Σάββατο 6 Απριλίου 2019

The Prophets’ Paradise – Τὸ φάντασμα




















Τοῦ Ρόμπερτ Γουίλλιαμ Τσέημπερς

Τὸ Φάντασμα τῶν Περασμένων δὲν προχωροῦσε παραπέρα.
     «Ἂν ἀληθεύῃ», ἀναστέναξεν, «ὅτι βρίσκεις σὲ μένα μία φίλη, ἂς ἐπιστρέψουμε μαζί. Θὰ λησμονήσῃς, ἐδῶ, κάτω ἀπὸ τὸν καλοκαιρινὸν οὐρανό».
     Τὴν ἀγκάλιασα σταθερά, ἱκετεύοντας, θωπεύοντας· τὴν ἅρπαξα, χλωμὸς ἀπ’ τὴν ὀργή μου, ὅμως ἐκείνη ἀντιστάθηκε.
     «Ἂν ἀληθεύῃ», ἀναστέναξεν, «ὅτι βρίσκεις σὲ μένα μία φίλη, ἂς ἐπιστρέψουμε μαζί».
     Τὸ Φάντασμα τῶν Περασμένων δὲν προχωροῦσε παραπέρα.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

The Prophets’ Paradise – Ἡ θυσία



















Τοῦ Ρόμπερτ Γουίλλιαμ Τσέημπερς

Ἐπῆγα μέσα σ’ ἕναν λειμῶνα ἀνθέων, τῶν ὁποίων τὰ πέταλα εἶναι λευκότερα τοῦ χιονιοῦ καὶ τῶν ὁποίων οἱ καρδιὲς εἶναι ἀμόλευτο χρυσάφι.
     Πέρα μακριὰ μιὰ γυναῖκα ἀναφώνησεν, «Ἔχω θανατώσει αὐτὸν ποὺ ἀγάπησα!» καὶ ἀπὸ ἕνα δοχεῖο ἔχυσεν αἷμα ἐπάνω στὰ ἄνθη τῶν ὁποίων τὰ πέταλα εἶναι λευκότερα τοῦ χιονιοῦ καὶ τῶν ὁποίων οἱ καρδιὲς εἶναι ἀμόλευτο χρυσάφι.
     Πέρα μακριὰ ἀκολούθησα, καὶ ἐπάνω στὸ δοχεῖο ἀνέγνωσα  χιλιάδες ὀνόματα, ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τὸ φρέσκο αἷμα ἄφριζεν ὣς τὸ χεῖλος.
     «Ἔχω θανατώσει αὐτὸν ποὺ ἀγάπησα!» ἀναφώνησεν. «Ὁ κόσμος διψάει, ἄσ’ τον λοιπὸν νὰ πιῇ!» Προσπέρασε, καὶ πέρα μακριὰ τὴν παρακολούθησα νὰ χύνῃ αἷμα ἐπάνω στὰ ἄνθη τῶν ὁποίων τὰ πέταλα εἶναι λευκότερα τοῦ χιονιοῦ καὶ τῶν ὁποίων οἱ καρδιὲς εἶναι ἀμόλευτο χρυσάφι.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

The Prophets’ Paradise – Πεπρωμένο




















Τοῦ Ρόμπερτ Γουίλλιαμ Τσέημπερς

Ἔφτασα στὸ γιοφύρι ὅπου ὀλίγοι μποροῦν νὰ διαβοῦν.
     «Διάβαινε!» ἀναφώνησεν ὁ φύλακας, ὅμως γέλασα, λέγοντας, «Ὑπάρχει χρόνος;» κι’ ἐκεῖνος χαμογέλασε καὶ σφράγισε τὶς πύλες.
     Στὸ γιοφύρι ὅπου ὀλίγοι μποροῦν νὰ διαβοῦν ἔφτασε νεολαία καὶ γερουσία. Ἀπεῤῥίφθησαν ἅπαντες. Βαριεστημένα στάθηκα καὶ τοὺς καταμετροῦσα, μέχρις ὅτου , ἀποκαμωμένος ἀπὸ τὴν ὀχλοβοὴ καὶ τοὺς θρήνους τους, πλησίασα πάλι τὸ γιοφύρι ὅπου ὀλίγοι μποροῦν νὰ διαβοῦν.
     Ὅσοι ἀπὸ τὸ πλῆθος ἦσαν πέριξ τῶν πυλῶν ἐστρίγγλισαν, «Ἐτοῦτος ἔρχεται ἀργοπορημένος!» Ὅμως γέλασα, λέγοντας, «Ὑπάρχει χρόνος».
     «Διάβαινε!» ἀναφώνησεν ὁ φύλακας καθὼς ἔμπαινα, κι’ ἔπειτα χαμογέλασε καὶ σφράγισε τὶς πύλες.

Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

The Prophets’ Paradise – Τὸ πλῆθος




















Τοῦ Ρόμπερτ Γουίλλιαμ Τσέημπερς

Ἐκεῖ, ὅπου τὸ πλῆθος ἦταν πυκνότερο στὸν δρόμο, στάθηκα μὲ τὸν Πιερότο. Ὅλων τὰ βλέμματα ἦσαν στραμμένα ἐπάνω μου.
     «Τί βλέπουν τάχα καὶ γελοῦν;» Ῥώτησα, ὅμως ἐκεῖνος χαμογέλασε πλατιά, ξεσκονίζοντας τὴν κιμωλία ἀπὸ τὸν μαῦρο μου μανδύα. «Ἀδυνατῶ νὰ καταλάβω, θὰ πρέπῃ νὰ εἶναι κάτι κωμικό, ἕνας τίμιος κλέφτης ἴσως!»
     Ὅλων τὰ βλέμματα ἦσαν στραμμένα ἐπάνω μου.
     «Σὲ ξαλάφρωσε ἀπὸ τὸ πουγκί σου!» ἐγέλασαν.
     «Τὸ πουγκί μου;» Ἀναφώνησα, «Πιερότε – βοήθεια! εἶναι πράγματι κλέφτης!»
     Ἐγέλασαν: «Σὲ ξαλάφρωσε ἀπὸ τὸ πουγκί σου!»
     Τότε ἡ Ἀλήθεια προχώρησε μπροστά, βαστῶντας ἕναν καθρέφτη. «Ἂν εἶναι ἕνας τίμιος κλέφτης», ἀναφώνησεν ἡ Ἀλήθεια, «ὁ Πιερότος θὰ τὸν ἀνακαλύψῃ μὲ τοῦτον τὸν καθρέφτη!» ὅμως ἐκεῖνος χαμογέλασε πλατιὰ μονάχα, ξεσκονίζοντας τὴν κιμωλία ἀπὸ τὸν μαῦρο μου μανδύα.
     «Βλέπεις», εἶπε, «ἡ Ἀλήθεια εἶναι ἕνας τίμιος κλέφτης, σοῦ ἐπιστρέφει τὸν καθρέφτη σου».    
     Ὅλων τὰ βλέμματα ἦσαν στραμμένα ἐπάνω μου.
     «Συλλάβετε τὴν Ἀλήθεια!» Ἀναφώνησα, λησμονῶντας πὼς δὲν ἦταν καθρέφτης ἀλλὰ πουγκὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἔχασα, ἐνῷ στεκόμουν μὲ τὸν Πιερότο, ἐκεῖ, ὅπου τὸ πλῆθος ἦταν πυκνότερο στὸν δρόμο.

Τρίτη 2 Απριλίου 2019

The Prophets’ Paradise – Ὁ γελωτοποιὸς




















Τοῦ Ρόμπερτ Γουίλλιαμ Τσέημπερς

«Ἦταν ὡραία;» Ῥώτησα, ἀλλὰ κρυφογέλασε μόνον, ἀκροαζόμενος τὰ καμπανάκια ὅπου κουδούνιζαν ἐπάνω στὸν σκοῦφο του.
     «Μαχαιρωμένη», χαχάνισε. «Ἀναλογίσου τὸ μακρυνὸ ταξείδι, τὶς ἡμέρες τοῦ κινδύνου, τὶς φριχτὲς νύχτες! Ἀναλογίσου πῶς περιπλανήθηκε, γιὰ χάρι της, χρόνο μὲ τὸν χρόνο, διαβαίνοντας τόπους ἐχθρικούς, λαχταρῶντας οἰκογένεια καὶ φίλους, λαχταρῶντας ἐκείνη!»
     «Μαχαιρωμένη», χαχάνισε, ἀκροαζόμενος τὰ καμπανάκια ὅπου κουδούνιζαν ἐπάνω στὸν σκοῦφο του.
     «Ἦταν ὡραία;» Ῥώτησα, ἀλλὰ γρύλλισε μόνον, μουρμουρίζοντας στὰ καμπανάκια ὅπου κουδούνιζαν ἐπάνω στὸν σκοῦφο του.
     «Τὸν φίλησε στὴν πύλη», χαχάνισε, «ὅμως στὴν αἴθουσα τὸ καλωσόρισμα τοῦ ἀδελφοῦ του τὸν ἄγγιξε κατάκαρδα».
     «Ἦταν ὡραία;» Ῥώτησα.
     «Μαχαιρωμένη», κρυφογέλασε. «Ἀναλογίσου τὸ μακρυνὸ ταξείδι, τὶς ἡμέρες τοῦ κινδύνου, τὶς φριχτὲς νύχτες! Ἀναλογίσου πῶς περιπλανήθηκε, γιὰ χάρι της, χρόνο μὲ τὸν χρόνο, διαβαίνοντας τόπους ἐχθρικούς, λαχταρῶντας οἰκογένεια καὶ φίλους, λαχταρῶντας ἐκείνη!»
     «Τὸν φίλησε στὴν πύλη, ὅμως στὴν αἴθουσα τὸ καλωσόρισμα τοῦ ἀδελφοῦ του τὸν ἄγγιξε κατάκαρδα».
     «Ἦταν ὡραία;» Ῥώτησα, ἀλλὰ γρύλλισε μόνον, ἀκροαζόμενος τὰ καμπανάκια ὅπου κουδούνιζαν ἐπάνω στὸν σκοῦφο του.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

