Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Aladdin













Ποίημα τοῦ Τζαίημς Ράσσελ Λόουελ

Μικρὸς σὰν ἤμουν πάμφτωχο ἀγόρι,
κ’ ἐζοῦσα σ’ ἕνα κάθυγρο κελλάρι,
δὲν εἶχα φίλο, μήτε καὶ παιχνίδι,
ἂμ εἶχα τοῦ Ἀλαδίνου τὸ λυχνάρι.
Σὰν ἄγρυπνος κρατιόμουν γιὰ τὸ ψῦχος
ἔκαιγα, μὲς στὸ νοῦ, φωτιὰ πλουσία,
κ’ ἔχτιζα, χρυσοσκέπαστα, δικά μου
πανώρια κάστρα, ἐκεῖ, στὴν Ἰσπανία.

Πάει καιρός, μόχτησα νύχτα μέρα
κι αὐγάτισα παράδες, δύναμι ἔχω,
μὰ ὅλους τοὺς ἀργυροῦς μου λύχνους δίνω
γιὰ ἐκεῖνον ὁποὺ πλέον δὲν κατέχω.
Λάβε ἀπὸ μένα, Τύχη, ὅ,τι διαλέξεις…
πλούτη ὅπως φέρνεις φέρνεις καὶ πενία·
ὅ,τι κι ἂν χάσω δὲν θὰ μὲ πονέσει,
κάστρα δὲν ἔχω, πιά, στὴν Ἰσπανία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου