Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ὁ ξεδοντιάρης λέων


ξεδοντιάρης λέων

ρμα΄

Δίκηο! Μακρυχαίτικο, πλατύστερνο ληοντάρι,
κι’ ἀπ’ τς χτδες το λιο βασιλοκρατημένο,
πού ’χες τὰ δόντια σουβλερά, τ νύχια κονισμένα,
πού ’σουν στὸ θώρι δύναμις, στ διάβαινες χάρις,
κι’ ὅντες βρουχιόσουν λούφαζαν τ’ ἀδικοκαμωμένα,
κι’ ἐκέρωνε κάθε κακό, στράγγιζε δίχως θάῤῥη,
καὶ τρέμαν σε τ’ νάξια, μ τ’ στανι σ μνοσαν,
τῆς ξιοσύνης τν νθ καρπόδενε βουλή σου,
καὶ τ πρεπ καντάριαζες, το δουλευτ, μοιράδι,
κι’ ὅλοι πο ες σένα ἤλπιζαν κι’ ἀμναν κι’ γαποσαν,
τώρα σὲ συζητον κιοτή, σ κράζουν γι ψωριάρη,
μ’ σκιάζονται κα περπατον μακρι π τν ργή σου.
Τώρα στ’ ἀτσάλινα κλουβι γυρνς τν μεγιστάνων,
κι’ ἔχεις λουρ στν τράχηλο, φιογκάκι στν ορά σου,
σαλτάρεις γύρους μὲ φωτιά, κάμεις τν τσαρλατνο,
γατοῦλα, τρέχεις κα κυλς τν πλούσιω τ κουβάρι,
σ’ ἐκειος τρίβεσαι, γουργουρς, κοιμιέσαι στν ποδιά τους,
καὶ τν μικρούλη πρν γευτς, ποντίκι, τυραγνεύεις,
φαφούτικο ἀνημπόρεψες, κρης μαλακ γυρεύεις,
δὲν κόφτουν τὰ σαγόνια σου, τὰ νύχια σου δν σκίζουν
σκληρόπετσους τῆς νομις κι’ δίκους τν ρχόντων,
νοικοκυραίους μασουλᾶν, μ σάρκες πλέμπας τρίζουν,
τσανακογλείφτη κάθε βιᾶς, το μπέριου βασταγάρι,
Δίκηο! Μοχτηρ θεργιό, μοβόρε ξεδοντιάρη.