Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Ἡροφίλη



Ϟδ΄

Ἡροφίλη

Ἐψὲς ἀργὰ ἐδιάβην το τ’ ἀπόμερον δρομάκι
ὁπ’ ἔσμειγα τὴν ἀγαπῶ τὰ βράδια στὰ κλεφτά.
Ὅταν ὁλοῦθε σκέπαζε τὴ ῥούγαν μαύρη ἀντάρα
καὶ τὰ πορτοπαράθυρα σφαλνοῦσαν βιαστικά.
Μὰ τώρα σὰν τὴν ἀπαντῶ λόγον δὲν τῆς ἀλλάζω,
μὸν τὸ κορμί της, σὰν περνᾶ, κρυφὰ λοξοκοιτάζω.

(Βάστα καρδιά μου, βάστα μὴ λυγίσει σε,
πέρδικα κι ἂν σοῦ μοιάζει ἄγριος εἶν ἀητὸς
ποὺ τὲς καρδιὲς γραπώνει μὲ γελάσματα.
Στὰ νέφια τὶς σηκώνει, χάμαι τὶς γκρεμᾶ,
κι ἀπάνω στὰ συντρίμμια παίζει καὶ γελᾶ.)