Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Dreamland













Ποίημα τοῦ Λιούις Κάρολ

Ὁμίχλες μεσονύχτιες σὰν πλανῶνται
κι ὅλα στὴ χώρα μέσα πιὰ κοιμῶνται,
οἱ κραταιοὶ νεκροὶ βαδίζουν γύρω
κι ἀργὰ μὲ προσπερνοῦν.

Ἅγιους, ἰδές, σοφοὺς καὶ ἀντρειωμένους
πῶς πέρ’ ἀπὸ καιροὺς ἀφανισμένους,
μ’ ὕφος ἱερατικό, βαρὺ τὸ βῆμα,
προβάλλουν, προσπερνοῦν.

Τ’ αὔγασμα στοῦ μεσημεριοῦ τὴν δόξα,
τὸ μούχρωμα, τ’ ἀχνὰ ἁπαλά του φῶτα,
γητεύουν τὴν ματιὰ μὰ θὲ νὰ σβήσουν,
νὰ σβήσουν νὰ χαθοῦν.

Μὰ ἐδῶ, στοῦ ὀνειρότοπου τὴν μέσι,
διαγουμιστῆ τὸ χέρι δὲν θὰ πέσει,
οἱ ὡραῖες ὀπτασίες ἡ σπάνια λάμψις
ποτὲ δὲν θὰ χαθοῦν.

Θωρῶ τοὺς ἴσκιους πέφτουν, μεγαλώνουν,
τοῦ παλαιοῦ οἱ μορφὲς ἀναβιώνουν;
Οἱ κραταιοὶ νεκροὶ βαδίζουν γύρω
κι ἀργὰ μὲ προσπερνοῦν.

Φωτογραφία: Oscar Gustave Rejlander

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου