Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Στὸν Κωνσταντῖνο Ἐρρίκο Σκάρφιλντ


Στὸν Κωνσταντῖνο Ἐρρίκο Σκάρφιλντ

ρνα΄

Γδέρνει ἀπόψε ὁ ἄνεμος, φραγγέλι ξεσαρκώνει,
μὲς στὸ θαμπὸ πυργοκελλὶ τάβλα καὶ καντηλέρι·
πάνω σὲ φύλλο κίτρινον ἄλικους στίχους στρώνει
τοῦ ἀστραπομμάτη γέροντα τὸ σκεβρωμένο χέρι…

«Σήμερον ηὗρε ὁ Χάροντας τὸν μικροκωνσταντῖνο.
Κελτογραικὸς γεννήθηκεν, φιλόχριστος βαπτίστη·
καλῶς στὴν βίγλα ἐβίγλισε καὶ ἄξιον τόνε κρίνω,
δὲν βρέθη στ’ ἄρματ’ ἀχαμνός, μήτε λειψὸς στὴν πίστι.

Τὴν πρᾶξι ἐγὼ βεβαίωσα, ὁ κήνσωρας τοῦ αἰῶνα,
μὲ τὴν μελάνη τοῦ αἵματος, μὲ τῆς φωτιᾶς τὴν πέννα·
στ’ ἀρχαῖο βιβλίο τῆς ἀντρειγιᾶς ποὺ ἀλλάζω μύρια χρόνια
τοῦ λάβρου ἀντρὸς τὸν πεθαμὸ μὲ τοῦ ἥρωα τὴν γέννα».

Κι’ ἔπειτα ἡ βίβλος ἔκλεισε καὶ ὁ γέρων ξεθωριάζει,
σπιλιάδα πνέει μὲ σουριγμόν, σὰν βέλος παγωμένο·
τὸ καντηλέρι ἐκάπνισε καὶ ὁ πύργος σκοτεινιάζει
καὶ τὸ δρολάπι «Ἀθάνατος!» δέρνεται λυπημένο.