Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Ὁ Γιάννος καὶ ἡ τράπεζα

ιγ΄

Ὁ Γιάννος καὶ ἡ τράπεζα

Τὸν Γιάννον χρέη πνίγουν σὰν πέλαγο βαθὺ
καὶ τὸ φαρμάκιν ἔπιεν, ὁλόγλυκο κρασί.
Πικρὰ τὸν κλαῖνε οἱ φίλοι, πικρὰ κι' ἡ γειτονιά,
ἡ δόλια του γυναῖκα, τὰ τρία ὀρφανά.
Ἡ τράπεζα δὲν κλαίγει, μηδὲ ψυχοπονεῖ,
τὸ σπίτιν του κουρσεύει καὶ τοὺς ἀγροὺς πωλεῖ.
Στὴν Ἀχερουσιάδα, στὸν ἄμμον, στὲς ἀκτὲς
προσμένουσιν, ἀράδα, μυριάδες οἱ ψυχές.
Μυριάδες κι’ εἰς τὸ κῦμα, βογγᾶν, παρακαλοῦν,
ὀνόματα ἀνακράζουν κείνων ποὺ χρεωστοῦν.
Ὀλίγοι σχωρεθῆκαν, τὸ κῦμα τοὺς ξερνᾷ,
κι’ ὅσους σιωπὴν ἐλάβαν, στὸν Τάρταρο γυρνᾷ.