Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Ὁ σηκωμὸς τοῦ Μυτζηθρᾶ

ρμστ΄

Ὁ σηκωμὸς τοῦ Μυτζηθρᾶ

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
στὸ παλάτιον κρυφοκλείστης, στ’ ὥριον δυναμάριν σου·
μ’ αὐλικοὺς δὲν συντυχαίνεις, μὲ τοὺς ἄρχοντας σιωπᾶς,
συλλογιέσαι καὶ λυπιέσαι καὶ ἀναστοχάζεσαι:
«Ἀμμουδιὰ χρυσὴ Ῥωμαίϊκο, κῦμα ἐφούσκωσ’ ἡ Τουρκιὰ
κ’ εἰς καιρὸν σ’ ἀφροκατάπιεν, σὲ θαλασσοσκέπασεν,
καὶ δυὸ ξέρες σοῦ ἀπομεῖναν ὄξω ἀπ’ τ’ ἁλμυρὸ νερόν,
τοῦ Μορηᾶ τὸ δεσποτάτον κ’ ἡ Κωνσταντινόπολις.
Πῶς νὰ σὲ κρατῶ Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον;
Διὰ φουσσάτα νὰ ῥογέψω θησαυροὶ ποῦ εὑρίσκονται;
Νὰ καλέσω ἀπ’ τοὺς ῥηγάδες, τίς θέλει παρασταθεῖ;
Κάλλιον ἔνε νὰ Φραγκέψεις, κάλλιον νὰ πωλήσω σε».

Μὲ τὸ κάτεργο ἀρμενίζεις κ’ εἰς τὴν Ῥόδον ἔδεσες,
στοὺς ἱππότας καλογέρους παζαρέματα κινᾶς:
«Πρῶτον Κόρινθο ἔδωκά σας, δίδω σας καὶ Μυτζηθρὰν
καὶ γιὰ ἐλόγου μου ἀπ’ τὰ κάστρα νά ’χω τὴν Μονεμβασιάν.
Σεῖς λαβαίνετε χαράτζια, προσφορές, δοσίματα,
καὶ ῥογεύετε στρατιῶτες καὶ πολέμους δύνεστε,
καὶ βαστᾶτε τὸν Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον».
Τ’ ἀδελφάτο τοῦ Ἰωάννου ποὺ πωλεῖς ἠγόρασαν
καὶ σεντούκιν σὲ χρυσώνουν μὲ δουκάτα καὶ φλωριά.
Πέμπουν κι ἀπ’ τοὺς κεφαλάδες κατὰ Πελλοπόνησον,
κεῖ ποὺ δεσποτοκρατιόσουν κ’ ἡ γενιά σου αὐθέντευε,
κεῖνοι δεσποτάδες ν’ ἄρχουν, κεῖνοι ν’ αὐθεντεύουσιν.

Καὶ μιὰ μολυβένια ἡμέρα, πικρομέλανην αὐγήν,
οἱ πολεμιστάδες φλάροι χῶμα κάστρου ἐπάτησαν.
Μὲς στὰ καλντερίμια πηαίνουν, σὰν παγώνια προχωροῦν,
βλέπουν, δείχνουν, καμαρώνουν, φωναχτὰ μεγαλαυχοῦν.
Κι ὡς μικρόσαρκη φλογίτσα πυρκαϊὰ τρανὴ γεννᾶ
καὶ τρισλαίμαργη φουντώνει, τρώει καὶ πλιὸν δὲν σβήνεται,
ὅμοια ὁ λόγος ὡς γροικήθη τὸν λαὸ πυρπόλησεν
σὰν τὰ κάγκανα τὰ δάση στοῦ Ἁλωνάρη τὸν καιρόν,
«Ὁ κὺρ Θόδωρος πωλεῖ μας! Φράγκεψεν ὁ Μυτζηθράς!»
κι ἄνω χώρα, κάτω χώρα, χύθηκαν ἀγεληδὸν
ξυλομάτζουκα βαστῶντες, πέτρες, λιθαρόπουλα
καὶ τοὺς ἀζυμίτες ζῶσαν γιὰ νὰ τοὺς σκοτώσουσιν.

Ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου λαφιασμένος πρόκαμεν,
πλάτη μπαίνει στοὺς ἱππότες κ’ εἰς τὸν ὄχλον πρόσωπο:
«Γαληνάρετε ἀδελφοί μου κι ἄσχημα μὴν κάμετε».
«Πισωπάτησε παπά μου κ’ ὕπαγε κι ἄι στὴν εὐχή».
«Πταίσιμον δὲν παίρνουν τοῦτοι, ὁ κὺρ Θόδωρος τὰ πταίει».
«Πταίσιμον παίρνουν κ’ οἱ δυό τους κι ὁ ἀγοράζει κι ὁ πωλεῖ».
«Κ’ εἶναι εἰς δύσιν φουμισμένοι, γδικιωμὸν δὲν σκιάζεστε;»
«Μεῖς τί εἴμεθα; Γομάρια; Στὰ παζάρια νὰ τραβοῦν;»
«Κ’ ἡ Τουρκιὰ χείμαρρος, ῥέμμα καὶ οἱ Φράγκοι τὸ κλαδί».
«Δοῦλοι ἑνὸς νὰ μὴν γενοῦμε, σ’ ἄλλον νὰ δουλεύουμε;»
«Αἷμα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν μας κι ἁμαρτία ἀπ’ τὸν θεόν».
«Τρεῖς ἡμέρες… φίλοι ἂν φύγουν. Μεῖναν; Πᾶν στὸν διάολον».

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
νύχτωσεν ἡ τρίτ’ ἡμέρα, νύχτωσε κ’ ἡ ἐλπίδα σου,
καὶ φλωριὰ καὶ σταυροφόρους τ’ ἀκριβοχαιρέτησες,
στὸ παλάτιον δὲν εἰσέβης κι ὁ λαὸς ἀρνήθη σε.
Ψευδοδέσποτα σὲ ὑβρίζουν καὶ ἀνάξιον σὲ καλοῦν,
καὶ φιλάργυρο προδότη, κλώζουν καὶ καταλαλοῦν.
Κι ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου πάλιν ἐμεσίτεψεν,
καὶ τοὺς ἄπιστους γυρίζει, πείθει τοὺς ἀγύριστους
κι ἀλλαξοπροσωπισμένος ταπεινώθης στὸν λαό,
καὶ ὁρκίστης στὰ βαγγέλια κι ἄμωσες εἰς τὰ ἱερὰ
ἀϊδίως ν’ ἀνταγαπιέστε, στ’ ὄνομά του νὰ ἐνεργεῖς
κι ἀπὸ τὸν λαὸ κρυφάδην μὴν κρυφοστοχάζεσαι.

Κ’ εἷς ἐκ τῶν λογιωτάτων τῶν ἀνθρώπων τῶν σοφῶν,
τὴν γενειάδα του χαϊδεύει καὶ τὸ πράγμα μέτραγε:
«Τῆς Φραγκιᾶς ἡ ὁδὸς εἰς δύσιν, τῆς Τουρκιᾶς σ’ ἀνατολὴν…
τέτοιους δρόμους οἱ πρωτάρχοι, Γένος, σοῦ ἀπεργάζονται.
Ἀλλὰ ἐσὺ ἀναγυρεύεις τὴν ὁδὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
δὲν γιγνώσκεις ἀμὴ νιώθεις, κεῖ χτυπᾶ ἡ καρδία σου,
δὲν ἠξεύρεις, κεῖ τὰ πόδια μοναχὰ σὲ περπατοῦν,
δὲν θυμᾶσαι, σ’ ὁρμηνεύει τῆς λαλιᾶς σου ἡ φωνή».

