Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Ἡ κόρη καὶ ὁ γκρὰς



ρνστ΄

Ἡ κόρη καὶ ὁ γκρὰς

Φῶς αὐγινὸ νηοθώρητο, κινᾶ γιὰ νὰ σκαλίσει,
κρεμιέται ὁ γκρὰς στὸν ὦμον της, σιωπᾶ μὰ σὰν λαλήσει
ἀλὶ σ’ ἐκειὸν ποὺ θρασευτεῖ καὶ δὲν πισωπατήσει.

Κρύο σταμνί, δεκατιανό, τρώγει νὰ καρδαμώσει,
στὸ σοφραδάκι ,ἀνάγειρτον, τὸν γκρὰ ἔχει ἀπιθώσει,
τζοχανταραῖο στὸν δὲν σκιαχτεῖ, κατὴ στὸν ποὺ θ’ ἁπλώσει.

Φλόγα τὴν πλάσι ἐμάρανε, στὸν ἴσκιο ὕπνος τραβιέται,
πλάγι στὸ ἀφρόπλαστο κορμὶν ὁ γκρὰς λαγοκοιμιέται,
κ’ ἔχει τοῦ σκανδαλίζεται σκανδάλη καὶ πατιέται.

Λιόγερμα κ’ ἔρμη περπατεῖ, πάει τοῦ χωριοῦ τὸ μίλι,
παληὸ σκοπὸν ἐρωτικὸ τερέτιζαν τὰ χείλη,
στὸν θέλει βιάσει τὰ φιλιὰ ὁ γκρὰς καυτὰ θὰ στείλει.

Στὸ λιακωτὸ ἐδείπνησε, κοιμήθη στὸ κλινάρι,
πρόσμενε, λέει, τὸν ἀγαπῶ, στὸ ῥέμμα καβαλάρη,
ἀμὴ τὸν γκρὰ εἰς τ’ ὄνειρον βαστᾶ τὸ παλληκάρι.

Φῶς αὐγινὸ ξημέρωσεν, τὴν ἀνιμένει ὁ δρόμος.
«Φόβος τὰ ἔρημα φυλᾶ» διδάχνει ἄγραφτος νόμος,
τὸν γκρὰ ὁ τοῖχος ἄφηκεν καὶ τὸν φορτώθη ὁ ὦμος.