, τ’ ἀχνομαλαμματένια,
ὅλον τὸν κόσμο ζωγραφοῦν, μ’ ὅλον τὸν κόσμο παίζουν.
Παίζουν μὲ τὲς δεντροκορφές, τὰ μυρωδᾶτα δάση,
μὲ τὸ γαλάζιο πέλαγο, τὴν ζαχαρένιαν ἄμμον,
μὲ τῶν ἀνθρώπω τὰ χωριὰ καὶ μὲ τ’ ἀγριοτόπια.
Ληόδεντρα ἀργυροπράσινα κι’ ἡλιοχρουσολουσμένα,
ἀμπέλια ἀχτιδοδιάφανα καὶ φωτοχαϊδεμμένα,
πλάτη, ἀχυρόξανθοι ἀγροί, περβόλια, λοφοκάμποι,
κῆποι, μελισσολείβαδα καὶ λόχμες καὶ ὁρμάνια·
κι’ ἀκέρηα ἡ γῆ, χρυσὸς μπαξές, κάμνεις, Ἥλιε, καὶ λάμπει.

Νοτιά, σὰν πνέῃς, σὰν φυσᾷς τὴν λαγαρὴ ἀναπνοιά σου,
τρώγεις τοῦ κόσμου τὴν σκουριὰ κι’ ὁ κόσμος ἀναθάλλει·
καὶ κουβαλεῖς π’ τ’ ἀνάλλαγα τὰ ξωτικοβασίλεια
γεραγιδίστικες λαλιές, δροσονεραϊδογέλια,
γλεντιῶν τ’ ἀχολογήματα, χορῶν σκοποὺς καὶ σκάρους.
Μὲ τί λαχτάρα οἱ ψυχὲς τὸ χάδι σου ἀδράχνουν,
στρώνουν σοφράδες στὲς αὐλὲς καὶ τάβλες στὰ μπαλκόνια,
νὰ κοινωνήσουν μὲ πιοτά, νὰ μεταλάβουν λόγια,
νὰ τὶς φυσήξῃς οὔρια, νὰ ὀνειραρμενίσουν,
νὰ ξαγναντέψουν τὶς στερηὲς τῆς ἅγιας τους πατρίδας.
Χαῖρε! Ἡ ἀλήθεια τοῦ Πανὸς κάμνεις, Νοτιά, καὶ λάμπει.

Νύχτα, σὰν ἁρματοδρομῇς καὶ οὐρανοδιαβαίνῃς,
δύεις τοῦ βασιληᾶ τὸ φῶς, μυριάδων ἀνατέλλεις,
γκρεμᾷς τὰ κάστρη τῶν μορφῶν, τὰ τείχη τῶν πραγμάτων,
κι’ ὅλα στὸν κόσμον σμείγει τα, τὸ μελανὸ μαντύ σου.
Κι’ ὅποιος στὰ σώψυχα δεχτῇ τὴν μυστικὴν αὐδήν σου,
τραβᾷ ἀπ’ τὰ μάταια τὴν ματιὰ κι’ εἰς τ’ ἄστρη τὴν σηκώνει.
Ἐνώπιο σου ψέμμα δὲν ζῇ κι’ ἀπάτη δὲν βαστιέται.
Κι’ ὅποιος στὰ μάγια σου ἀπιστεῖ, τὸν ὁρισμόν σου ἀρνιέται,
σ’ ἄβυσσον ἀγεωμέτρητην ἁλυσωμένον σῦρε,
νὰ ἡσκιοπατῇ στὸν Τάρταρον, γαλήνη μὴν ξανάβρῃ.
Ὁ Ὄλυμπος μὲς στὶς καρδιὲς κάμνεις, Νύχτα, καὶ λάμπει.

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Ὁ κύων τοῦ μίσους



ρκβ΄

Ὁ κύων τοῦ μίσους

Στὴ ῥούγαν, καταντίπερην, σὰν σαματὰς βροντάει,
σάμπως κλέφτες νὰ κλέφτουσιν; Κακοῦργοι κακουργοῦσιν;
Γέρθην καὶ κρυφαγνάντεψα π’ τὸ πάνω πανωθύριν.
Μήτε κλέφτες καὶ κλέφτουσιν, κακοῦργοι κακουργοῦσιν,
μὸν ἔνι γέρων κουρελὴς ποὺ ταραχὴν ἀσκώνει,
μὲς στὸν σωρὸ ἐψαχούλευεν, βρωμιὲς ἀνακατώνει,
πράγματα χρείας διάλεγεν στὸ ὑπαίθριον τὸ ἑρμάριν.
Οἱ παρωρίτες φαίνονται, στὰ σκότη ἀποτραβιέται,
κι ὡς εἰς τὰ σκότη προσπερνοῦν, δειλὰ δειλὰ θωριέται.
Κάμω νὰ ἰδῶ ἂν ξεύρω τον, κάλλιον νὰ μὴν ἠξεύρω.
Νὰ κοιμηθῶ ξανάπεσα, γαλήνη δὲν ζυγώνει,
σάστισα, ἐβρυκολάκιασα κ’ ἑώρων τὸ ταβάνι,
κ’ ἤλεγα λιανοτράγουδον γιὰ νὰ μὲ νανουρίσει:
«Μίσος, μοβόρικο σκυλί, δάγκωνε τὴν καρδιά μου,
κομμάτιαζέ την, σκίζε την, νὰ μὴν τοὺς λησμονάει,
κι ὡς ξημερώσει ὁ γδικιωμός, πάνω τους σὲ μολνάει».

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Παρατηρητὴς



ρκα΄

Παρατηρητὴς

Τὸν χρόνο τόπο ἐδιάλεξα, τοὺς στοχασμοὺς γιὰ χρόνο,
μετὰ τῶν στοχασμῶν γερνῶ καὶ στέκομαι εἰς τὸν χρόνο.
Καὶ διάγω εἰς τὰ μελλούμενα καὶ τὰ παληὰ μαντεύω,
τὰ τωρεσνὰ ὅλο νοσταλγῶ, τοὺς κύκλους προφητεύω.
Μπρὸς στ’ ὁλοφάνερον τυφλός, στὸν ἴσκιο ἀητὸς κοιτάζω,
στὸ θαῦμα πονηρεύομαι καὶ τὰ κοινὰ θαυμάζω.
Κουφὸς στὰ περιλάλητα, μὰ τὰ βουβὰ γροικάω,
κι ὡς τὸ λαλεῖν ἀρχεύουσιν, γὼ τὸ σιωπᾶν τιμάω.
Ἥλιον γυρεύουν οἱ πολλοί, σκάβω στὴ γῆς λαγούμια,
πελάγου ἁπλάδα πεθυμοῦν, δρομῶ εἰς τὰ κορφοβούνια.
Γλυκὺν παινεῦαν τὸ κρασί; Γευόμην ξινισμένο,
δασκάλεψές με, μάνα μου, πὸ ξένα νὰ μὴν παίρνω.

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Σκουριὲς




ρκ΄

Σκουριὲς
(Ἡ πείνα τῆς Δήμητρος)

Ἡ γῆ μας εἶν πανίερη, τὰ δάση ἁγιασμένα,
κι ὁποὺ κρατοῦν τὰ σπλάχνα τους ἂς μένουσιν κρυμμένα.
Μὸν στὲς ψυχὲς ποὺ ἐσβήσασιν τὸ μάλαμα γυαλίζει,
χωμάτινοι τὸ λαχταροῦν, τοὺς πήλινους πλουμίζει.
Τῶν μονοφθάλμων ὁρμαθός, ἥλιον, τὸ καμαρώνει,
μὰ καίγουν οἱ ἀχτίδες του σὰν παγωμένο χιόνι.

Κι ὁ Ἐρυσίχθων κάποτες, βλάστημος καὶ μὲ θράσος,
τὰ δέντρη ἐπελέκησεν κ’ ἐσώριασεν τὸ δάσος.
Κ’ ἤθελε λεύκα τῶν ξωθιῶν γιὰ τάβλα καὶ καδρόνι,
νὰ κάμει οἶκο καλόφτιαστον, φίλους νὰ τραπεζώνει.
Πείνα τοῦ θέργιεψ’ ἡ θεά, ποτὲς νὰ μὴν χορτάσει,
τὴν πλάσι καταβρόχθισεν κι ὀρέγοταν τὴν πλάσι.
Κι ἀφοῦ τὰ πάντα ἐμάσησεν κι οὐδὲν ηὗρε νὰ φάει,
μὲ δάκρυα κι οὐρλιαχτὰ φριχτὰ τὸ κρέας του μασάει.
Σεῖς ποὺ πεινᾶτε γιὰ χρυσὸν καὶ δάση χερσοτόπους,
λογιάστε τ’ ἀντιγύρισμα στοὺς ἄφρονες ἀνθρώπους.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Ἀκόντιος καὶ Κυδίππη