The Prophets’ Paradise – Τὸ πράσινο δωμάτιο




















Τοῦ Ρόμπερτ Γουίλλιαμ Τσέημπερς

Ὁ Κλόουν ἔστρεψε τὸ πουδραρισμένο του πρόσωπο πρὸς τὸν καθρέφτη.
     «Ἂν τὸ νὰ εἶσαι ἀνοιχτόχρωμος σημαίνῃ νὰ εἶσαι ὄμορφος», εἶπε, «ποιός νὰ συγκριθῇ μαζί μου μὲ τὴν λευκή μου μάσκα;»
     «Ποιός νὰ συγκριθῇ μαζί του μὲ τὴν λευκή του μάσκα;» Ἐγύρεψα τοῦ Θανάτου δίπλα μου.
     «Ποιός νὰ συγκριθῇ μαζί μου;» εἶπεν ὁ Θάνατος, «ὅτι ἀκόμη κι’ ἔτσι εἶμαι λευκότερος».
     «Εἶσαι πολὺ ὄμορφος», ἀναστέναξεν ὁ Κλόουν, ἀποστρέφοντας τὸ πουδραρισμένο του πρόσωπο ἀπὸ τὸν καθρέφτη.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

The Prophets’ Paradise – Τὸ δοκίμι τῆς ἀγάπης




















Τοῦ Ρόμπερτ Γουίλλιαμ Τσέημπερς

«Ἂν ἀληθεύῃ πὼς ἀγαπᾷς», εἶπεν ἡ Ἀγάπη, «τότε μὴν περιμένῃς πλέον. Δώρισέ της τοῦτα τὰ πετράδια ποὺ θὰ τὴν ἀτιμάσουν καὶ ὁμοίως θ’ ἀτιμάσουν ἐσένα στὸ ν’ ἀγαπᾷς μιὰν ἀτιμασμένη. Ἂν ἀληθεύῃ πὼς ἀγαπᾷς», εἶπεν ἡ Ἀγάπη, «τότε μὴν περιμένῃς πλέον».
     Ἐπῆρα τὰ πετράδια καὶ ἦρθα σ’ ἐκείνην, ὅμως τὰ ποδοπάτησε, κλαίγοντας μὲ λυγμούς: «Δίδαξέ με νὰ περιμένω – Σ’ ἀγαπῶ!»
     «Τότε περίμενε, ἂν ἀληθεύῃ», εἶπεν ἡ Ἀγάπη.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Τὸ φανάρι


Τὸ φανάρι

σλγ΄

Χλωμὸ φανάρι μ’ ἔμαθε, μὲς στὰ χειμέρια σκότη,
καθὼς τὸ φῶς θαμπόχυνε πρὸς τ’ ἄστρη ποὺ ἀχνοτρέμαν,
πὼς εἶν’ τὸ κάλλος δῶ στὴ γῆ μὲ τ’ οὐρανοῦ πλεγμένα
κι’ ὅποιου τὰ μάτια τ' ἀκλουθοῦν θὰ βγοῦν στὸ καστροπόρτι.

Κι’ ὅπως θωρῶ τὴν ἑλικιὰ τῆς ποθοαγαπημένης,
πελάγη μάτια, χείλη αὐγές, κορμὶ λιόβρεχτος κῆπος,
μὲ φέγγει ὥσμε τὰ τρίσβαθα κι’ ἀνερωτιέμαι μήπως
τὸ καστροπόρτι ξαναβρῶ θείας ἐμμορφιᾶς χαμένης.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Ἀστροστὰν


Ἀστροστὰν

σλβ΄

Πύλη σιδεροξύλινη κι’ ἡ ἁψιδωτή της κόγχη·
βαρδιᾶνος στάθη, ἀπάγκιασε κι’ ὁλονυχτὶς ποὺ βρέχει,
τὰ λιθοδρόμια πάντερμα, μήτε σκιὰ τοῦ κλέφτη,
ἀνάβει τὸ τσιμπούκι του κι’ ἀπίθωσε τὴν λόγχη.

«Ἀλλόκοτο μὰ ἡ βροχή, ποὺ τ’ ἄστρ’ ἀπόψε κρύβει,
μὲ μάγια νεροκέντητα χύνει στὸ νοῦ ἀστροκόσμους,
φωτιᾶς μελίσσια ῥιγηλά, πυῤῥοὺς στὰ χάη θρόνους,
κι’ ἐκεῖθ’ ἀγείρει ἄλλες ζωὲς καὶ τὴν ἐδῶ μᾶς νίβει».

Στὸ πυργοκέλλι ὁ μάγος Δὰν
θωρεῖ στὴν σφαῖρα τὸ Ἀστροστάν,
κι’ ὁ δίκηος τοῦ χωριοῦ κριτὴς
καλπάζει στ’ ἄστρη μὲ χασίς.

Τὸ ῥόπτρο βαριοχτύπησε, τοὺς ῥεμβασμοὺς σκορπάει,
τοῦ περβολάρ’ ἡ ἅμαξα φαίνεται ἀπ’ τὸ πορτάκι.
«Καλὴν ἡμέρα» ὁ ἄνθρωπος, χλιμίντραε τ’ ἀλογάκι,
«Φρέσκια πραμμάτειαν ἔχω σας», κι’ ἡ πρώτη ἀχτῖδα σκάει.

Πλέει στὰ σανδύκια ὁ μάγος Δὰν
γεμᾶτος δῶρα τοῦ Ἀστροστάν,
τὸν μόσχο εὐφραίνετ’ ὁ κριτής,
κῦμα τῆς νοτερῆς αὐγῆς.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Τριέσπερον ἐρωτικὸν


Τριέσπερον ἐρωτικὸν

σλα΄

Τὸ δῶμα θαμποσκοτερόν, ἀντίκρυ κλίνη σιδηρᾶ,
στὸ σανιδένιο πάτωμα τρίκερο κανδηλέρι·
δῶ πολυθρόνα παληακή, ξανθὸς ἄγουρος στὰ δεξιά,
μελανοχαίτης στὰ ζερβά, μὲ βλέμμα μαῦρο ἀστέρι.

Πανώρηα στὸ θρονὶ κυρά, λυσίκομη γυμνὴ γυνή,
ποὺ προσωπίδα ἐφόραγεν ἀρχαίας τραγῳδίας·
κι’ ἀνέγνωθε τελεστικά, διάβαζ’ ὠχρὴ περγαμηνή,
κι’ ἀνάγγελνε κελεύσματα κι’ ὁδοὺς μυσταγωγίας. 

«Πρῶτος ὁ ἄντρας πό ’ρχεται στὴν κλίνη θὰ μὲ κοιμηθῇ,
ξανθό μου ἀγόρι, Ἔρωτα, θὰ σὲ δεχτῶ κατόπι,
μελανοχαίτη, Θάνατε, τὴν τρίτη νύχτ’ ἀνέβα ἐσύ,
οὕτως ἀρχῆθεν ὥρισαν τῆς φύσεως οἱ τρόποι».

Ὁ Ἔρως σκιάχτη ὡς ἄκουσε, στράφη στὸν τοῖχο τὸν ὁγρό,
κόλλησε τὲς παλάμες του, κρεμᾷ τὴν κεφαλή του.
«Ἀβάσταγος ὁ ἐρχόμενος, μὲ βιάζει φρίκη νὰ θωρῶ,
σιχαίνομαι τὴν ὄψι του, σκορπιέμαι στὴν φωνή του».

Ὁ Θάνατος γονάτισε, πλάτη στὸν τοῖχο τὸν ὁγρό,
κρύπτει μὲς στὲς παλάμες του τὴν ὄρφνη τῶν ματιῶν του.
«Ἀνήλεος ὁ ἐρχόμενος, μὲ βιάζει πόνο νὰ γεννῶ,
κι’ ἂς θεραπεύω τοὺς νεκρούς, οἱ ἐζῆσαν τρόπαιό του».

Τὸ πάτωμα τρίζει βαριὰ κι’ ἐφάνη ὁ πρῶτος ἐραστής,
στὴν κλίνη τὴν ὡδήγησε χαλύβδινη ἀγκάλη·
ἀγκομαχοῦσε, ἀλάλαζε, δεινὸς δακρύων θεριστής,
ἐχτύπα, ἐγεύτη ἀχόρταγος, τῆς μάτωσε τὰ κάλλη.

Κι’ ἐνῷ τρεῖς νύχτες τὴν Ζωὴ κοιμήθη ὁ Πόλεμος σκληρά,
τοῦ μαυροχαίτη, τοῦ ξανθοῦ ἔκραζ’ «Ἐλέησέ με»,
- Ἔρωτα, ἐθώραγες ἀλλοῦ, Θάνατ’, ἐθρήνας στὰ βουβά -
τοῦ ἑνὸς «Τέλος» ἱκέτευε, τοῦ ἄλλου «Ἀνάστησέ με».