Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

Ὁ ψίθυρος τοῦ ἀλλόκοσμου

Ὁ ψίθυρος τοῦ ἀλλόκοσμου


σοβ
΄

Ἡ ὥρα τρεῖς νὰ ἐζύγωνεν, ἡ μνήμη μ’ ἀπατᾷ,
ὡς ἄφηκα τὸ καπηλειό, στὸν οἶκο μου νὰ ὁρίσω·
ἤπια χωρὶς ἀναπαημὸν κι’ ἤπια λογιῶ πιοτά,
κάτι ἀπ’ τὸν φοῦρνον ἅρπαξα, πρὶν πέσω νὰ τσιμπήσω·
τὴν ἅμαξά μου ἐστάθμευσα, σβήνω τὴν μηχανή,
ἀγνόησα τὴν ἐξώθυρα, τρύπωσ’ ἀπ’ τὴν αὐλή.

Χειμών, ἡ ἄπνοια ζωγραφιά, κρύον ξερό, σιγή,
πανσεληνόθε λάμπ’ ἡ νύξ, στὲς κόγχες σκιὲς φωλεύουν·
στράφτουν μεριὲς τ’ ἀκρόδρομα κι’ εἶν’ κάθε ὁγρὸ γυαλί,
οἱ δεντροκλῶνοι ἀνοιοῦν γυμνοὶ κι’ ἀστρόσεν ἱκετεύουν·
καμμέν’ ἡ χλόη καὶ ὠχρὴ κι’ οἱ γλάστρες ἀδειανές,
τὰ κτήρια κάστρη ἐρμότοπων, τὸ πᾶν φύσεις νεκρές.

Καίει στὸ κορμὶ τὸ οἰνόπνευμα, μαγεύει ἅμα τὸ νοῦ,
τὸν χρόνο λειώνει μέταλλον καὶ ἀλχημειὰ σκαρώνει·
νηόχυτ’ εἰκόν’ ἀπείκασε, νυχτιὰ καλοκαιριοῦ,
φλέγει τὰ βύθη τῆς ψυχῆς, λαχτάρα γιγαντώνει·
κι’ ἀόμματος κηρύττει ὁ νοῦς, «Ποιά τάχα ἡ διαφορά;
Ὅπως τὸ θέρος νὰ γευτῇς, μὸν λίγη ἔχει δροσιά».

Βαδίζω τὸν αὐλόδρομο, πλάκες βαριοπατῶ,
κι’ ὡσὰν μουσκέτο ποὺ ἔῤῥιξε τὸ χνῶτον μου ἀχνίζει·
στὸ σαλονάκι κάθομαι, καιροὺς ἀνακαλῶ
ποὺ τ’ ἄνθη γύρω εὐώδιαζαν, τὴν χλόη νὰ πρασινίζῃ·
ἔστρωσα τὴν τυρόπιττα, δαγκώνω ἄκρη μικρή,
γέρνω στὴν πολυθρόνα μου, κοιμήθηκα ἐκεῖ.

Τρεῖς ἦτον ὑπὸ τὸ μηδὲν κι’ ἔπεφτε διαρκῶς,
τοῦ κρύου ἡ σπάθη ὁσά ’γδερνε πάγος τὰ σαβανώνει·
κόσμος ποὺ ἡ πρᾶξι ἐμίσεψε, κόσμος μορφῶν στεῤῥός,
κόσμον κρυστάλλινο κι’ ἁγνὸ τὸ ψῦχος βαλσαμώνει·
ἔχει τὸ κάλλος τοῦ ἔρωτος, τοῦ ἐνύπνιου τὴν γητειά,
τῆς παρθενιᾶς τὸ ἀμόλευτο, θανάτου νηνεμιά.

Σὰν σ’ ὄνειρο νὰ ἐφάνη νηός, δὲν ξέκρινα μορφή,
γοργὰ μὲ πισωπλεύρισε, τά ’νιωθα κοιμισμένος·
ἔβαλε τὴν παλάμη του, μὲ ψιθυράει στ’ αὐτί,
«Ξύπνησε, θ’ ἀποθάνῃς δῶ, θὰ μείνῃς παγωμένος»·
τραντάχτηκα, τινάχτηκα, τρόγυρα εὐθὺς θωρῶ,
μήτ’ ἥσκιος μήτες ἄνθρωπος, πάντερμος, μόνο ἐγώ.

Σπεύδω μὲ τρόμ’ ὁλόγιομος τὲς σκάλες ν’ ἀνεβῶ,
στερνοκοιτάζω πίσω μου, πρὶν τὴν αὐλὴ ν’ ἀφήσω·
Τοπίο ποὺ μ’ ἐστοίχειωνε μέχρι νὰ κοιμηθῶ,
κι’ ἐτοῦτο ἀναστοχάζομαι πριχοῦ τὰ μάτια κλείσω:
Ἐξ ἀλλοκόσμου ἠθέλησεν, δὲν ξεύρω ἐκεῖθεν ποιός,
κι’ ἔπεμψε τὸ μαντᾶτον του νὰ ὑπάρξω ζωντανός.

 

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

Gifts










Ποίημα
τοῦ Τζαίημς Τόμσον (Μπύς Βανόλις)


Δὸς σἄντρα ἕνα ἄλογο νὰ δύνεται νὰ ἱππεύῃ,
δὸς σἄντρα ἕνα πλεούμενο νὰ τὸ καλαρμενίζῃ·
τὴν θέσι καὶ τὸν πλοῦτο του, τὴν ῥώμη, τὴν ὑγειά του,
πάνω σὲ γῆν ἢ θάλασσα κεῖνος δὲν θὰ λυγίζῃ.

Δὸς σἄντρα τὸ τσιμπούκι του νὰ πίνῃ τὸν καπνό του,
δὸς σἄντρα τὸ βιβλίο του νὰ κάτσῃ νὰ διαβάζῃ:
κα
μὲ μιὰ γαληνὴ χαρὰ τὸ σπιτικό του λάμπει,
κιἂς γύρωθε κάμαρη πολὺ φτωχὴ φαντάζῃ.

Δὸς σἄντρα μία κοπελλιὰ γιὰ νὰ τὴν ἀγαπήσῃ,
ὅπως ἐγώ, ἀγάπη μου, ἐσένα ἀγαπῶ·
καὶ μὲ τῆς Μοίρας τὸν παλμὸ τρανώνει καρδιά του,
πάνω στὴν γῆ, στὴν θάλασσα, μέσα στὸ σπιτικό
.

 

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2023

The Wine of Love


 










Ποίημα τοῦ Τζαίημς Τόμσον (Μπύς Βανόλις)

μουσικὴ εἶναι οἶνος τῆς Ἀγάπης,
κι’
εἶντὸ τραγούδι τῆς Ἀγάπης γιορτή:
κιὅταν Ἀγάπη παρακάθεται στὸν δεῖπνο,
Ἀγάπη κάθεται πολύ:

Πολὺ κάθεται κιἐγείρεται πιωμένος,
ὅμως ὄχι ἀπτὴν γιορτὴ κιἀπὸ τὸν οἶνο·
παραπαίει ἀπτὴν ἴδια τὴν καρδιά του,
τ
πλούσιο καὶ μέγἈμπέλι κεῖνο
.

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023

Μόρα

Μόρα

σοα
΄

Ἄστρωσε, πυκνοβράδιασε κι’ ὕπνου ζυγώνει ὥρα,
ἀνάβουν φῶτα στὲς ὁδούς, στὰ πανωθύρια σβηόνται,
οἱ ὀλίγοι ὅπου ξαγρυπνοῦν, πειότεροι νὰ κοιμιῶνται.
Εἰς τὸ δωμάτιο μπήκαμεν, ἐγὼ κι’ ὁ ἀδελφός μου·
στ’ ἀκροτοιχιὸ ἡ κλίνη του τὴν πόρταν ἀντικρύζει,
στ’ ἄλλο ἀκροτοίχι ἡ κλίνη μου λοξοθωρεῖ τὴν πόρτα.
Ἐκειὸς στρώνει, κλινόγειρεν κι’ εὐθὺς ἀποκοιμήθη,
ἐγὼ στρώνω, κλινόγειρα κι’ ὁ ὕπνος ξεμακραίνει,
κι’ ἐπαίδευα συλλογισμούς, σκέψεις λογιῶ ἐβαστοῦσα,
κι’ ὅπως θωρεῖς τὰ πέλαγα τὴν πόρταν ἐθωροῦσα.
Κι’ ἂς ἦτον βράδυ ἔβλεπα, τ’ ἀλάφρωνε φωταύγεια,
λίγο ἀπ’ τὰ φῶτα στὲς ὁδούς, λίγο ἀπ’ τὴν φεγγαράδα.
Τότε τὸ πρᾶμμαν ἤλλαξεν, σὰν συγνεφιὰ μ’ ἡλιόφως,
κι’ ἀπὸ τὴν πόρτα πό ’χασκε ῥουφήχτηκ’ ἡ φωταύγεια,
κι’ ἦρθαν σκότη ἀκατέλυτα, ὁλόπηχτη μαυρίλα·
κῦμα κακοῦ ἀφροχείλιζε καὶ κίνδυνο ξερνοῦσε,
τὸ βλέμμα μου ἀγκύρωσε καὶ ῥῖγος μ’ ἐτρυποῦσε.
Τὰ σκότη ἀργοβάδισεν, ἀπ’ τὴν μαυρίλα ἐβγῆκε
κι’ ἐστύλωσε μπρὸς στὸ κελλί, στεκόταν στὸ κατώφλι.
Δὲν ἦτο νηά, δὲν ἦτο γρηά, στὸ ἀναμεσὶς γυναῖκα,
μήτ’ ἁψηλή, μήτε κοντή, θωριὰ συνηθισμένη,
λευκὴν ἐφόρειε νυχτικιὰ μὲ γκρίζα λουλουδάκια
κι’ ὣς τὰ μεριὰ τῆς ἔπεφτεν κι’ ἐπάτει γυμνοπόδα·
κι’ εἶχε μαλλιὰ κατάμαυρα κι’ ἦσαν ὀρθά, μπλεγμένα,
κι’ ὀμμάτια γαλανόγκριζα κι’ ὁλόγυρα κατράμι,
κι’ ἐβίγλιζαν στὸ πουθενά, ὡσὰν τῶν ποθαμένων.
Φόβος καὶ περιέργεια ἐντός μου ἀμάχη στῆσαν,
μὰ ἐμάζεψα τὰ θάῤῥητα κι’ ὡμίλησά της κι’ εἶπα.
«Κι’ ἂς εἶσαι ἄνθρωπος φτυστός, δὲν εἶσαι τῶν ἀνθρώπων.
Ποιά εἶσαι; Κάτι δαίμονας! Δῶ πέρα τί γυρεύεις;
Δῶ κόσμος εἶν’ ἀνθρωπινός, νὰ σηκωθῇς νὰ φύγῃς».
Μ’ ἐκοίταζε, ἀντικοίταζα, τὰ ὀμμάτια μας κολλῆσαν,
δὲν μ’ ἀποκρίθη στὰ μιλῶ, πλήθια στιγμὲς κυλῆσαν.
Δυὸ βήματ’ ἀργοβάδισεν, ἐδιάβη τὸ κατώφλι,
στὴν κλίνη ἐστάθη τ’ ἀδελφοῦ, μπρὸς στ’ ἀκροκάγκελλά της,
κι’ ὁ τρόμος μὲ περίζωνε καὶ πάλι ὡμίλησά της.
«Στοιχειὸ καὶ βδέλυγμα τῆς γῆς, γενηὰ τῶν μαύρων ἥσκιων,
τὸν ἀδελφό μου τί θωρεῖς; Κακὸ νὰ μὴν τολμήσῃς.
Γοργὰ ὀπισωπάτησε, χάσου στὸν ἄβυσσόν σου».
Ἁρπαχτικὸ τὸν κοίταζε, μ’ ὄργητα τὴν κοιτοῦσα,
καὶ μήτε νὰ μ’ ἀποκριθῇ κι’ ὅλον στιγμὲς κυλοῦσαν.
Τρία βήματ’ ἀργοβάδισεν στὸ κλινοκεφαλάρι
κι’ ἀνέβασε τὸ γόνα της στὸ στῆθος τ’ ἀδελφοῦ μου,
κι’ ἀνέβασε καὶ τ’ ἄλλον της, τὸ στῆθος του πλακώνει,
κι’ ἐπῆρεν ὕφος πέρφανο, φούσκωνε μ’ ἀλαζόνεια.
Τρόμου μὲ δένουν ἅλυσες, τὰ μέλη καταλυόνται,
μὰ ὁ κίνδυνος μ’ ἐκέντριζε, τὰ μέλη ξανανιώνει,
πῶς νὰ παλέψῃ τὸ στοιχειὸν ὁ νοῦς ἀνερωτιέται,
κι’ ἀπὸ τὰ νεῦρα ἔκλαιγα κι’ εἶπα της φρενιασμένος.
«Σύ, Μόρα, τρισκατάρατη, δαιμόνισσα τοῦ ὕπνου,
κατέβα ἢ σοῦ ῥίχνομαι, τελειώνω ἢ τελειώνεις».
Τὸ σκέπασμά μου ἐτράβηξα, κίνησα νὰ χυμήξω,
ὅταν φωνὴν ἀγροίκησα κι’ ὅλα διὰ μιᾶς ἐσβῆσαν.
«Τί σοῦ συνέβη, ἀδελφέ, κι’ ἔτσι μὲ νεῦρα κλαίγεις;»
Τὰ φῶτα εὐθὺς ἀνάψαμε, τὰ ἔγιναν φηγοῦμαι,
κι’ ὣς νῦν δὲν ἐλησμόνησα, καθάρια τὰ ἐνθυμοῦμαι.



Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2023

VENI, VIDI

 VENI, VIDI


σο΄

Σὲ μιὰ διάβασι * στὴν κάτω Ἐγνατία·
μαῦρες ἐμβάδες * καὶ πράσινη ἐσάρπα,
ἀλογονουρὰ * ψηλή, ξανθὴ ὡς στάχυς,
στέκει ἐν φωτὶ * ἀπόγιομα τ’ Ὀκτώβρη.
Τὰ παμφορεῖα * κι’ οἱ ἅμαξες περνοῦσαν.
Ἦλθον καὶ εἶδον… * Καιρῶν τὸ κῦμ’ ἀσκώθη
θηόρατον, γοργόν, * καὶ μ’ ὤθησε στὰ βένθη:
Σ’ ἑλληνιστικές, * βυζαντινὲς ἡμέρες
καὶ ὑστερινὲς * κι’ ὥσμε τὸ νῦν κατόπιν.
Τρισώρηες Μακεδνές, * παράμμορφες Ῥωμηές,
γλυκειὲς Ὁβραῖες * καὶ Ντονμέδων κυράδες
καὶ Φραγκοποῦλες, * καὶ Γραικῶν δεσποινίδες,
Πολίτισσες, Σμυρνηές, * λογιῶ προσφυγοποῦλες,
χρόνο στὸν χρόνο, * αἰῶνα στὸν αἰῶνα,
κάλλη στὰ κάλλη, * στὸ κορμὶ καὶ τὴν ὄψιν
τὴν ἀγέρωχον * ἐκεινῆς ἀντηχοῦσαν,
μὲς στὸ λαγαρὸν * ἡλιόφως τοῦ Ὀκτώβρη.
Τὰ παμφορεῖα * κι’ οἱ ἅμαξες περνοῦσαν.
Πόλι! Θεσσαλονίκη! * Τὸ πρόσωπό σου
τὸ θηλυκό σου * στὸ πρόσωπό της εἶδα,
κεῖ ἀπείκασα * τὴν σύνοψι τοῦ Αἰῶνος,
τὴν λαξεμμένη * μὲ τῶν μοιρῶν τὴν σφῦρα.
Καὶ εἶπα veni, vidi. * Τὸ Κάλλος Εἶναι.
Καὶ ὕπερθεν τῆς νίκης *  Ἀγάπη Εἶναι.
Καὶ μὸν ἐλπίζω * γιὰ πάντα νὰ βαστάξῃ
τὲς γυμνὲς μνῆμες, * τ’ ἀμόλευτο τοῦ λόγου,
τὴν ἀστέρευτη * τοῦ ἔρωτος ἀνάβρα.
Σὲ μιὰ διάβασι * στὴν πάνω Ἐγνατία,
ὡς ἅμαξες περνοῦσαν * καὶ παμφορεῖα,
τὴν ἀτένισα * καὶ τὸν δρόμον ἐπῆρα…


Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

Alienation










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ποτὲς ἡ στέρηα σάρκα του δὲν ἔλειψε στὸ πέρα,
κι’ ἡ κάθε αὐγὴ τὸν ἔσμειγε στὴν γνώριμή του θέσι,
μὰ κάθε νύχτα ἐλάτρευε τὸ πνεῦμα του νὰ σπεύσῃ
σὲ κόσμους καὶ σὲ χάσματα μακριὰ ἀπ’ τὰ καθ’ ἡμέρα.

Εἶδε τὸν Γιάντιθ, ἄντεξεν ὡστόσ’ ὁ λογισμός του,
κι’ ἐπέστρεψε μ’ ἀσφάλειαν ἀπὸ τὴν Γούρειον ζώνη,
ὥσπου μιὰ νύχτα γαληνὴ στὸν χωροχρόνο ἁπλώνει
ὁ ἑλκυστικὸς ἀχὸς αὐλοῦ ἀπ’ τὰ κενὰ τὰ ἐκτός του.

Ξύπνησε κεῖνο τὸ πρωὶ μ’ ὄψι μεγαλυτέρου,
κι’ ἔκτοτες ὅλ’ ἀλλιώτικα στὰ μάτια του θωροῦνται.
Γύρω ἀντικείμενα θολὰ κι’ ἀόριστα αἰωροῦνται –  
Ψευδῆ, ἀνούσια πράμματα σχεδίου τρανωτέρου.

Οἱ ἄνθρωποι κι’ οἱ φίλοι του γίναν μι’ ἀλλότρια τάξι
μὲς στὴν ὁποία μάταια παλεύει νὰ ταιριάξῃ.

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

Christmas Greetings to Felis (Frank Belknap Long’s cat)












Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ὦ Σφὶγξ ἀγέρωχε, στὰ κεχριμπάρια μάτια
τὰ μυστικὰ βαστᾷς ἀπ’ τ’ οὐρανοῦ τὰ πλάτια,
κυματιστὰ καθὼς κινεῖσαι ὅλο χάρις
στὴν παραστιὰ καὶ στὶς καρέκλες ποὺ βολτάρεις,
καὶ παίρνεις ὕφος πατρικίου καὶ σνομπάρεις:
Μὴν κάνῃς χχχ αὐστηρά, μηδὲ νύχια νὰ βγάζῃς
πάνω στὸ χέρι ἐκεῖνο ποὺ σ’ ἐγκωμιάζει –
Καλὴ διάθεσις μονάχα διαμένει
σ’ αὐτοὺς τοὺς στίχους π’ ἅγιες μέρες εἶν’ γραμμένοι.


Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2023

The House










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ


Κάποιαν οἰκία σύδεντρο κυκλώνει
στημένη σ’ ἑνὸς λόφου τὰ ῥιζά,
ἐκεῖ ποὺ ἱστοροῦν οἱ δεντροκλῶνοι
θρύλους μυστήριους μὲ κακοῦ χροιά·
πάνω σὲ ξύλα τόσο γερασμένα,
ποὺ ἀνασαίνουν ἀπὸ τοὺς νεκρούς,
κρύα, χλωρά, τὰ κλήματα συρμένα
τρέφοντ’ ἀπὸ περίεργες ὁδούς·
κι’ οὐδεὶς γνωρίζει ποιοὺς χυμοὺς βυζαίνουν
     σ’ ὁγρῆς γλοιώδους κλίνης τοὺς βυθούς.

Στὰ χώματα τῶν κήπων της φυτρώνουν
λουλούδια ἔμμορφα καὶ ἁψηλά,
κι’ ὅλ’ οἱ χλωμοὶ ἀνθοὶ ἐλευθερώνουν
ἄρωμα στὸν ἀέρα ποὺ σκορπᾷ·
ὅμως ὁ ἥλιος ὁ σπερνὸς σὰν φαίνῃ
μέσῳ ἀχτίδων ἐρυθρῶν λαμπρῶν
μιὰ φαιοκαστανὴν εἰκόνα φέρνει
ἐνώπιον τῶν περίεργων ματιῶν,
καὶ τὴν γλυκειὰ τῶν λουλουδιῶν εὐώδια
     σκεπάζει ὀσμὴ ἀρίφνητων μερῶν.

Τὰ ὁρμανιασμένα χόρτα κυματίζουν
ἐπάνω στὶς βραγιὲς καὶ στὴν αὐλή,
θύμησες ἀμυδρὲς γεύσεις κομίζουν
πραγμάτων ὅπου πειὰ ἔχουν χαθῆ·
οἱ πλάκες στῶν βολτῶν τὸ λιθοδρόμι
ἔχουνε πιάσει κροῦστα κι’ εἶν’ ὑγρές,
κι’ ἕνα πνεῦμα παράξενο στοιχειώνει
μόλις οἱ ἀχτῖδες δύσουν οἱ ἐρυθρές,
καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ θεατῆ γιομίζει
     μ’ ἀχνὲς εἰκόνες, κάλλιο μὴ ὁρατές.

Ἦτον θερμὸς Ἰούνης, καλοκαίρι
ποὺ στὴν σκηνὴ ἐστάθηκα μπροστά,
ὅταν χρυσάχτιδο τὸ μεσημέρι
χτυπᾷ στὴν πρασινάδα φωτερὰ
ὅμως μὲ ῥῖγος κρύου ἐτυλίχθην,
γυρεύοντας ἀδύναμα τὸ φῶς,
καθὼς μία εἰκόνα ξετυλίχθη…
στὰ μάτια γεφυρώθη ὁ καιρὸς
κι’ εἶδα τὸν χρόνο ποὺ ἤμουν ἐκεῖ πέρα
     πρὶν ἀναλάμψῃ ὡς ἀστραπὴ νυκτός.

 

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2023

Astrophobos











Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ


Στῶν μεσονύχτιων οὐρανῶν τὸ φλογοκᾶμμα
ἀλάργα μέσα στῶν αἰθέρων τὸν βυθό,
κάποτ’ ἐβίγλιζα, σ’ ἄγρυπνου πόθου νᾶμα,
κάποιο ἀστέρι ὅλο γητειά, θαῤῥεῖς χρυσό·
μὲ κάθε βλέμμα σὰν ἐπέστρεφε στὰ οὐράνια,
νὰ ἐφεγγοβόλει πρὸς τὸ ἅρμα τ’ Ἀρκτικό.

Κύματ’ ἀπόκρυφα τοῦ κάλλους συμβαδίζαν

μὲ τὶς πανέμμορφες ἀχτῖδες τὶς χρυσές·
φαντασιώσεις εὐτυχιᾶς κατηφορίζαν
σὲ μυρωμένες μέσα Ἠλύσιες ἀχλές·
καὶ συγχορδίες λυρογέννητες σκορπίζαν
πέρ’ ἁρμονίες ’πὸ
μπαλλάντες Λυδικές.

Τόπος μὲ τέρψεως σκηνὲς (νόμιζα) κεῖται,
ὅπου οἱ μακάριοι κι’ οἱ λεύτεροι οἰκοῦν,
καὶ θησαυρὸς ἐντὸς κάθε στιγμῆς κρατεῖται
ὅπου τὰ μάγια τοῦ Λωτοῦ τὸν κουβαλοῦν,
καὶ μουσικὸ μέτρο ῥευστὸ κεῖ αἰωρεῖται   
ἀπ’ τὸ λαγοῦτο τοῦ Ἰσραφὴλ ὅπου γροικοῦν.

Κεῖ ἀστροφέγγαν ( σκέψιν ἔλεγα πλασμένη)
κόσμοι γιομᾶτοι εὐτυχία
μὴ γνωστοί,
μὲ τὴν Εἰρήν’ ἡ Ἀθῳότητα πλεγμένη
σιμὰ στὸν θρόνο ποὺ αὐθεντεύει ἡ Ἀρετή·
ἄνδρες φωτός, κι’ οἱ στοχασμοὶ ἐκλεπτυσμένοι
πειὸ ἁγνοί, πειὸ δίκαιοι, ἀπ’ ὅσον οἱ ἐδικοί.

Τέτοια σκεφτόμουν, πάνω στ’ ὅραμά μου ὅταν
μιὰ ἐρυθρὴ ἐσύρθη ξέφρενη ἀλλαγή·
σὲ χλευασμὸ ἡ ἐλπίδα πλέον διαλυόταν,
τὸ κάλλος πῆρεν ὄψι ἀλλόκοτα στρεβλή·
παράταιρα τ’ ἀκκόρντα ὕμνων συμπλεκόνταν,
θέες φασματικὲς σ’ εὖρος δίχως φραγή.

Ἄλικον ἔκαιγε τῆς θλίψεως τ’ ἀστέρι
ὡς τό ’δα πίσω ἀπ’ τὶς ἀχτῖδες καθαρά·
ὅλον δεινὰ κι’ ἂς φαίνοταν χαρὰ πὼς φέρῃ
πριχοῦ ἡ ἀλήθεια νὰ μοῦ κάψῃ τὴν ματιά·
κακοδαιμόνοι, στῆς τρέλας τὸ βουρκονέρι,
στὸ ἐντόνως τρέμιο φῶς θωροῦσαν μοχθηρά.

Τὸν μῦθο τὸν διαβολικὸ πλέον ἠξεύρω,
κεῖνον ποὺ ἔφερεν ἡ λάμψ’ ἡ χρυσαφιά·
τὸ πουλιοπλούμιστο τὸ μαῦρο πειὰ ἀποφεύγω,
κεῖνο ποὺ ἐβίγλιζα κι’ ἐλάτρευα παληά·
Ἀμὴ ὁ τρόμος, πρᾶμμα μόνιμο καὶ στέρηο,
ἐστοίχειωσέ μου τὴν ψυχὴ παντοτινά.

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2023

Sunset

 












Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Πλουσιώτερ’ ἡ καθάρια μέρα στὸ τελείωμά της·
μία χρυσαφένια αἴγλη στὸ λειβάδι πάνω ἑδρεύει·
ἥσκιοι ἁβροὶ γλιστροῦν, σημάδι ἀναπαύσεως δροσάτης
σὲ τοπίο ποὺ πραΰνει, θάλασσα ποὺ γαληνεύει.

Καὶ
στὸ πειὸ εὐγενές, πειὸ φίνο, πειὸ ὡραῖο φῶς λουσμένη
ψυχὴ πρὸς γλυκυτέρα, πει ὑψηλὴ εὐτυχία ῥέπει·
τὸ μεσημερνὸ φῶς λείπει κι ματιὰ εὐνοημένη
αὐξανόμενη τὴν χάρι σοὐρανὸ καὶ γῆ προβλέπει.

Μὰ πρὶν ἁγνοτέρα λάμψι μπῇ στὸ πράσινο κορῶνα,
ὡραιότατη στιλπνότης τὸ ἀναμένον ἄλσος ντύνει,
ἀμφιλύκη ὁλοπυκνώνει, κι παροδικὴ εἰκόνα
μὸν μιὰ θύμησι ἁγιασμένη τῆς ἀγάπης πίσω ἀφήνει!

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2023

The Ancient Track


 










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Δὲν βρέθη χέρι δίπλα μου ὀπίσω νὰ μ’ ἐκράτει
τὴ νύχτα ποὺ ἀνακάλυψα τ’ ἀρχαῖο μονοπάτι
πάνω ἀπ’ τὸν λόφο· κόπιαζα τὰ μάτια ν’ ἀτενίζαν
τῶν ἀγροτόπων τὴν θωριά, τὴν μνήμη ποὺ κεντρίζαν.

Τὸ δέντρο δῶ, τοῖχος κεῖγνωστὲς ἦσαν εἰκόνες,
κιὅλα γύρω ἐφώρμησαν, σκεπὲς καὶ ὀπωρῶνες
θαῤῥεῖς ἀναγνωρίσιμα, βαθιὰ μὲς στὸ μυαλό μου
λὲς κιἀπὸ ἕνα παρελθὸν ὄχι ἀλαργινό μου.
Ἐγνώριζα τὸ ποιὲς σκιὲς πρόκειται νὰ ῥιχτοῦνε
ὅταν τοῦ μισοφέγγαρου οἱ ἀχτῖδες θἀνεβοῦνε
πίσἀπτοῦ Ζέιμαν τὴν πλαγιά, καὶ πῶς θὲ νὰ φωτίσουν
τὸν τόπο τῆς κοιλάδος μπρός, τρεῖς ὧρες σὰν κυλήσουν.
Κιὡς πορεία ἔγινεν ἀπότομη ἀνηφόρα
κιὥμοιαζε πὼς θἀκράγγιζε τοῦ οὐρανοῦ τὴν χώρα
δὲν εἶχα φόβο γιὰ τὸ τὶ κεῖται καὶ περιμένει
πέρἀπὸ ἐκείνη τὴν κορφὴ τὴν διαγεγραμμένη.
Γραμμὴ ἐβάδιζα, ἐνῷ τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι
χλωμὸ γινόταν βαθμηδόν, φωσφόριζε τὸ βράδυ,
κι τοῖχος μὲ τἀέτωμα τῆς ἀγροικιᾶς αὐγάζαν
καὶ δίπλα στὸν ἀνήφορον ἀπόκοσμα φαντάζαν.
Ὑπῆρχε κεῖ τὁρόσημο πούξευρα θἀπαντήσω
«
Δυὸ μίλια γιὰ τὸ Ντάνγουιτς» –  πλέον θ νἀντικρύσω
πέρα τ χάραμμα στεγῶν μ τὸ κωδωνοστάσι
μ
δέκα μόλις δρασκελιές, κορφὴ σὰν θάχα πιάσει

Δὲν βρέθη χέρι δίπλα μου ὀπίσω νὰ μἐκράτει
τὴ νύχτα ποὺ ἀνακάλυψα τἀρχαῖο μονοπάτι,
κιἔπιασα τὴν κορφὴ νὰ ἰδῶ εἰς ἔκτασι ἁπλωμένη
μία κοιλάδα τῶν νεκρῶν καὶ τῶν χαμένων, ξένη:
Στὸν λόφο Ζέιμαν πάνωθε τὸ κέρας αἰωρήθη
ἀπόνα νηὸ κακόβουλο φεγγάρι ποὺ ἐγεννήθη,
νὰ φέξῃ ἀγριόχορτα κιἀγράμπελες ποὺ αὐξαῖναν
πάνω σὲ τοίχων ῥείπια πρωτόφαντα σὲ μένα.
Βιοφωταύγεια ἔλαμπε σἀγρὸ καὶ βουρκοτόπι
καὶ μιὰν ὁμίχλη ἀνάβρυζαν νερῶν ἀγνώστων τόποι
ποὺ οἱ στριφτοί της ὄνυχες χλεύαζαν σὰν ἀστεῖο
τὴν σκέψι πὼς ἐγνώριζα κάποτε τὸ σημεῖο.
Ἐτούτη τρελὴ σκηνὴ πλέον μὲ εἶχε πείσει,
τὸ λατρευτό μου παρελθὸν ποτὲ δὲν εἶχα ζήσει
Μήτἤμουν πειὰ στὴ διαδρομὴ πούχα περπατημένη
καὶ στὴν ἀπὸ καιροῦ νεκρὴ κοιλάδα κατεβαίνει.
Ἦταν ὁμίχλη γύρω μουΜπροστά, τὸ νέφος βρίσκω
ἀπὸ τὶς ἀστρικὲς ῥοὲς στὸν Γαλαξία Δίσκο
Δὲν βρέθη χέρι δίπλα μου ὀπίσω νὰ μἐκράτει
τὴ νύχτα ποὺ ἀνακάλυψα τἀρχαῖο μονοπάτι
.


Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

To the Old Pagan Religion


 










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ὀλύμπιοι θεοί! Ὑμᾶς πῶς ν’ ἀπολησμονήσω
καὶ νὰ δεθῇ ἡ πίστι μου στὸ νηὸ πιστεύω τοῦ Χριστοῦ;
Τὲς πατρικὲς θεότητες μπορῶ ν’ ἀπαρατήσω
γιὰ κεῖνον ὅπου μάτωσε ὑπὲρ τ’ ἀνθρώπου ἐπὶ σταυροῦ;

Πῶς στὴν ἀδυναμία μου ἐλπίδες νὰ βαστάξω
σ’ ἕναν μοναδικὸ Θεό, κι’ ἂς ἔχῃ μπόρεσι τρανή;
Γιατί ἀπ’ τὸ πλῆθος τοῦ Διὸς βοήθεια πειὰ μὴ δράξω
ν’ ἁπαλυνθῇ ὁ πόνος μου, νὰ λάμψ’ ἡ ὥρα ἡ σκοτεινή;

Δρυάδες πλέον δὲν βρίσκονται εἰς ὄρη δασωμένα
κεῖ ποὺ συχνὰ περίλυπος περιπλανιέμαι μοναχός;
Ναϊάδες εἰς κρηνῶν νερά, δὲν εἶναι, κρουσταλλένια;
Μήτε σ’ ὠκεανῶν ἀφρὸ τῶν Νηρηΐδων ὁ χορός;

Τὸ νέο γοργαπλώνεται, φθίν’ ἡ προτέρα πίστι.
Ὁλοῦθε τ’ ὄνομα «Χριστός» στὸν ἄνεμον ἀντιλαλεῖ.
Μὰ ἡ συντριμμένη μου ψυχὴ παντέρμη ἀπελπίστη
καὶ ἐδεήθη στοὺς Θεοὺς τὴν ὑστερνή της προσευχή.

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Ῥωμαϊκὸν σονέττο (Τῆς πτώσεως)

Ῥωμαϊκὸν σονέττο
(Τῆς πτώσεως)


σξθ
΄

Ὁ Στράτης τρώγει στὸν σοφρά, καφὲ ἡ Ἄννα πίνει,
γυρνοῦν εἰς νηόστρωτες αὐλές, θωρᾶν ψηλὰ μπαλκόνια·
τὰ τέκνα σπίτι’ ἀνάστησαν, κι’ οἰκοδομὴ νὰ δίνῃ,
κατέχουν πειὰ κι’ ἐξοχικὰ κι’ ὅσα ἐλεῖπαν χρόνια.
Κι’ ἐρώτησα τὴν μάννα μου κι’ ἐρώτησα τὴν θειά μου,
«Πρόσφυγες, πῶς θὰ χαίρονταν τὰ τόσ’ ἀποχτημένα»·
συνδυὸ μοὶ ἀπεκρίθησαν κι’ ἐσκίρτησε ἡ καρδιά μου,
«Μήτε ποὺ τὰ ἐπρόσεχαν καὶ τά ’χανε γραμμένα».

Ἀμ’ ὅταν ἱστοροῦσαν * τῶν ἀνθρώπων τὸν κάματο
ἁγνὰ συγκινημένοι * τοὺς ἀξίους ἐπαίνευαν,
τοὺς μόχθους τῶν ἀγώνων, * τῆς ἀρετῆς τὴν σμίλη.
Ὤ παππού μου! Γιαγιά μου! * Τὴν ξεφτίλα, τὸν θάνατο
τῆς πτώσεως μὴν ζήσω· * κι’ ὀμνύω στὰ μᾶς ἕνωναν
ποτὲς μὴν προσκυνήσω * ὡς καὶ ὑμεῖς τὴν ὕλη.

Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

Ῥωμαϊκὸν σονέττο (Τοῦ παρακατιανοῦ)

 Ῥωμαϊκὸν σονέττο

(Τοῦ παρακατιανοῦ)

σξη
΄

Ὤ! Μακάριοι * ποὺ σὲ ὑποτιμοῦνε,
ταπεινόν, ἀχαμνὸν * ποὺ σὲ ὀρδινιάζουν·
τοῦ βίου ὁδηγὸν * στεῤῥὸν σ’ ἀραδιάζουν,
καὶ παρακάτω * καὶ τρίτον σὲ θωροῦνε.
Πὼς δὲν ἔζησες, * πὼς διόλου δὲν ἐχάρης,
καί φτωχὸς καί λιτὸς * καί ἀταξείδευτος·
ἀνήλιος ἡδονῶν, * πάντ’ ἀσυγχρώτιστος,
δὲν ἀξιώθης * γεῦσι ζωῆς νὰ πάρῃς.

Ὅτι βαστιέσαι * στοῦ κάλλους σου τὸ κάστρον,
ἀντρειεύεσαι * στὸ πειὸ ἁψηλὸ πυργί σου,
κι’ ἔρμος θωρεῖς * τῶν πολλῶν τὴν παράταξι.
Τῶν μαρμαρινῶν * σταυρῶν ἡ διάταξι
κάποιο λιόγερμα * ψιθύρισεν στ’ αὐτί σου:
«Σὲ ἀρκεῖ μι’ αὐλή, * μιὰ φυλλωσιά, ἕν’ ἄστρον».


Τρίτη 25 Απριλίου 2023

Ἐρείπιον

Ἐρείπιον

σξζ΄

Διὲς ἕνα μέρος, ἂν μὲ εἰπῇς, τί νὰ σὲ εἰπῶ, καλέ μου,
ὅπου τὸ κοσμοτέλειωμα πατεῖ στὴν κοσμογέννα·
ὁ γέρων κεῖ στερνοβογγᾷ, τὸ βρέφος πρωτοκλαίγει,
κι’ ἔνι ὁ χρόνος γέροντας, ὁ χρόνος καὶ τὸ βρέφος,
τὸ δείλι μήτρα τοῦ μωροῦ, τοῦ γέρου νεκροκλίνη.
Κονίαμα ὠχροφαιό, τοῦβλο ξεγυμνωμένο,
τὸ κεραμίδι πράσινο, σενάζι σκεβρωμένο,
συνάμα ὀρθό, κατάγερον, καὶ καταγῆς ῥιγμένο.

Βρίσκεται τόπος, ἂν ἰδῇς, νὰ δείξω σε, καλέ μου,
ὅπου τὰ μύρια βλέμματα σμεῖξαν τὰ μύρια μάτια·
καιροὺς βουβὰ ὡμίλησαν, στὰ φωναχτὰ ἐσιωπῆσαν,
τρίσβαθα τοίχους πότισαν καὶ τρόγυρα τοὺς δρόμους,
τὰ μεσημέρια ξεχειλοῦν καὶ ξανακουβεντιάζουν.
Ἡ καγκελλόπορτα σκουριὰ κι’ αὐλὴ ἀτσαλιασμένη,
χαμαὶ τὰ τζάμια θρύψαλα, ἐσώθυρ’ ἀνοιγμένη,
τ’ ἄβατο τῶν παραθυριῶν θέα φανερωμένη.

Ὀμπρός σου ἔπος κι’ ὄλεθρος! Κλᾶψε μας, ἀκριβέ μου,
κλᾶψε μας καί ὁλόχαρος, κλᾶψε γιομᾶτος θλῖψι·
κι’ ὅσον μετρᾷς τὸν οἶκο του μολόγα καὶ τὸν κτίστη,
τὸν μαστορεύει ἔρωτες κι’ ὄνειρα λιθοχτίζει,
π’ ὅλο τὰ δέρνει στρόβιλος, σεισμὸς τὰ τανταλίζει.
Διές, στὸν βοῤῥᾶ ὁ θεῖος νοῦς, ἡ ἅγια ὕλη στὸν νοτιά,
σ’ ἀνατολὴ τ’ ἀθάνατα, πέρα στὴν δύσι τὰ θνητά,
κι’ ἐσταυρωμένη ἀναμεσὶς τοῦ Κόσμου ἡ ἀνθρωπολογιά.


Δευτέρα 10 Απριλίου 2023

Γεῖς

Γεῖς


σξϚ΄

«Τί κάθεσαι σειριὰ νυχτιὲς κι’ ὁλοθωρεῖς τ’ ἀστέρια».
«Ὅτι ἀνιμένω τὴν βροχήν, ὅντες ν’ ἀστράψῃ πέρα».
«Κι’ ἂν ξαστεριὰ ποῦ σύγνεφα, δίχως τα ποῦ οἱ στάλες».
«Κάποτες πάλιν ἔβρεξε στοῦ σκοταδιοῦ τὴν ξέρα·
κι’ ἦσαν τὰ φῶτα σύγνεφα κι’ οἱ φωταχτῖδες στάλες
καὶ τῆς νυχτιᾶς οἱ ἀστραρμαθιὲς λειβάδια τ’ ἀνθισμένα».
«Καὶ ποιός ὁ ποὺ φωτόβρεξε κι’ οἱ νυχταγροὶ φυτρῶσαν;»
«Ὁ πρωτολιός, ὁ μεγαλιός, ἥλιος ὁ Γεῖς κι’ ἀληθολιός».

Σάββατο 8 Απριλίου 2023

The City


 










Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ἦτον χρυσῆ καὶ τρανωμένη
ἐκείν’ ἡ πόλις τοῦ φωτός·
μία εἰκόν’ ἀναρτημένη
μέσα στὰ βένθη τῆς νυκτός·
τόπος ὁμοῦ τοῦ θαυμαστοῦ, τῆς δόξης,
καὶ μαρμαρόλευκος κάθε ναός.

Τὴν ἐποχὴ σύρω ἀπὸ μνήμης
π’ ἀνέτειλε στοὺς ὀφθαλμούς·
τρελὸς καιρὸς παραφροσύνης,
ἡμέρες ποὺ μουδιάζ’ ὁ νοῦς
ὡς ὁ χειμών, λευκόπεπλος, φρικώδης,
προελαύνει μὲ μανίες, παιδεμμούς.

Πειὸ ὡρηὰ κι’ ἀπ’ τὴν Σιὼν λογιόταν
στὰ οὐράνια ὡς ἔφεγγε ψηλά,
τοῦ Ὠρίωνος τὰ βέλη ὅταν
συσκότισάν μου τὴν ματιά,
χύνοντας ὕπνον ὅλο μ’ ἀχνὲς μνῆμες
θολῶν στιγμῶν πό ’χουν παρέλθη πειά.

Μέλαθρα μ’ ἀρχοντιὰ φτειαγμένα
μ’ ἀνάγλυφα νὰ τὰ κοσμοῦν,
κι’ ἦσαν γαλήνια ὑψωμένα
σ’ ἐξῶστες σπάνιους νὰ πατοῦν,
καὶ μυρωδᾶτοι λιόφωτ’ ἦσαν κῆποι
μὲ θαύματα παράξενα ν’ ἀνθοῦν.

Οἱ δρόμοι της μ’ ἐσαγηνέψαν
μὲ θώρι ἐκθαμβωτικό·
ψηλὲς ἁψῖδες μ’ ὡρμηνέψαν
πὼς μιὰ φορὰ κι’ ἕναν καιρὸ
πλανήθηκα ἐν ἐκστάσει κάτωθέ των,
κι’ εἰς κλίμα εὐφράνθην εἰδυλλιακό.

Ἐντὸς τῶν πλατειῶν στημένα
πλῆθος γλυπτὰ ὁμοταγῆ·
ἀρχηγικοί, μὲ πλούσια γένεια,
ἄνδρες σπουδαῖοι μιὰ ἐποχή –
μὰ εἷς ἔστεκε σπασμένος, διαλυμένος,
τσακίστ’ ἡ γενειοφόρος κεφαλή.

Μὲς στὴν λαμπρὴ πόλι γυρνῶντας
δὲν ἔσμειξα ψυχὲς θνητές·
μὰ ἡ φαντασιά μου, ὑποχωρῶντας
μπροστὰ στῆς μνήμης τὶς ἀρχές,  
χάζευε τὶς φιγοῦρες στὶς πλατεῖες,
κι’ ἐθαύμαζε τὶς λίθινες θωριές.

Τὴν ἀχνὴ χόβολη ἐφυσοῦσα
ποὺ ἔκαιγε μὲς στὸ μυαλό,
καὶ νὰ βαδίσω ἐμοχθοῦσα
αἰώνων πίσω τὴν ὁδό·
μὲς στ’ ἄπειρο λεύτερα ν’ ἀλητέψω,
νὰ μπῶ στὸ παρελθὸν δίχως φραγμό.

Φριχτὸ προαίσθημα μ’ ἁρπάζει
τότε μὲς στὴν ψυχὴ γοργόν,
δυσοίωνο πρωὶ ὡς χαράζει
κι’ ἁπλώνει φῶς ἐρυθρωπόν,
κι’ ἐν πανικῷ ἐμάκρυν’ ἀπ’ τὴν γνῶσι
τρόμων λησμονημένων καὶ νεκρῶν.