Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Εἷς οὐρανὸς


ρϞστ΄

Εἷς οὐρανὸς

«Διὰ ταῦτα οὔτε δύο οὔτ’ ἀπείρους ἐποίησεν ὁ ποιῶν
κόσμους, ἄλλ’ εἷς ὅδε μονογενὴς οὐρανὸς γεγονὼς
ἔστι τε καὶ ἔτ’ ἔσται».
Πλάτων

Ὁ βαρδιάτωρ προσπερνᾷ, νύχτα, στοὺς προμαχῶνας,
τὸν κόσμον συλλογίζεται κι’ ἀναμετρᾷ τὴν πλάσιν,
ἂν εἷς πυργώθη οὐρανός, ἂν μιὰ ποιήθη κτίσις,
ἢ τάχα πλῆθος σύμπαντα θεμέλιωσεν ὁ πλάστης.
Τὰ βήματά του προχωροῦν καὶ φτερουγίζει ὁ νοῦς του,
τοὺς στοχασμοὺς γεωμετρεῖ, τὸν λόγον καστροχτίζει,
μὲ δυναμάρια τὸν κρατεῖ, τ’ ἄστρα θωρεῖ καὶ λέγει.
«Θεὸς ἂν ἔργον στοχασθῇ μία φορὰ ἐστοχάσθη,
σὰν τὸ ἀναστοχάζεται ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν λάβ’ εἰκόνα τὸ ἔργον του τὴν ἑαυτοῦ θὰ λάβῃ,
ἂν λάβῃ ἄλλην, πλὴν ἑαυτοῦ, ἄριστος δὲν λογιέται.
Ὑπὸ θεοῦ ποὺ καμωθῇ καλῶς κι’ ἅπαξ καμώθη,
κι’ ἀνὲ ξανακαμώνεται ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν κόσμον τάξῃ ὁ θεὸς τ’ ὅλον θέλει κοσμήσει,
εἰς κόσμους χώρια ἂν μεριστῇ ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν ὁ θεὸς ἔνι θεὸς καὶ ἄριστος λογιέται,
τὸ πᾶν ἔκαμε δεύτερον θεὸν γεγεννημένον.
Ὅθεν, ἀστέρια μου χρυσᾶ ὁποὺ σᾶς συντυχαίνω,
εἷς ἐπυργώθη οὐρανός, μιὰ ἐποιήθη κτίσις,
ὑπὸ τοῦ πλάστου κόσμος εἷς καὶ ἅπαξ ἐγεννήθη,
μήτε ποτὲ θὰ χαλαστῇ κι’ ἐν δόξῃ ἀεὶ θ’ αὐγάζῃ».

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ὁ βασιληὰς τῆς Θούλης



















Johann Wolfgang von Goethe

Ἀπὸ κοινοῦ μὲ Κυριακὴ Χατζηαποστόλου*

Στὴν Θούλη βασιλέας κυβερνοῦσε,
πιστὸς μέχρι στὸν τάφο νὰ κλειστῇ,
ποὺ ἀπ’ τὴ νεκρὴν ἀγάπη του σὰν ζοῦσε
εἶχε, μιὰ κοῦπα ὁλόχρυση, δεχθῆ.

Δὲν ἄλλαζε τὴν κοῦπα μὲ κανένα,
στὰ δεῖπνα τὴν κατέβαζε ἀδειανή,
τὰ μάτια του ἐτρέχαν δακρυσμένα
κάθε φορὰ ποὺ ἔπινε μ’ αὐτή.

Κι’ ὡς σίμωνεν ἡ ὥρα τοῦ θανάτου,
τὶς πόλεις στὸ ῥηγᾶτο του μετρᾷ,
χαρίζει ὅλη τὴν κληρονομιά του,
τὴν κοῦπα τὴν ὁλόχρυση κρατᾷ.

Καθόταν στὸ βασιλικὸ τραπέζι,
γύρω ἡ συντροφιὰ τῶν ἱπποτῶν,
στῆς πάτριας ὑψηλῆς σάλας τὴν μέσι,
κεῖ στὸ παλάτι, στὸν ὠκεανόν.

Κεῖ ὁ παληὸς ὁ γλεντοκόπος στάθη,
φλόγα ζωῆς ἤπιε φορὰ στερνή,
τὴν ἅγια κοῦπαν ἔῤῥιξε στὰ βάθη
μὲς στὴν φουσκονεριὰ νὰ βυθιστῇ.

Τὴν εἶδε νὰ γκρεμίζεται, νὰ πίνῃ,
καὶ νὰ καταποντίζεται βαθιά,
τὰ μάτια του βυθίστηκαν, τὰ κλείνει,
δὲν ἤπιε ἄλλη σταγόνα ποτὲ πειά.

Ἡ Κυριακὴ Χατζηαποστόλου εἶναι τελειόφοιτη φοιτήτρια
γερμανικῆς γλώσσας καὶ φιλολογίας τοῦ Α.Π.Θ.

Φωτογραφία: Goethe, χαρακτικὸ τοῦ Georg Melchior Kraus

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Εἰς τὸν κὺρ Ἀρσένιον Μελισσηνὸν καὶ τοὺς τριακοσίους ἀκρίτας


ρϞε΄

Εἰς τὸν κὺρ Ἀρσένιον Μελισσηνὸν
καὶ τοὺς τριακοσίους ἀκρίτας

Ἀρσένιος ὁ ἐνίκησεν τὰ στίφη τῶν λιμνόθεν,
στοιχειὰ ὁποὺ δὲν ἔκοπταν τ’ ἀνθρωπινὰ σπαθία,
κι’ ὁποὺ μὲ γαῖμα ἐχόρταιναν ὡς ἤρχοντο νυχτόθεν,
κι’ ἐπάθαν ζῷα κι’ ἄνθρωποι κι’ ἡ γῆ χέρσα ἐρημία.

Συνάζει ἀρχόντους καὶ σοφούς, μηνᾷ εἰς τὰ μοναστήρια,
μάντες καὶ μάϊσσες προσκαλεῖ, χαλδαίους κι’ ἀγυρτολόγι·
περγαμηνὰς τοῦ ἀπήγγειλαν, θαύματα γνώθει μύρια,
ἀμὴ δὲν ἦσαν γιατρικὰ καὶ σωτηρίας λόγοι.

Τὲς ἀλουστῖνες τῶν κρηνῶν ἐγύρεψε νὰ μάθῃ
ἂν ἔνε ξόρκιν ἢ γητειὰ π’ ἀγερικὸν σκοτώνει.
«Βοτάνιν λάβε κι’ ἀνὲ πιῇς θρέφει ζωὴ τὴν σπάθη,
θάνατον δών’ εἰς τὸ στοιχειὸν μὰ ὡς τὸ κηρὶν σὲ λειώνει».

Τρακόσιοι ἀκρῖτες στέκουν τον, τὴν ξήγησιν φηγήθη,
κι’ ὅλοι ἄσπρο πάτον ἔπιαν το, κινοῦν σιδηρωμένοι.
Τρεῖς νύχτες στοιχειοπολεμοῦν, κροῦν τὰ μοβόρα πλήθη,
κι’ Ἀρσένιος κόπτει τὸ στερνὸ κι’ ἐδῶ, στερνός, πεθαίνει.

Καὶ αὖθι ἡ λίμν’ ἡ σκοτεινή, πό ’χε ἀστρινὸ στεφάνι,
μπλέχτη μὲ φυκοκαλαμιά, τὰ ὕδατα ἐβουρκῶσαν.
Κι’ οἱ ἔζων λιμνοτρόγυρα, πρῶτοι κι’ ὁμοῦ βιλᾶνοι,
τοῦ Ἀρσένη καὶ τῶν ἀκριτῶν μνημούριν ἐσηκῶσαν.