Ποίημα τοῦ Ρόμπερτ Ἔρβιν Χάουαρντ
Ἐφάνη ὀμπρός μου Ἄνθρωπος, κι’ ἤτανε βράδυ θερινό,
ὡς κάτω ἀπ’ τ’ ἄστρη ὁλάκερος ὁ κόσμος ἐσιωποῦσε,
κι’ ἡ μήνη ἀπόκοσμα ῥαβδιὰ στὴν κάμαρη ἐσκορποῦσε.
Ὑπαινιγμοὺς ψιθύρισεν γι’ ἀνόσιο θώρι, ἐξωτικό·
ἀκολουθῶ – κι’ εἰς κύματα ἀπὸ ἕνα φῶς φασματικὸ
μὲς στῆς ψυχῆς μου τὶς στιλπνὲς σκάλες ἀνωτραβοῦσα
ποὺ ἀράχνες κεῖ φεγγαρωχρές, μ’ ὄγκο δρακῶν, γλιστροῦσαν
– σκοροειδεῖς τρανὲς μορφές, πό ’χαν φτερὰ μ’ ἀχνὸ λευκό.
Ἀνὰ τὸν κόσμο φύσημα παγοβουτιοῦ ἀνακινεῖ
λίμνες μ’ ἀχλὲς ποὺ ἔστεφαν τῆς ψευδαυγῆς οἱ λάμψεις·
ῥοδόχρους λαμποκόπησεν τοῦ ὁρίζοντος ὁ μιναρές·
ξυπνῶ ἐν φόβῳ, κι’ ἔπειτα μὲ ἱδρῶτες κι’ αἵματα μαθές,
σφυρηλατῶ ὀνείρων μου τὶς σιδηρὲς ὑφάνσεις,
κι’ ἔπλασα δίχτυ ἀπ’ αὐτὲς νὰ πιάσω τὸ φεγγάρι ἐκεῖ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου