Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Νεαρὸν ὕδωρ



ρκη΄

Νεαρὸν ὕδωρ
(Μεσαιωνικὴ μελλούμενη σκηνὴ)

Ι. Τὸ μεσημέριν ἐκεῖνο ἦτον θέρος, ἦτον ἄπνοια, ἦτον λάβρα. Ἀμὴ ὁ σκουτᾶτος βαρδιατόρος ὁποὺ ἐφύλαττε παρὰ τὴν πύλη τῆς κρήνης, ἀρματώθη τὴν ἁλυσιδωτὴν αὐτοῦ ζάβαν καὶ τὸ βαρὺ σκουτάριον καὶ εἰς τὴν ζωστρὴν ἐπέρασε τὸ τζικούριον καὶ εἰς τὴν χοῦφταν ἔλαβε τὸ κοντάριον κι’ ἐστεκότουν, βλοσυρός, ἔμπροσθεν τῆς πύλης, ὑπὸ τὸν ἥλιον καὶ ἤβραζεν ὡς σιγοβράζει ὁ κάβουρας ἐντὸς τοῦ τσουκαλιοῦ. Καὶ ὕστερον ἐξάνοιξεν συντροφίαν ἀνθρώπων ὁποὺ ἐσίμωσαν πλησίον τῆς πύλης κι’ ἐσταμάτησαν ὀλίγα βήματα πρὸ αὐτοῦ καί, μὲ σταμνία φορτωμένοι, βουβοὶ ἐθώρουν. Καὶ ὁ βαρδιατόρος, σιωπηρός, ἐξέτασεν αὐτοὺς καὶ ἦσαν ἄνδρες δύο καὶ γυναῖκες τέσσαρες καὶ παιδία ἓξ καὶ γέρων εἷς. Καὶ ἐνόμισεν αὐτοὺς πολλὰ ταλαιπώρους καὶ δυστυχεῖς.

ΙΙ. «Τί στέκεστε αὐτοῦ ὠρὲ καὶ δὲν μιλᾶτε; Εἰπέτε ὁποὺ ζητᾶτε, ἀλλιῶς ἀμῆτε τὸν δρόμο σας». Καὶ ὁ γέρων ἐσύρθη πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει του «Λίγο νεράκι δροσερό, παλληκάρι, νὰ ξεδιψάσωμε καὶ νὰ πλύνωμε τὰ σκουτιά μας τὰ λερά, ὁ θεὸς νὰ σ’ ἔχῃ καλά». «Κι’ ἂν μ’ ἔχῃ καλὰ ὁ θεὸς ὠρὲ γέρο τί; Ἐκειὸς ἔνι στοὺς οὐρανούς». Εἶπεν ὁ βαρδιατόρος δείχνοντας μὲ τὸ κοντάριον ὑψηλά. «Σάμπως γνοιάστη ποτές; Κι’ ἐδῶ στὴ γῆς ὁποὺ εἴμεθα θεὸς περνιέται ὁ ἀφέντης». Ἔκρουσε τὸ κοντάριον χαμαί. «Ὅτι σὰν μοῦ ὀργιστῇ, τὸ καλὰ τοῦ θεοῦ δὲν σώνει καὶ χάνομαι. Καὶ γιὰ τὸ νερὸ ποὺ λέγεις, μηνάω καὶ περνᾶτε νὰ γεμίζετε».

ΙΙΙ. Κι’ ἐβρόντηξεν τὸ βαρὺ ῥόπτρον ἐπὶ τῆς ξύλινης θύρας τρίς. Καὶ ἡ θύρα ἄνοιξεν. Κι’ ἐξέβη ἀνήρ, τὸ μὲν θώριν ἔχων ἀρχοντικόν, τὸ δὲ βλέμμα ψυχρόν, ὁποὺ ὁ φύλαξ ἀπεκάλεσεν «δέκαρχον». Καὶ πρῶτον ὁ δέκαρχος ἐτήραξεν αὐτοὺς καὶ δὲν ὡμίλησεν. Καὶ ὕστερον ὡμίλησεν κι’ ἀρωτᾷ τὸν γέροντα «Ἐλόγου σου εἶσαι ὁ φαμελίτης; Πῶς ὀνομάζεσαι;» Καὶ ὁ γέρων ἐπρόφερε τ’ ὄνομα εἰς τὸν δέκαρχο. Καὶ ὁ δέκαρχος ἐπρόφερε τ’ ὄνομα εἰς τὸν βαρδιατόρο καὶ ὥρισεν «Σῦρε, μήνυσε τοῦ γραμματικοῦ νὰ ἴδῃ στὰ κιτάπια του».

ΙΙΙΙ. Κι’ ὡσὰν ἔφυγεν ὁ φύλαξ, ἐκάθισεν ἀνάμεσό τους ἡ σιωπή, ὁ δέκαρχος ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἡ φαμελιὰ ἀπ’ ἐκεῖ. Καὶ ἦτον θέρος καὶ ἄπνοια καὶ λάβρα. Καὶ ἦτον σιωπή. Κι’ ἂν ἡ σιωπὴ ἦτον φῶς, ἤθελε λάμψει ὡς ἥλιος. Κι’ ἂν ἡ σιωπὴ ἦτον σκότος, ἤθελε μελανιάσει ὡς ἄβυσσος. Καὶ ἡ σιωπὴ ἦτον σκότος πυκνὸ καὶ ἄβυσσος ἀσάλευτη καὶ κρημνὸς καὶ χάος. Κι’ ἐγράπωνε τὲς καρδίες τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ἔστεκαν ἐπὶ τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ, κι’ ἐζήτει νὰ παρέλξῃ αὐτὲς ἐντός της. Κι’ ἔπειτα ὁ βαρδιατόρος ἐγύρισεν, ἡ σιωπὴ ἐπαύτη, οἱ λέξεις ἐῤῥάπισαν, ἐβασίλεψεν ἡ ἐλπὶς καὶ ἀνέτειλεν ἡ ἀπελπισία. «Χρεωστεῖ». «Χρεωστεῖ;» «Πολλὰ χρεωστεῖ!» «Δίωξον, δίωξον αὐτούς».

Π. Καὶ ἡ ξύλινη θύρα τοῦ περιβόλου τῆς κρήνης μετὰ βρόντου ἐσφάλισεν. Καὶ τὸ μὲν σκουτάριον τοῦ φύλακος ὑψώθη, τὸ δὲ κοντάριον ἐχαμήλωσεν καὶ ἡ φωνὴ ἀγρίως ἐκέλευσεν «Σὰν κελαρύσουν οἱ παράδες, θὰ κελαρύσῃ τὸ νερό. Ἀμῆτε». Καὶ ὁ γέρων ἐψέλλισεν «Τὸ νερό, παλληκάρι, ἔνι τοῦ θεοῦ». Καὶ τὸ παλληκάριν ἀποκρίθη «Τὸ νερό, γέρο, ἔνι τοῦ ἀφέντου ὁποὺ ἔχει το, μὲ χαρτὶ πίσημον ἀπὸ τὸ δοβλέτι· κι ἂν δὲν σβηστῇ ἀπ’ τὰ τεφτέρια τὸ δόσιμον ὁποὺ χρεωστεῖς, ἀνίμενε καμμιὰ βροχὴ νὰ σὲ ποτίσῃ ὁ θεός σου». Καὶ ὁ γέρων ἀνέκραξεν «Τὸ νερὸ ἔνι τοῦ θεοῦ!» Καὶ τὸ ἀνδράριον ὤθησεν βιαίως αὐτὸν μὲ τὸ σκουτάριον καὶ παραπάτησε κι’ ἐστρώθη καταγῆς. Καὶ οἱ ἄντρες ἔσπευσαν ἵνα σηκώσουν αὐτὸν καὶ οἱ γυναῖκες ὕβριζαν καὶ ὡμιλοῦσαν περὶ «ντροπῆς» καὶ τὰ παιδία ταραγμένα ἔκλαιαν.

ΠΙ. Τὸ δὲ μικρότερον ἀπὸ τὰ παιδία ἐξεκόλλησε λιθαρόπουλον ἐκ τῆς γῆς καὶ ἔῤῥιψεν αὐτό, μετὰ περισσῆς ὀργῆς, κατὰ τοῦ βαρδιατόρου· ἀμὴ ἐκεῖνος εἰς οὐδὲν ἐβλάφτη πάρεξ τοῦ κουδουνίσματος εἰς τ’ αὐτιά του, σὰν ἐβάρεσε τὸ λιθαρόπουλον ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ κασσιδίου. Ὅτι οἱ, κατὰ πῶς λέγουσιν, παλαιοὶ καιροὶ τοῦ Δαβὶδ καὶ τοῦ Γολιάθ, ἐπέρασαν τελειωτικῶς. Τώρα εἶναι μεσημέρι καὶ θέρος. Τώρα εἶναι ἄπνοια καὶ λάβρα. Τώρα εἶναι καιρὸς διὰ ὕδωρ νεαρόν.

Ἡ φύσι ὅλα τὰ τέκνα της μὲ δῶρα κι ἂν προικίζῃ,
ἂχ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἀπληστιὰ τὰ δῶρα μαγαρίζει,
κι’ εἰς τὰ παζάρια τὰ γυρνᾷ, πραμμάτειες τελαλίζει.