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Οἱ κερασιὲς


Οἱ κερασις

ρμε΄

Στοῦ περβολιο μου τν γωνιά, στο φράχτη μου τν κρη,
φύτεψα δυ κερασιές, δυ χαμν δεντράκια,
ν’ ἀνθ ζευγάριν μμορφιά, ν διπλολουλουδίζ.
Στ’ ἄγουρο χμα πάλεψαν, ν δώσουν πολεμσαν,
κι’ ἡ μι ίζες δν τίναξε κα γληγοροξεράνθη,
κι’ ἡ λλη γοργοφούντωσε κα πρόκοψε κι’ πλώθη.
ταν ξυπνήσ’ νοιξις κα κοιμηθ χειμνας
καὶ σκεπαστον τ’ νθόκλωνα μ ζάλευκο μαγνάδι,
θ’ ἀποθαυμάζουν σε, κυρά, τ’ νθρωπινά μου μάτια.
Μὰ τς ψυχς μου οἱ ὀφθαλμοί, τς φαντασις τ μάτια,
θὰ παρασταίνουν πλάϊν σου κα τν νεκρ δελφή σου,
νὰ στέκ λιοπερίχυτη κα τρισλουλουδιασμένη,
ψέμμα δὲν εναι τ πο νος δύνεται κι’ νασταίνει.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Ἡ ἀνάμνησις τοῦ δρακοκαβαλάρη

ρμδ΄

Ἡ ἀνάμνησις τοῦ δρακοκαβαλάρη

Χαλκάστραφτεν ὁ μαῦρος του σὰ δράκος χρυσαφένιος,
χαλκάστραφτε κι ὁ κύρης μου, ῥήγας παραμυθένιος,
καλλιάρματος, τετράξανθος καὶ δρακοκαβαλάρης!

Φόρειε ζωστάρι κόκκινο, φολιδωτὸ λωρίκι,
στὰ πόδια του ἁψηλὰ τζεγκιά, γλαυκὸ πανωλωρίκι,
κῦμα μαντὺ στὶς πλάτες του, βλαττὶ ἀκριβὸ φλογάτο.

Στὸ πλάϊ τὸ παραμήριν του κ’ ἡ σπάθα στὸ θηκάριν,
κυκλοσιδεροστέφανο κι ἀμφαλωτὸ σκουτάριν,
τὸ φλαμπουράκι ἀνέμιζε στοῦ κονταριοῦ τὴν λόγχη.

Κ’ ἐθώρας τον κατάφραχτον κι ὁλόγυρα κλεισμένον,
μπρούτζους, πετσιὰ καὶ σίδερα ὁλοῦθε σκεπασμένον,
στὴν κεφαλή του ἀσκέπαγος, κασσίδι δὲν ἐφόρει.

Ἡ λευκοχέρα ἡ μάνα μου βαστοῦσε τὸ κασσίδιν,
ποὺ εἶχε τουφίον ἄλικο κι ἁλυσωτὸ τραχήλιν,
κι ἀτσάλινο στραφτάλιζε σὰν τ’ ἀργυρὸ φεγγάριν.

Στὴν ἀγκαλιά μου τό ’σφιξεν, ψηλὰ ψηλὰ μ’ ἀσκώνει,
τ’ ἄγουρα χέρια τέντωσα κι ὁ κύρης χαμηλώνει,
κ’ ἔστεψα μ’ ἡλιοστέφανο τὸν δρακοκαβαλάρην.

«Σὰν μ’ ἔστεψεν ὁ ὑγιόκας μου, κύριος εἰμὶ τοῦ κόσμου!
Τὸν ἀμηρὰ ἔχω δοῦλο μου, τὸν Φράγκο λίζιό μου,
καὶ τὸν Ῥωμαῖο βασιλιὰ τρία σκαλιὰ πιὸ κάτω».

Τέτοια ποὺ στερνομίλησες στὸν γιόκα σου πατέρα,
κ’ εἴκοσι χρόνοι ἂς κύλησαν… δὲν λησμονῶ τὴν μέρα,
κι ὡς στὶς ὀχιὲς πορεύομαι, θυμοῦμαι σε κι ἀντρειεύομαι.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Εἰς μνήμην τοῦ σκύλου Πύῤῥου

Εἰς μνήμην το σκύλου Πύῤῥου

ρμγ΄

Μαῦρα λατίνια φέρνουν σας, ψυχολες, πελαγόθε
κιράζετε στν μμουδι σν λιοπρωταυγίσ,
κιλημερς ργάζεστε στς χώρας τ παζάρια.
Κιταν σκοτίσ χνς σπερνός, τ σύθαμπο στραγγίσ,
τσοῦρμο πάλιν μπαρκάρετε κα χίλια δυ στορτε,
σὰν ο γαλέρες σας γλιστρον, πν στ’ βυσσόχροο κμα,
στὴν βασίλευτη νυχτιά, μ τν στρ τ σμάρια,
καὶ μ τ δοιάκι ν δηγν δαιμόνοι κυβερντες,
ς νη στρογιάλι πο φαν… φίλε μου θ βρεθομε.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Ἠερίη - Ἡ θυγατέρα μάνα



ρμβ΄

Ἠερίη - Ἡ θυγατέρα μάνα

Σ’ ἀνήλιου σπήλιου τὸν βυθό, πέτρας ὁγρῆς κουφάλα
τὸν Τέκταφο ἐφυλάκισαν, τὸν ῥήγα τῶν Βωλίγγων.
Κι ὁ Δεριάδης πρόσταξεν κεῖ ἔρμος ν’ ἀργολειώσει,
νὰ τρώει ἀέραν πρόγευμα κι ἀέραν γιὰ τὸ δεῖπνο,
νά ’χει τὸν βράχο κούπα του, νὰ γλείφει τὸ πιοτό του,
νὰ τὸν θερίζ’ ἡ πείνα του, στὰ σκότη νὰ λιμάσσει.

Λαφίνα ἐπερπάτησε στοῦ σπήλιου τ’ ἄγριον στόμα,
στὴν Ἠερίην ὅμοιαζε, στοῦ αἰχμάλωτου τὴν κόρη.
Τοὺς ἀχαμνοὺς ἐσίμωσεν, τοὺς σερνικοὺς ζυγώνει,
ξέπνοη κλαίει καὶ δέεται, στὸ χῶμα μετανοιάζει.
Στοὺς φύλακας μονολογεῖ, μιλεῖ τῶν βλεπατόρων,
τὸν κύρη της πονεῖ νὰ ἰδεῖ, τὸν μισοπεθαμένο.

Σπλαχνίζονται οἱ φύλακες, λυγᾶνε οἱ βλεπατόροι
καὶ μεταξύ των ἔγνεψαν στὸ σπήλιο νὰ τρυπώσει.
Ἀμὴ πριχοῦ καὶ τραβηχτοῦν κι ὁ δρόμος λευτερώσει,
νυχόκορφα τὴν ἔψαξαν, τριπλοπασπάτεψάν την,
φαγὶν μὴ κρυφοκουβαλεῖ, κρασὶν μὴ κρυφοφέρνει,
κι ὡς κάμαν τόπον ἔδωσαν, στὸ λιθοκλούβι νά ’μπει.

Τὸ ἡμίφως εἰς τὴν πλάτη της, τὸ ἀπόφως ἐμπροστά της,
τὴν κεφαλὴ τοῦ κύρη της ἔστρωσε στὴν ποδιά της,
κι οὐδεὶς ἐμάθε ποὺ ἤτονε πέντε ἡμερῶ λεχώνα.
Κατέβασε τὸ ῥοῦχον της καὶ τὸ βυζὶ γυμνώνει,
κι ἀπόθεσε τὴν ῥώγα της στοῦ αἰχμάλωτου τὸ στόμα.
«Πατέρα τὸ σπολλάτη σου, γεννήθη σου τ’ ἀγγόνι».

Κ’ ἡ θυγατέρα γίνηκεν ἡ μάνα τοῦ κυροῦ της,
καὶ ὁ πατέρας γίνηκεν ὑγιὸς τῆς θυγατρός του.
Καὶ λίξουρος ἐβύζαινε κι ἀχόρταγος τραβοῦσε,
στὸ ἰσόνεκρό του τὸ κορμὶ πότιζε τὸ πιοτό της,
κι ἀντρείωνέ του τὴν καρδιά, τὰ μέλη ἀναζωγροῦσε,
κ’ ἔμπλεκ’ ἡ ἁλμύρα τῶν δακρυῶν γάλα γλυκὸ στ’ ἀχείλι.

Γεῖς τῶν φυλάκων τήραξεν, ὁ πλιὸν πονηρεμένος,
καὶ πρῶτ’ ἄλαλος σάστισε, τσιμπιότουν νὰ ἐξυπνήσει,
κ’ ὕστερις γοργοχούμηξε στὸ φῶς νὰ τήνε σύρει,
κι ἀπὸ τὴ βιάν, ὡς τράβηξεν, ἡ ῥώγα της ματώθη.
Νὰ κρύβουν το γὴ νὰ τὸ εἰποῦν; Κι ἂν τὶς τὸ μαρτυρήσει;
Ὁ ἥλιος γιά ὁ ἄνεμος γιά τῶν πουλιῶ ἡ φωνούλα;

Στὸν Δεριάδη στάθηκαν κι ὅλα τ’ ἀνιστορῆσαν,
κ’ ἐσκύβαν κ’ ἐγονάτιζαν καὶ τιμωριὰ προσμέναν,
ἂμ ὁ σκληρὸς μαλάκωσεν κι ὁ ἀγκρέμιστος γκρεμίστη,
κι ὁ ἀδάκρυτος ἐδάκρυσεν κ’ ἐτοῦτα παραγγέλει:
«Λάβετ’ ἀπ’ τὸ τραπέζι μου, τοῦ ὀχτροῦ μου δεῖπνο στρῶστε,
τέτοιο παιδὶ ποὺ ἀνάθρεψεν ἀξὸς ἔνι νὰ ζήσει!»


Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Ὁ ξεδοντιάρης λέων


ξεδοντιάρης λέων

ρμα΄

Δίκηο! Μακρυχαίτικο, πλατύστερνο ληοντάρι,
κι’ ἀπ’ τς χτδες το λιο βασιλοκρατημένο,
πού ’χες τὰ δόντια σουβλερά, τ νύχια κονισμένα,
πού ’σουν στὸ θώρι δύναμις, στ διάβαινες χάρις,
κι’ ὅντες βρουχιόσουν λούφαζαν τ’ ἀδικοκαμωμένα,
κι’ ἐκέρωνε κάθε κακό, στράγγιζε δίχως θάῤῥη,
καὶ τρέμαν σε τ’ νάξια, μ τ’ στανι σ μνοσαν,
τῆς ξιοσύνης τν νθ καρπόδενε βουλή σου,
καὶ τ πρεπ καντάριαζες, το δουλευτ, μοιράδι,
κι’ ὅλοι πο ες σένα ἤλπιζαν κι’ ἀμναν κι’ γαποσαν,
τώρα σὲ συζητον κιοτή, σ κράζουν γι ψωριάρη,
μ’ σκιάζονται κα περπατον μακρι π τν ργή σου.
Τώρα στ’ ἀτσάλινα κλουβι γυρνς τν μεγιστάνων,
κι’ ἔχεις λουρ στν τράχηλο, φιογκάκι στν ορά σου,
σαλτάρεις γύρους μὲ φωτιά, κάμεις τν τσαρλατνο,
γατοῦλα, τρέχεις κα κυλς τν πλούσιω τ κουβάρι,
σ’ ἐκειος τρίβεσαι, γουργουρς, κοιμιέσαι στν ποδιά τους,
καὶ τν μικρούλη πρν γευτς, ποντίκι, τυραγνεύεις,
φαφούτικο ἀνημπόρεψες, κρης μαλακ γυρεύεις,
δὲν κόφτουν τὰ σαγόνια σου, τὰ νύχια σου δν σκίζουν
σκληρόπετσους τῆς νομις κι’ δίκους τν ρχόντων,
νοικοκυραίους μασουλᾶν, μ σάρκες πλέμπας τρίζουν,
τσανακογλείφτη κάθε βιᾶς, το μπέριου βασταγάρι,
Δίκηο! Μοχτηρ θεργιό, μοβόρε ξεδοντιάρη.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Τὸ χρυσὸ καλντερίμι


Τὸ χρυσ καλντερίμι

ρμ΄

Στὸν κάμπο σπέρα το Μαρτιο φυσ κι’ στραποφέγγει,
νεφῶν λεφούσι μαύρισε κα ο ορανο νοξαν,
καὶ ψυχή μου μούσκεψε κι’ ες τν βροχ βαπτίσθη,
τὸ δωρ μο ψιθύρισεν, τ πρ το βιο θυμομαι,
κι’ ἔρμος μς στ νεροποντν νέκραξα «Μητέρα!»
λιος, ναξ βασιλεύς, ες τν Ζυγ δρομοσεν,
εἰς τν Ζυγ κι’ Ορανός, ες τν Ζυγ κι’ Πλούτων.
Στὸν δροχόον τ’ Ζεύς, Κρόνος στν Καρκνο,
κι’ εἰς τν Σκορπι πορεύοταν ρμέας κι’ φροδίτη.
Καὶ Μήνη, γόησσα κυρά, λαμπε στος χθύες,
κι’ εἰς τν Τοξότη Ποσειδν κι’ ρης ες τν Ταρο.
Τὸ μεσουράνημα ες Σκορπι κα τ ναδρ ες Ταρο,
τὸ πο νατέλλει Αγόκερως στν φτάση το δροχόου.
Κι’ ἔτσι πως ρδινιάστηκαν οκοι, πλαντες κι’ στρη,
σκίστη ὁ θέρας, χώρισαν το σκοταδιο ο μπερντέδες,
καὶ φανερώθη λόχρυσο, πανώρηο καλντερίμι
κι’ ἀσπιθοβόλα στ νυχτιά, χρυσαύγαζε ς τ πέρα.
Οἱ πλάκες του σαν π φς κι’ ο ρμο χρυσς κλωστίτσες,
καὶ τ παραπεζούλια του τν στεριν χτδες.
Τότες ὁ δαίμων κι’ ψυχή, πείτις κι’ θαυμάσαν,
λληλοκοιταχτήκασιν, γλυκοχαμογελάσαν!
Κι’ ὥμοιαζε δαίμων δέσποινα, ήγισσ’ φροπλασμένη,
καὶ ψυχ νης γουρος στν βη κα στν ψι·
κι’ ὁ δαίμων δαχτυλόδειξεν κα τς ψυχούλας επεν:
«Ἰδ παιδί μου, λόχρυσο στερηώθη καλντερίμι,
κι’ ἡ νύχτα γεφύρωτη γι σένα γεφυρώθη!
Καιρὸς ν λείψς π’ ατο, στος χθόνιους ν’ πλικεύς,
καὶ ν κυλήσς καταγς, σν χρυσαφένιο φύλλο,
καιρὸς ν ζήσς νθρωπος, τς νθρωπότης μέρος.
Φύλαγε τὰ πο ρμήνεψα στ’ πόκρυφό σου ρμάριν
νὰ πηρετον σε, ν βοηθον, σν θ κακοκαιρίζς,
νὰ βγαίνουν ν’ ντρειγεύουν σε ταν θ’ ντρομαχιέσαι.
Κι’ ὅταν, παιδί, θ ζώνουν σε φόβος μ τν γνοια,
θὰ φαίνωμαι στν πρτον σου τν λαφρ τν πνο
καὶ σύ, τραγούδι ἀνέγνωρον, θ’ κούγς τν λαλιά μου,
μὰ θ ψυχανεμίζεσαι τν λόγων μου τν σάρκα,
θὰ νιώθς κι’ γάπη μου θ σ ληοντοκαρδιών».
Τότε ἡ ψυχολα ρώτησε τν δαίμονα κι’ πόρει:
«Μητέρα, ἐτοτα τ ποι, μ λαβαίνω γάπη
ν’ ἀποθεριέψ νη φτερὰ κα ν’ ναφτερουγίσω;»
Σιωπὴν χάρισ’ δαίμονας, «παγε» γλυκολέγει…
καὶ ψυχολα ες τ χρυσό, πατε, τ καλντερίμι,
καὶ πρν κυλήσ καταγς, σν χρυσαφένιο φύλλο,
στρέφει στερνὰ τν κεφαλή, κουνάει δειλ τ χέρι,
- στὰ μάτια λάμπαν κρούσταλλα, στ μάγουλα διαμάντια-
κι’ ἔκλαψε κι’ χαιρέτησε τν κόσμον πο παρνήθη,
κι’ ἔκλαψα κι’ χαιρέτησα τν κόσμον πο γεννήθην.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Ὑπνοφαντασιὰ


