Λύρνα
σκδ΄
Κεῖται
μιὰ λίμνη * στὸν ἐρυθρὸ πλανήτη·
ὄχ’
ὑπογείως, * κάτω ἀπ’ τοῦ ἡλιοῦ τὴν σκῆτι
μονάζουν
στὸ φῶς * τὰ σκοῦρα ὕδατά της.
Κεῖ
ξαπόστασα, * στὴ νεκρωμένη ὀχθιά της,
ἀναμετρῶντας
* τῆς γῆς τὴν μαύρη μοῖρα.
Καὶ
μὲς στ’ ὄνειρον * τὸ μήνυμα μοῦ ἐδόθη
πὼς
τὴν γυρεύουν, * ποθοῦν τὰ μυστικά της.
Μόλις
στῆς ὀχθιᾶς * σταθοῦν τὴ νέρινη ὄψι,
ναί,
τὸ μυστικὸ * τῶν μυστικῶν θὰ εὕρουν,
-
κι’ ἐκεῖ κι’ ἀλλαχοῦ * καὶ εἰς τὸ πᾶν ἀκέρηον -
τὸν
ἑαυτό τους * ποὺ ἀναμετρᾷ τὴν μνήμη.
Ἄλλο
δὲν θὰ βροῦν, * κι’ εἶναι ἁπλῶς μιὰ λίμνη
ὅπου
θώρησα * στὰ νήνεμα νερά της
τοῦ
θνητοῦ λαοῦ * τὴν πολύπικρη πεῖρα.
Μοῦ
ἐγνώρισε * στ’ ὄνειρον τ’ ὄνομά της,
Λύρνα
τὴν καλοῦν, * τὴν ὀνομάζουν Λύρνα.




