Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Ἡ φεγγαροντυμένη


Ἡ φεγγαροντυμένη

σκβ΄

Στὸν Θεοδόση Βολκὼφ

Στ’ ἀρχαίου ῥημαδοκάστρου τὸν ἀγριότοπο
ν’ ἀκουρμαστῇ, πλανιέται, τὰ φαντάσματα,
κι’ ἀπάνω εἰς χλόη κυκλολιθοπερίκλειστη
θωρεῖ ἐγδυμνὸ κορίτσι κι’ ἀνακάθεται·
στ’ ἄργυρον φεγγαρόφως πλέει κατάλουστη,
μυστῶν τραγούδι λέει, λὲς σκάρο τῶν στοιχειῶν.
Τρομάζει γι’ ἀνεράϊδα, σκιάχτη ἀερικόν,
ἔρως κι’ ἁγνότης τὴν περζώνουν σύγκορμη,
δὲν εἶν’ πλάσι ἀλλοκόσμου, ὁμοιάζει σάρκινη,
ἀνθρώπου κόρη καὶ φεγγαρολούζεται.
Θαῤῥεύει ὁ ἄγουρος καὶ φανερώνεται,
λαφιάζει ἡ ἐγδυμνή, γοργοσηκώνεται
κι’ ὅσο τήνε ζυγώνει ὀπισωπατεῖ,
στὰ πόδια της προσπέφτει, τὰ γλυκοφιλεῖ,
κείνη κάμνει νὰ φύγῃ, μεταμέλεται…
(Στὰ βύθη τῆς ματιᾶς του λύκος κι’ ἔτρεχε
σὲ δρογγεμμένα δάση, ἐρήμους ἄνυδρες,
περγιάλια ζαχαρένια, χιόνι’ ἀπάτητα,
ῥηγᾶτα νεραϊδένια κι’ ὀνειρόκηπους,
σὲ τσιμεντένια χάη, πολέμους, μνήματα,
σὲ γένη μαντεμένια καὶ πανσίδηρα,
μὲς στὸν λειμῶνα τοῦ ᾅδη, κάτω ἀπ’ οὐρανοὺς
γαλάζιους, πορφυροῦς, μαύρους κι’ ἀστρόσπαρτους.
Δίχως ἀναπαημὸν ἔτρεχε, ἀείπλανος,
τοῦ ἀρχῆθεν Κάλλους τὸν ντορὸ γυρεύοντας.)
…κι’ ἀχνά, δειλοσκοπῶντας, τοῦ χαμογελᾷ,
τὸ χέρι τοῦ κρατεῖ κι’ ὀρθοστυλώνει τον,
τὸν δρόμο ἀναφεγγίζει τοῦ αἰώνιου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου