Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

The Book













Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

 

Κτήριο στν σκόνη, σβολερό, μίτος κε δηγοσε,
στν λαβυρίνθων τ στενά, γύρω π’ τς ποβάθρες·
πλασμάτων θαλασσόφερτων σμές, χύνονταν, λάθρες,
κι χλ σγουρ κι πόκοσμην ζέφυρος φυσοσε.


Στν ομβωτ βιτρίνα του καπνι κα πάχνη… ντς
βιβλίων σωρο χνοφαίνονταν, δεντροκορμο στριμμένοι
ψηλο ς τν στέγη, σάπιζαν· κα μέσα στοιβαγμένη
ρχαία σοφία σ θραύσματα, πάμφθηνος θησαυρός.


Μ’ θελξε! Μπκα! Σήκωσα, μ’ ράχνες, το σωρο
τν πάνω τόμο κ’ νιωθα, τ φύλλα πως γυρνοσαν,
τρόμο, λέξεις μφίσημες πο παινιγμος κρατοσαν
κάποιου, στο μύστη τν ματιά, φρικώδους μυστικο.


Γύρεψα νά βρω πωλητ μ περα, ν βοηθοσε, 
κανες… μονάχα μις φωνς ντίλαλος γελοσε!

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Ozymandias of Egypt













«Βασιλεὺς βασιλέων Ὀσυμανδύας εἰμί.
Εἰ δέ τις εἰδέναι βούλεται πηλίκος εἰμὶ καὶ ποῦ κεῖμαι,
νικάτω τι τῶν ἐμῶν ἔργων».

                                Διόδωρος ὁ Σικελιώτης                                                

Ποίημα τοῦ Πέρσυ Μπὺς Σέλλεϋ

Στὸν Φίλιππο Βαβουλάκη

Ἔσμειξα μὲ ταξιδιώτη πού ’ρθεν ἀπὸ ἀρχαία γῆ,
μοῦ ’πε: «Δυὸ γιγάντεια πόδια, λίθινα, δίχως κορμί,
ἐντὸς τῆς ἐρήμου στέκουν… Καὶ παρέκει, ἀπὸ τὴν ἄμμον
ὄψι ὅλο ῥωγμὲς προεξέχει κ’ ἡ ἀπαρέσκεια πού ’χει πάνω

στὰ συνοφρυωμένα χείλη κ’ ἡ στυγνοῦ δεσπότου χλεύη,
μᾶς γνωρίζουν πὼς ὁ γλύπτης καλῶς ξέκρινε τὰ πάθη,
ὥστε ἐπιζοῦν ἀκόμα, στ’ ἄψυχου ὑλικοῦ τὴν σκάφη,
καὶ ἡ χεὶρ ποὺ τὰ ἐμιμήθη κ’ ἡ καρδιὰ ποὺ εἶχαν θρέψει.

Κ’ ἕνα ἐπίγραμμα στὸ βάθρο, μὲ παρόμοια λόγια, κεῖται:
Βασιλεὺς τῶν βασιλέων, ὁ Ὀσυμανδύας εἰμί:
Σεῖς, τὰ ἔργα μου ὁρᾶτε, δυνατοί, καὶ ἀπελπιστεῖτε!

Τίποτε σιμὰ νὰ ἐσώθη. Τὸν ἀργὸ θάνατο, ζώνουν,
τοῦ κυκλώπειου ἐρειπίου, δίχως ὅρια καὶ γυμνοί,
ἔρμοι κι ὁμαλοὶ ἀμμοτόποι ποὺ ὣς τὰ πέρατα ἁπλώνουν».

Πίνακας: Alfred Clint



Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Exile



















Ποίημα το Χάρολντ Χρτ Κρέην

Τὰ χέρια μου ἡδονὴ δὲ νιῶσαν ἀπ’ τῶν χεριῶν σου τὸν καιρό,
- ὄχι – μήτε ἀπ’ τὸ «ἔχε γειὰ» γέλιο λευτέρωσαν τὰ χείλη·
καὶ μὲς στὴν μέρα ξεδιπλώνεται τὸ διάστημα τρανὸ
κι’ ἄφωνο μεταξύ μας σάν, τὸν ἀμμωνίτη τὸ κοχύλι.

Κι’ ὅμως, ἡ ἀγάπη ὑπομένει, κι’ ἂς μοναχὴ λιμοκτονῇ.
Περιστεριοῦ φτερὰ κολλοῦνε στὴν καρδιά μου κάθε βράδυ
μὲ τρυφερότη περισσή· κι’ ἂν φθάρη ἡ πέτρα ἡ κυανῆ
στὸ δαχτυλίδι πίστεως, πειότερο λάμπει στὸ σκοτάδι.


Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

In the Forest



















Ποίημα το σκαρ Γουάιλντ

(Στ πρωτότυπο τ μυθολογικ ν
εναι φανος κα χι ξωθι πως δ)

Ἔξω ἀπ’ τ’ ἀτόφυου δάσους τὸ λυκόφως,
ὣς πέρα, στὴν αὐγὴ τοῦ λειβαδιοῦ,
μέλη ἀπὸ φίλντισι, καστανομμάτα,
θεᾶται ἡ ξωθιά μου, ἰδού!

Χοροπηδᾷ ἀπ’ τὶς λόχμες τραγουδῶντας,
χορεύει καὶ ὁ ἥσκιος της μαζί,
διχάζομαι, ποιὸ ἀχνάρι ν’ ἀκλουθήσω,
τὸν ἥσκιον ἢ τὴν μουσική!

Ὦ κυνηγέ, τὸν ἥσκιο της ν’ ἀγρεύσῃς!
Ὦ ἀηδόνα, σὺ ν’ ἀδράξῃς τὸν σκοπό!
Ἀλλιῶς ῥωτόπληκτος μὲ μουσικὴ καὶ τρέλα
ματαίως θὰ τὴν ἀναζητῶ!


Φωτογραφία: Napoleon Sarony



Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

The Rose of the World



















Ποίημα τοῦ Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Ποιός ὀνειρεύτ’ ἡ ὀμορφιὰ πώς, ὄνειρον, περνᾷ;
Γιὰ τέτοια χείλη κόκκινα κι’ ἀγέρωχα ὅλο ὀδύνη,
-ὀδύνη ὅτι θαῦμα νηὸ δὲν μέλλει νά ’ρθῃ πειά-
σὲ νεκρικὴ φεγγοβολὴν ἡ Τροία μῦθος γίνη
καὶ πέθαναν τοῦ Οὔσνα τὰ παιδιά.

Ἐμεῖς κι’ ὁ κόσμος ποὺ μοχθεῖ εἴμαστε ποὺ περνοῦμε:
Ἐν μέσῳ ἀνθρώπινων ψυχῶν ποὺ ὑποχωροῦν μὲ δισταγμὸ
σὰν τὰ θολὰ τὰ ὕδατα, κατάκρυα ποὺ κυλοῦνε,
ὑπὸ τῶν ἄστρων τὴν πομπή, τ’ οὐράνιου θόλου τὸν ἀφρό,
ζῇ πάντα ἡ μοναχική της ἡ μορφή.

Ὑποκλιθῆτε ἀρχάγγελοι ἐντὸς τοῦ οἴκου σας τοῦ θαμποῦ:
Προτοῦ σεῖς κἂν ὑπάρξετε ἢ ἄλλης καρδιᾶς ῥυθμός,
βαριεστημένη καὶ ἁβρὴ παράστεκε στὸν θρόνο Αὐτοῦ,
τὸ Πᾶν Οὗτος ἐποίησεν νά ’ναι χλοερὰ ὁδὸς
στὴν θέα τοῦ ὡραίου της ποδιοῦ.


Φωτογραφία: Alice Boughton



Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Bright Star




















Ποίημα το Τζν Κτς

Ἄστρο λαμπρό, ὅπως καὶ σὺ νά ’ταν ν’ ἀκινητῶ,
μὰ ὄχι νὰ φέγγω μοναχός, νύχιος μετέωρος δείκτης,
μὲ βλέφαρα ποὺ δὲν σφαλνοῦν αἰώνια, νὰ θωρῶ
-τῆς φύσεως καρτερικὸς κι’ ἄγρυπνος ἐρημίτης-

τὰ ὕδατα, νὰ κυματοῦν σ’ ἱερουργία παληά,
καὶ τοῦ ἀνθρώπου τὶς ἀκτές, παγκόσμια, νὰ ἐξαγνίζουν·
ἢ ν’ ἀτενίζω, νηόστρωτη κι’ ἀφράτη, τὴν θωριὰ
χιονιοῦ, ποὺ βάλτους καὶ βουνὰ σκέπασε καὶ λευκίζουν…

Ὄχι! Μὰ λέω ν’ ἀκινητῶ κι’ ἄφθαρτος νὰ ξαπλώνω
στῆς ὄμορφης ἀγάπης μου τὰ στήθια τὰ μεστά·
νὰ νιώθω, αἰώνια, ἁπαλὰ πῶς πνέουν, πῶς φουσκώνουν,
κι’, αἰώνια, τρικύμισμα γλυκὸ νὰ μὲ ξυπνᾷ.

Κι’ ἀκόμα λέω ν’ ἀγροικῶ τὴν τρυφερὴ ἀναπνοιά της,
κι’ ἔτσι νὰ ὑπάρξω· ἢ ἂς χαθῶ μὲς στὴν λιγοθυμιά της.


Πίνακας: William Hilton

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Night



















Ποίημα το λόρδου Ντάνσανυ

Στὴν ἔρημην, πέφτει τὸ βράδυ,
Σαχάρα· σπίθα μὲ τὴν σπίθα
Ἄραβες, ποιοὶ ἦσαν δὲν κατεῖχα,
φωτιὲς ἀνάβουν στὸ σκοτάδι.

Κόκκοι τῆς στάχτης στὸν καπνὸ
κι’ ἕνας μικρὸς πῶς νὰ μαντέψῃ
ποιὰ ἡ φλόγα πού ’χει τον χωνέψει
ἢ γιὰ ποιόν, τρέχει, προορισμό;

Στὶς μαῦρες τοῦ Παντὸς ἐρμιὲς
σπεῖρες γαλαξιῶν γυρίζουν,
σπίθα ἐπὶ σπίθα στροβιλίζουν,
κι’ ἐμεῖς εἴμαστε μιὰ ἀπ’ αὐτές.

Ποιός νὰ γνωρίζῃ τὸν σκοπὸ
ποὺ ἐγέρθηκαν ἢ ποῦ τὸ δείλι;
Ὅλα τὰ πνεύματα ῥωτῶ,
στέκουν… τὸ δάχτυλο στὰ χείλη.



Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Nyarlathotep







 







Ποίημα το Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ


π’ τς Αγύπτου τ’ δυτα, στ σχατα φερμένος,
μαρος ρθ’ ξάγγελος, πού ’παν θε ο φελλάχοι,
πρίγκηψ σχνς κα σιωπηλς κα μυστικ παρμένος,
μ μάτιο ς δείλι πορφυρό, στν κόσμο μπρς στάθη.


Πλθος συνέρρεε μανιακό, τν λόγο του διψοσε,
μ ς φεγαν, τ πο κήρυττε κάτι κλεβ’ π’ τν μνήμη,
ν τ θνη πάγωσε φριχτ κι βέβαιη φήμη,
πς γρια κτήνη το γλειφαν τ χέρια ς προχωροσε.


Μετ ξέρασε θάλασσα στερις καταραμένες,
τρούλους χρυσος φυκόπλεχτους νέδυσαν ο αἰῶνες,
αγίστ’ γ κ’ σάρωσαν σελάων τρελο τυφνες
τς κροπόλεις τν θνητν πο τρέμαν κλονισμένες.


Τότε, τσαλο σφυρί, χτυπ στς μέθεξης τ’ μόνι
τ’ λογον χάος· κ’ τίναξε, στ’ στρα, τς γς τν σκόνη.