Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Κόρον δ' οὐχ εὗρον ὀπωπῆς

α΄

Κόρον δ' οὐχ εὗρον ὀπωπῆς

Κάποια πανώρηα λυγερὴ τὸν ἥλιον ἀγαποῦσε·
στὸ περιγιάλι ἐγδύθηκεν, ἔλυσε τὰ μαλλιά της,
πλαγιάζει, φανερώνει του τὰ ποθοθέλγητρά της.
Στάχυ ξανθὸ ἐχρυσάφιζε τὸ χνούδι στὸ κορμί της,
κι’ ὁ ἥλιος δὲν ἐχόρταινε τὴν κόρη νὰ βιγλίζῃ,
κι’ ἐφέγγασιν οἱ ἀκτῖνες του λαμπρύτερ' ἀπ' τὰ πρῶτα.