Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Οἱ κερασιὲς


Οἱ κερασις

ρμε΄

Στοῦ περβολιο μου τν γωνιά, στο φράχτη μου τν κρη,
φύτεψα δυ κερασιές, δυ χαμν δεντράκια,
ν’ ἀνθ ζευγάριν μμορφιά, ν διπλολουλουδίζ.
Στ’ ἄγουρο χμα πάλεψαν, ν δώσουν πολεμσαν,
κι’ ἡ μι ίζες δν τίναξε κα γληγοροξεράνθη,
κι’ ἡ λλη γοργοφούντωσε κα πρόκοψε κι’ πλώθη.
ταν ξυπνήσ’ νοιξις κα κοιμηθ χειμνας
καὶ σκεπαστον τ’ νθόκλωνα μ ζάλευκο μαγνάδι,
θ’ ἀποθαυμάζουν σε, κυρά, τ’ νθρωπινά μου μάτια.
Μὰ τς ψυχς μου οἱ ὀφθαλμοί, τς φαντασις τ μάτια,
θὰ παρασταίνουν πλάϊν σου κα τν νεκρ δελφή σου,
νὰ στέκ λιοπερίχυτη κα τρισλουλουδιασμένη,
ψέμμα δὲν εναι τ πο νος δύνεται κι’ νασταίνει.