Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Ὁ Καρανὸς καὶ τὸ λιοντάρι

οη΄

Ὁ Καρανὸς καὶ τὸ λιοντάρι

Πάνω στ' Ὀλύμπου τὲς κορφὲς ἥλιος λαμπρὸς καὶ χιόνι,
στὸν κάμπο, στὰ παράπλαγα ὅλ' καταχνιὰ κι ἀντάρα,
φουσσάτα δυὸ ἐκρούσανε ὡς λύθηκεν ἡ ἀντάρα.

Πέφτουν οἱ κονταριὲς βροχή, βροντοῦν χαλκὰ σκουτάρια,
φεγγοκροτοῦν γυμνὰ σπαθιὰ κ' οἱ σαϊτιὲς σουρίζουν,
τῶν ἀντρειωμένων οἱ ψυχὲς στὸν Ἅδην φτερουγίζουν.
Κ' οἱ τοῦ Κισσῆ ἐστράφησαν, τοῦ Καρανοῦ νικῆσαν.
Γδύνουν, μαζώνουν τ' ἄρματα ποὺ ἀλάβωτα πομεῖναν,
κορμάρι ἀσκώνουν σταυρωτὸ κι ὁλόγυρα κρεμοῦν τα,
μακρόθε νὰ γνωρίζεται, τῆς μάχης θυμητάριν.
Κι ὅλοι τὸ ῥίξαν στὸ πιοτό, στῆς νίκης τὸ ξεφάντι.

Λιοντάρι μακρυχαίτικο π' τὸν Ὄλυμπον βρουχήθη!
Κλαῖν τὰ σκυλιὰ στὴν ἅλυση κ' οἱ μαῦροι χλιμιντροῦσιν,
κ' οἱ ποὺ κοιμοῦνται ξύπνησαν κ' οἱ ξύπνιοι πεταχτῆκαν,
κι ἄλλος γυρεύει τὸ σπαθὶν κι ἄλλος ζητᾶ δοξάριν.
Θωροῦν το ἀργὰ καὶ περπατεῖ, γοργὰ κοντοζυγώνει,
θωροῦν γλήγορα κ' ἔφτασε κι ἄντρες ἀλίμονό μας...

«Εἶδες, ἀφέντη Καρανέ, τί ποῖκε τὸ λεοντάριν;
Μήτε ἀνθρώπους πείραξε, μήτε κτήνη πειράζει,
ἐχούμηξε κ' ἐσώριασε τῆς νίκης τὸ μνημούρι».
«Σημάδιν ἔνι τῶν θεῶν, μήνυμα τῶν ἀνθρώπων.
Στοῦ νικημένου τὴν αὐλὴ τὴν ἔχθρα σὰν φυτέψεις,
π' τῆς ἔχθρας τὸ πικρόδεντρο καρπὸ πικρὸν θὰ κόψεις.
Κι ἀφήνω εὐχή, παραγγελιὰ στοὺς ὑστερνοὺς ῥηγάδες,
πλήθια ἐχθροὺς κι ἂν στρέψουσιν, μύρια κι ἂν καταλύσουν,
ξορκίζω τους πολεμικὰ μνημούρια νὰ μὴν στήσουν».