πνοφαντασι

ρλθ΄

Στῆς κόλασης ερέθηκα τν γκαθένια θύρα,
μπῆκα τν τόπο ν δ, το μαρτωλο τ μορα.
Κι δύστυχος πάγαινα κι’ παυτα περπατοσα,
ρήμους μπρς κατάπινα κι’ ρήμους προσπερνοσα.
Καζάνια ποῦ ν κόχλαζαν, δαιμόνοι ν λολύζαν,
τῶν κολασμένων οἱ ψυχς μ πόνους ν γογγύζαν;
Τὸ Τίποτα κε σέρπονταν κα τ Μηδν γυρνοσε,
τὰ πο λογιόμουν πνιγε, τ πο νιωθα ουφοσε.
Κι δράκων κουλλουριάστηκε στν σπίθα π’ τν ψυχή μου,
κοῦρσος ν’ ρπάξ ζήταγε τ θάνατο κερί μου.
«Δῷς μοι τ ἄσβεστόν σου πῦρ πο θάνατον σ’ κράτει,
σὺ ν σκορπίσς στ μηδν κι’ γ ν πάρξω κάτι».
Ξυπνῶ π’ τ καρδιοπλάκωμα, κλαίγω π’ τν μαρο τρόμο
καὶ πάλε σν τ’ νιστορ, ιγ κι’ πομαργώνω.

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Νεαρὸν ὕδωρ


Νεαρὸν δωρ

(Μεσαιωνικ μελλούμενη σκην)

ρκη΄

Ι. Τὸ μεσημέριν κενο τον θέρος, τον πνοια, τον λάβρα. μ σκουττος βαρδιατόρος πο φύλαττε παρ τν πύλη τς κρήνης, ρματώθη τν λυσιδωτν ατο ζάβαν κα τ βαρ σκουτάριον κα εἰς τν ζωστρν πέρασε τ τζικούριον κα ες τν χοφταν λαβε τ κοντάριον κι’ στεκότουν, βλοσυρός, μπροσθεν τς πύλης, π τν λιον κα βραζεν ς σιγοβράζει κάβουρας ντς το τσουκαλιο. Κα στερον ξάνοιξεν συντροφίαν νθρώπων πο σίμωσαν πλησίον τῆς πύλης κι’ σταμάτησαν λίγα βήματα πρ ατο καί, μ σταμνία φορτωμένοι, βουβο θώρουν. Κα βαρδιατόρος, σιωπηρός, ξέτασεν ατος κα σαν νδρες δύο κα γυνακες τέσσαρες κα παιδία ξ κα γέρων ες. Κα νόμισεν ατος πολλ ταλαιπώρους κα δυστυχεῖς.

ΙΙ. «Τί στέκεστε αὐτο ρ κα δν μιλτε; Επέτε πο ζηττε, λλις μτε τν δρόμο σας». Κα γέρων σύρθη πρς ατν κα λέγει του «Λίγο νεράκι δροσερό, παλληκάρι, ν ξεδιψάσωμε κα ν πλύνωμε τ σκουτιά μας τ λερά, θες ν σ’ χ καλά». «Κι’ ἂν μ’ χ καλ θες ρ γέρο τί; κεις νι στος ορανούς». Επεν βαρδιατόρος δείχνοντας μ τ κοντάριον ψηλά. «Σάμπως γνοιάστη ποτές; Κι’ δ στ γς πο εμεθα θες περνιέται φέντης». κρουσε τ κοντάριον χαμαί. «τι σν μο ργιστ, τ καλ το θεο δν σώνει κα χάνομαι. Κα γι τ νερ πο λέγεις, μηνάω κα περντε ν γεμίζετε».

ΙΙΙ. Κι’ ἐβρόντηξεν τ βαρ όπτρον π τς ξύλινης θύρας τρίς. Κα θύρα νοιξεν. Κι’ ξέβη νήρ, τ μν θώριν χων ρχοντικόν, τ δ βλέμμα ψυχρόν, πο φύλαξ πεκάλεσεν «δέκαρχον». Κα πρτον δέκαρχος τήραξεν ατος κα δν μίλησεν. Κα στερον μίλησεν κι’ ρωτ τν γέροντα «λόγου σου εσαι φαμελίτης; Πς νομάζεσαι;» Κα γέρων πρόφερε τ’ νομα ες τν δέκαρχο. Κα δέκαρχος πρόφερε τ’ νομα εἰς τν βαρδιατόρο κα ρισεν «Σρε, μήνυσε το γραμματικο ν δ στ κιτάπια του».

ΙΙΙΙ. Κι’ ὡσν φυγεν φύλαξ, κάθισεν νάμεσό τους σιωπή, δέκαρχος π’ δ κα φαμελι π’ κε. Κα τον θέρος κα πνοια κα λάβρα. Κα τον σιωπή. Κι’ ν σιωπ τον φς, θελε λάμψει ς λιος. Κι’ ν σιωπ τον σκότος, θελε μελανιάσει ς βυσσος. Κα σιωπ τον σκότος πυκν κα βυσσος σάλευτη κα κρημνς κα χάος. Κι’ γράπωνε τς καρδίες τν πτωχν νθρώπων, πο στεκαν π τ χελος το κρημνοῦ, κι’ ἐζήτει ν παρέλξ ατς ντός της. Κι’ πειτα βαρδιατόρος γύρισεν, σιωπ παύτη, ο λέξεις ἐῤῥάπισαν, βασίλεψεν λπς κα νέτειλεν πελπισία. «Χρεωστε». «Χρεωστε;» «Πολλ χρεωστε!» «Δίωξον, δίωξον ατούς».

Π. Καὶ ξύλινη θύρα το περιβόλου τῆς κρήνης μετ βρόντου σφάλισεν. Κα τ μν σκουτάριον το φύλακος ψώθη, τ δ κοντάριον χαμήλωσεν κα φων γρίως κέλευσεν «Σν κελαρύσουν ο παράδες, θ κελαρύσ τ νερό. μτε». Κα γέρων ψέλλισεν «Τ νερό, παλληκάρι, νι το θεο». Κα τ παλληκάριν ποκρίθη «Τ νερό, γέρο, νι το φέντου πο χει το, μ χαρτ πίσημον π τ δοβλέτι· κι’ ν δν σβηστ π’ τ τεφτέρια τ δόσιμον πο χρεωστες, νίμενε καμμι βροχ ν σ ποτίσ θεός σου». Κα γέρων νέκραξεν «Τ νερ νι το θεο Καὶ τ νδράριον θησεν βιαίως ατν μ τ σκουτάριον κα παραπάτησε κι’ στρώθη καταγς. Κα ο ντρες σπευσαν να σηκώσουν ατν κα ο γυνακες βριζαν κα μιλοσαν περ «ντροπς» κα τ παιδία ταραγμένα κλαιαν.

ΠΙ. Τὸ δ μικρότερον π τ παιδίαξεκόλλησε λιθαρόπουλον κ τς γς κα ἔῤῥιψεν ατό, μετ περισσς ργς, κατ το βαρδιατόρου· μ κενος ες οδν βλάφτη πάρεξ το κουδουνίσματος ες τ’ ατιά του, σν βάρεσε τ λιθαρόπουλον π το μεταλλικο κασσιδίου. τι ο, κατ πς λέγουσιν, παλαιοὶ καιρο το Δαβδ κα το Γολιάθ, πέρασαν τελειωτικς. Τώρα εναι μεσημέρι κα θέρος. Τώρα εναι πνοια κα λάβρα. Τώρα εναι καιρς δι δωρ νεαρόν.

φύσι λα τ τέκνα της μ δρα κι’ ν προικίζ,
χ, το νθρώπου πληστι τ δρα μαγαρίζει,
κι’ εἰς τ παζάρια τ γυρν, πραμμάτειες τελαλίζει.