Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Ὁ ἥλιος φανερώνει

Ϟβ΄

Ὁ ἥλιος φανερώνει

Νά ’χα πινέλο τὴν ματιὰ καὶ τὴν καρδιὰ πινάκι,
πάνω της νὰ ζωγράφιζα τ’ ὥριον σου τὸ κορμάκι.

Δὲν μ’ ἀποκρίθ’ ἡ λυγερὴ μὸν παρατᾶ τὴν κλίνη,
γυμνώθη πὸ τὰ ῥοῦχαν της καὶ τὰ μαλλιά της λύνει.
Ῥίχνει στοὺς ὤμους φοινικιὰ χλαμύδα τοῦ πολέμου,
κράνος μὲ φούντα τρομερὴ φορεῖ στὴν κεφαλή της,
κ’ εἰς τὸ χεράκι της βαστᾶ καλόξυστο κοντάριν.
Κ’ ἔτσι στὸ φέγγος ἔλαμπεν, γυμνὴ κι ἀρματωμένη,
Κύπρη συνάμα κι Ἀθηνᾶ, ξανθὸς τῆς νύχτας ἥλιος.

Κάποιου κεριοῦ τρεμόπαιξεν ἡ φλόγα πριχοῦ σβήσει,
ἡ νύχτ’ ἀποτραβήχτηκεν κι ὁ ἥλιος φανερώνει
κορμιὰ γυμνά, σὰν ζωγραφιά, μ’ εὐδαιμονιὰ ν’ ὁπόση
στεφανωμένα ἐκείτουνταν στὸ λιθινὸν ἐξώστη.