ριθ΄

Ἀκόντιος καὶ Κυδίππη

Ὁ Ἀκόντιος τὸν ἔκλεψε τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης
πρὸς τὴν Κυδίππη ὡς ἔριξεν ὁλόχρυσο κυδώνι.
Στὰ πόδια της ἐκύλησεν, στὰ πόδια της ἐστάθη,
κι ἄδολα ἐκείνη ἔσκυψεν κι ἄδολα βάστηξέν το,
κι ἄδολ’ ἀνέγνωσεν γραφὴ στὴ φλούδα χαραγμένην,
κι ἄδολα λόγια πέταξαν καὶ τῆς θεᾶς ἀμώνει:
«Μὲς στὰ ἱερά σου δώματα, Ἄρτεμι, σοῦ τ’ ἀμώνω
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενῶ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρω».
Τὸν δόλο ἡ δόλια νόγησε, πέταξε τὸ κυδώνι,
κι ἀπ’ ἐντροπὴ κοκκίνησεν κι ἀπ’ ὄργητα κορώνει,
κι ἀπ’ τὴν ῥωτοκατεργαριὰν ἔτρεξε δακρυσμένη…

Ἡ κόρη ἀρραβωνίζεται, χλωμὴ στὴν κλίνη ἐστρώθη,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, τριαντάφυλλο σηκώθη.
Δεύτερη ἀρραβωνίζεται κι ὁ πυρετὸς τὴν καίει,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, δροσίζει καὶ ῥοδίζει.
Τρίτην ἀρραβωνίζεται, χτικιὸ τὴν κατατρώγει,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, ἥλιος Μαγιοῦ καὶ λάμπει.
Ἐσάστισεν ὁ κύρης της κ’ εἰς τοὺς Δελφοὺς μηνάει,
καὶ οἱ Δελφοὶ τοῦ κύρη της ἀντιμηνύουσίν του:
«Ἀπὸ τὴν Κέα κάλεσε γαμπρό σου τὸν Ἀκόντιο».
Ὅτι ἡ θεὰ τὸν ἔστρεξε τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης,
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενεῖ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρει.

Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ἀστόχαστα κι ἂν μίλησεν, ἄκριτα κι ἂν ἐλάλει,
μὲς στὸν ναὸ σὰν ἄμωσεν, ὁ ὅρκος δὲν ξεστρέχει.
-Μὰ σεῖς οἱ παντελήμονες, σεῖς καὶ οἱ παντογνῶστες,
καὶ δὲν ξεσυνερίζεστε ἀστόχαστα κοράσια.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Τοῦ νηοῦ ἡ ἀγάπη ξόβεργα, κόλλησ’ ἡ καρδερίνα,
κι ὅταν γι’ ἀλλοῦ φτεροκοπᾶ, λαβώνει καὶ πονεῖ την.
-Τὴν λευτεριὰ κι ἂν ἀψηφᾶ, τ’ αὐτόβουλο ἂν δαμάζει,
δὲν εἶναι ἀγάπη μὰ γητειὰ ποὺ δοῦλον ἐξουσιάζει.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Μοίρα, γραφτὸ καὶ ῥιζικό, τύχη καὶ πεπρωμένο,
τοῦτα τὴν ἐπροξένεψαν, τοῦτα τὴν ὑπαντρέψαν.
- Τὸ πεπρωμένο τρίστρατα κ’ ἡ μοίρα σταυροδρόμια,
μὰ ὁ δοιπόρος τὰ περνᾶ, διαβαίνει τα ἀπατός του.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ψυχὲς συνταξιδιώτισσες, ψυχὲς ἀστροπεράτες,
κλῆρο καὶ βιὸν ἐδιάλεξαν ζευγάριν νὰ γενοῦσιν,
πρὶν εἰς τὴν γῆ κατέβουσιν καὶ πρὶν νὰ γεννηθοῦσιν.
-Θεά, γιὰ τοῦτο ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης!