Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Κοράσια τοῦ πολέμου

Ϟθ΄

Κοράσια τοῦ πολέμου

Ἀπὸ τὸν πρῶτο πόλεμον ἐρόϊδισαν τρεῖς μέρες,
καβαλαραῖοι σμείξανε στοῦ κάμπου τοὺς ἀγέρες,
κοντοκρατῆσαν τ' ἄλογα κι ἀντικρυνὰ σταθῆκαν.
Ἐκάλπασε στὴν κεφαλὴ τῶν Σκύθων ὁ ἀταμάνος
κ’ ἡ δέσποινα τῶν κοπελιῶν φτερνίζει, τ’ ἀντιβγαίνει.
Κι ὡς ζύγωσαν οἱ μαῦροι τους ὀλίγον ἐσιωπῆσαν,
κ’ ἕνας τὸν ἄλλον μέτραγε κι ἄρχεται ὁ νηὸς καὶ λέει.

«Ῥημάξανε τὰ βουκολιὰ καὶ τὰ σφαχτὰ κλεμμένα,
τὰ παλληκάρια διαλεχτὰ στὴν κρύα γῆς χωσμένα,
οἱ πολεμάρχοι ὀργίζονται κ’ οἱ γέροι συλλογιοῦνται.
Μὴ καὶ σᾶς ἐχαλάσαμεν ταίρια, γονιοὺς στὴν μάχη;
Μονόκουρσο μὴν πήραμε κόρες σας γιά μανάδες;
Μὴ τῶν προγόνων κρίμα ἔν καὶ γδικιωμὸν ζητᾶτε;
Φανέρωσέ το, κοπελιά, τὸ τί μᾶς πολεμᾶτε;»

«Λειβάδιν ἔνι χλοερό, πλατὺν ἀλογοθρόφο
κι ἀναμεσὶς Θερμώδοντας ὁ ποταμὸς κυλάει.
Ἐκεῖ στέκ’ ἡ Θεμίσκυρα, καστρὶ πυργοζωσμένο,
κεῖνο τὸν τόπ’ ὁρίζαμε καὶ λέγαμε μητρίδα.
Μιὰ μέρα μᾶς ἐπλάκωσεν Ἑλλενικὸ φουσσάτον
κι ἄλλες ἀγρίμια σκόρπισαν, ὁ πόλεμος ὡς χάθη,
κι ἄλλες στὰ πλοῖα σοῦραν μας, σκλάβες γιὰ τὴν Ἑλλάδα.
Κάποια θεὰ σπλαχνίσθη μας καὶ μέθυσε τοὺς ἄντρες,
κι ὡς ἐκοιμοῦνταν κόψαμε τοὺς τρυφεροὺς λαιμούς τους.
Γαλιότες τρεῖς κουρσέψαμεν μὰ διάφορο κανένα.
Ἄμαθες ἀπὸ ἄρμενα, ταξίδια πελαγίσια,
τυφλὰ πηγαινοφέρναν μας οἱ θέλησες τ’ ἀνέμου
ὥσπου σὲ τοῦτες τὶς στεριὲς μᾶς ξέβρασεν ὁ πόντος.
Τὸ κῦμα τροχαλούσαμε, τὸν γυρισμὸν μετρώντας,
σὰν ἄλογα πλατύστερνα σιμῶσαν στὴ βοσκήν τους.
Δοξάρια ἀρματωθήκαμε καὶ δίστομα πελέκια,
τ’ ἄλογα ἐφτερνίσαμε μὲ μιὰ βουλὴ στὰ φρένα,
ξένες στὴν μαύρη ξενιτειὰ ν’ ἁπλώσουμε στὰ ξένα»

»Κι αὐτὰ ποὺ τώρα θὰ μιλῶ, Σκύθη, μὴν λησμονεῖς τα.
Ἐμεῖς ταίρια δὲν ἔχομε, γονιοὺς νὰ χαλαστοῦνε,
μάνες καὶ θυγατέρες μας συνάρματες καλπάζουν,
μήτε γι’ ἀρχαία χρεωστημιὰ τὴν πλερωμὴ ζητοῦμε.
Μεῖς Ἀμαζόνες εἴμαστε, κοράσια τοῦ πολέμου,
φίλες πιστὲς τῆς Ἐνυῶς, γυναῖκες ἀντροφόνες».