Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

The Master



















Πεζὸ ποίημα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ

Ὅταν τὸ σκότος ἡπλώθη ἀνὰ τὴν γῆν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, φέρων ἐκ πεύκης δαλὸν ἀνημμένον, κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ λόφου εἰς τὴν κοιλάδα. Ὅτι ἤθελεν μεριμνήσει περὶ τῶν οἰκείων πραγμάτων.   

Καὶ γονυπετῆ ἐπὶ τῶν πυρολίθων τῆς κοιλάδος τῆς ἀπωλείας εἶδεν νέον ἄνδρα γυμνὸν καὶ θρηνοῦντα. Τὸ χρῶμα τῆς κόμης αὐτοῦ ἦτον ὡς τοῦ μέλιτος καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ὡς ἄνθος λευκόν, ἀλλὰ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἦτο πεπληγμένον ὑπὸ ἀκανθῶν καὶ ἐπὶ τῆς κόμης αὐτοῦ εἶχεν σκορπίσει τέφρας ἀντὶ στέμματος.

Καὶ οὗτος ὁ μέγαν πλοῦτον κατέχων εἶπεν εἰς τὸν νέον ἄνδρα τὸν γυμνὸν καὶ θρηνοῦντα: «Δὲν ἀπορῶ μὲ τὸ μέγεθος τῆς θλίψεώς σου, ὅτι Ἐκεῖνος ὑπῆρξεν ἀληθῶς δίκαιος ἄνθρωπος».  

Καὶ ὁ ἀνὴρ ὁ νέος ἀπεκρίθη: «Δὲν θρηνῶ γιὰ Ἐκεῖνον, παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτόν μου. Κι’ ἐγώ, ἂν ἠξεύρῃς, τὸ νερὸν ἤλλαξα εἰς κρασίν, καὶ τοὺς λεπροὺς ἐγιάτρεψα καὶ εἰς τοὺς τυφλοὺς ἔδωσα τὸ φῶς των. Ἐβάδισα ἐπάνω εἰς τὰ ὕδατα, κι’ ἀπὸ τοὺς κατοίκους ὁπού ’ναι εἰς τὰ κιβούρια ἐξώρκισα διαβόλους. Καὶ τοὺς πεινασμένους ἔθρεψα εἰς τὴν ἔρημον ὅπου δὲν ἦτον τροφή, καὶ τοὺς ἀποθαμένους ἐσήκωσα ἀπὸ τὰ στενόχωρά των ὁσπίτια, κι’ ὡς πρόσταξα, κι’ ἐνώπιον ἄμετρου λαοῦ, μιὰ στέρφα συκῆ ἐξεράνθη. Ὅλα ὅσα τοῦτος ὁ ἄνθρωπος ἔκαμεν, ὁμοίως τὰ ἔκαμα. Κι’ ὡστόσο δὲν μ’ ἔχουν σταυρώσει».


Φωτογραφία: Napoleon Sarony   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου