Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Exile



















Ποίημα το Χάρολντ Χρτ Κρέην

Τὰ χέρια μου ἡδονὴ δὲ νιῶσαν ἀπ’ τῶν χεριῶν σου τὸν καιρό,
- ὄχι – μήτε ἀπ’ τὸ «ἔχε γειὰ» γέλιο λευτέρωσαν τὰ χείλη·
καὶ μὲς στὴν μέρα ξεδιπλώνεται τὸ διάστημα τρανὸ
κι’ ἄφωνο μεταξύ μας σάν, τὸν ἀμμωνίτη τὸ κοχύλι.

Κι’ ὅμως, ἡ ἀγάπη ὑπομένει, κι’ ἂς μοναχὴ λιμοκτονῇ.
Περιστεριοῦ φτερὰ κολλοῦνε στὴν καρδιά μου κάθε βράδυ
μὲ τρυφερότη περισσή· κι’ ἂν φθάρη ἡ πέτρα ἡ κυανῆ
στὸ δαχτυλίδι πίστεως, πειότερο λάμπει στὸ σκοτάδι.