Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Στοὺς χρόνους τ' Ἀγαμέμνου



Ϟη΄

Στοὺς χρόνους τ' Ἀγαμέμνου

Καβουροπένσες καὶ σφυριά, κλειδιά, διαολοκλείδια,
ἀπ’ τὸ ταχὺ παιδεύομουν, τελεύω μεσημέριν.
Τὰ τέτοια δὲν πλερώνονται μὸν τὴν ψυχὴ σὲ τρώγουν,
μὲ ἀβαριὲς νὰ πολεμᾶς, χειμώνα στ’ ἀγριοκαίριν.

Πόσ’ ἤθελά το νά ’μουν νηὸς στοὺς χρόνους τ’ Ἀγαμέμνου,
νά ’χα, ποὺ λέγαν, κτίμενα καὶ φυταλιὲς κι ἀροῦρες,
νά ’σαν γιομάτα ληόδεντρα, στάρια, συκιὲς κι ἀμπέλια.
Νά ’χα κοπάδια πρόβατα, χοιρομαντριὰ καὶ βόδια.
Νά ’μενα σ' ἀρχοντόσπιτον, νὰ συγκερνῶ τοὺς φίλους,
νά ’χω ζευγάριν ἄλογα, νὰ σεργιανίζω στ’ ἅρμα.
Νὰ πηαίνω κ’ εἰς τὸν πόλεμον, τοῦ πρωτορήγ’ ἀκράνης,
νὰ κάνω μάνες δίχως γιούς, γυναῖκες δίχως ἄντρες...