Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Τὸ ὄνειρον τοῦ πατισὰχ

ριη΄

Τὸ νειρον το πατισχ

Ξημέρωμα, φθινόπωρον καὶ βράδυ τοῦ Σεπτέμβρη
καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις σὰν ζωγραφιὰ κοιμᾶται.
Κοιμοῦνται τ’ ἀρχοντόσπιτα κι’ οἱ φτωχομαχαλλάδες,
κοιμοῦνται τὰ πολλὰ τζαμιὰ ποὺ οἱ χότζες ντελαλίζουν,
καὶ τοῦ Βοσπόρου τὰ νερὰ τ’ ἀστέρια καθρεφτίζουν.
Κοιμοῦνται κι’ ὅλοι οἱ αὐλικοὶ μὲς στὸ γενὶ σεράϊ,
μὰ ὁ σουλτᾶνος ὁ Μεμέτ, στοιχειό, δὲν γαληνεύει.
Τρὶς σφάλισεν τὰ βλέφαρα καὶ τρὶς χλωμὸς πετάχτη·
τὴν μιὰ πετάχτη σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
τὴν τρίτη ἀσκώθη κάτασπρος, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι.
Ξύπνησε ἡ Ῥεθυμνιώτισσα ποὺ ἀγγελικὰ κοιμότουν
κι’ ἀνασηκώθη πλάϊν του, τὰ στήθη γυμνωμένα:
«Σουλτᾶνε μου τί τρώγει σε καὶ τί σὲ κατατρέχει;
Ποιοί ὀνειροδαίμονες σκληροὶ τὸν ὕπνο σοῦ ξορίζουν
καὶ μιὰ πετιέσαι σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος τὴν ὑστερνή, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι;
Ξήγα μου ποὺ ὀνειρεύεσαι, κομμάτι ν’ ἀλαφρώσῃς».
Καὶ ὁ σουλτᾶνος ξήγησιν κινάει ἀλαφιασμένος:
«Εἰς τόπον ἄγριο κι’ ἄξενο μονάχος περπατοῦσα,
κλεισούραν ἀνεγνώριστη, παντέρημον δερβένι,
καὶ μ’ ἔτρωγ’ ἡ κουφόβρασις καὶ τὸ συννεφοκᾶμμα.
Χορτάρια κεῖ δὲν χλόϊζαν κι’ ἀνθοὶ δὲν εὐωδοῦσαν,
δέντρη δὲν ἡσκιοδρόσιζαν, αὖρες δὲ κρυοφυσοῦσαν,
γύρω ἁψηλὲς βραχοπλαγιές, τρόχαλοι καὶ στουρνάρια,
κι’ ἐπέρνα φιδογυριστὰ μιὰ φαγωμένη στράτα,
ὅλον μ’ ἀγκάθι στὶς ὀχθιές, λιθόστρωτο στὴ μέσιν.
Δὲν ξεύρω κεῖ ποὺ στέκομουν ὥρα νὰ λογαριάσω,
κι’ ἀλλιῶς ὁ χρόνος περπατεῖ κι’ εἰς τ’ ὄνειρον κυλάει,
κι’ εἶδα ἱππότη καὶ σπαχὴ καὶ μαῦρον καβαλλάρη
κι’ ἦτον ὡσὰν νὰ ἐκέντρισε σκορπιὸς μὲς στὴν καρδιά μου.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
καὶ πλειότερον ποὺ ζύγωνε, κλεφτὰ συχνοτηροῦσα,
κι’ ὅσο τὸν καλοξέταζα, βαριὰ σεκλετιζόμουν.
Κοντάριν ἐκουβάλαγεν, μαῦρο πανὶ δεμένον,
μαῦρα σκουτιὰ ἐφόραγεν, μαῦρα καὶ τὰ χειρόκτια,
μαῦρο καὶ τὸ ζωνάριν του, μαῦρα καὶ τὰ τζεγκιά του,
κι’ ἡ ζάβα εἰς τὸ στῆθος του δαχτυλιδοϋφασμένη,
μὲ δαχτυλίδια ἀνθρωπινὰ χρυσαλυσοπλεγμένη.
Κι’ ἡ κάππα του πηχτὸς καπνός, διαβολεμμένη ἀσβόλη,
σὰν τὴ νυχτιὰν ἐπλάκωνε τοῦ μαύρου τὰ καπούλια,
κι’ εἰς τόπο ἀπάγκειο ἀνέμιζεν καὶ ζωντανὴ ἐκυμάτει.
Κι’ ὁ μαῦρος του κατάφραγος, χαλκοφολιδωμένος,
χαλκοντυμένο κούτελον, χαλκοντυμένο στέρνο,
μαῦρο τουφὶ στὴν κεφαλή, μαῦρο τουφὶ γιὰ γένι,
τριπόδιζε ἀκαπίστρωτος κι’ ἀγριωπὸς χλιμίντρα,
κι’ ἐξέρναγεν τὰ χνῶτα του παγοκρουσταλλωμένα,
κι’ ἀπὸ τὸ πεταλόκρουσμα σειόταν ἡ λιθοστράτα.
Τ’ ἀλλόκοτο κασσίδιν του, στραφταλιστό, χαλκᾶτον,
μορφὲς θεργιῶν παράσταινε καὶ προτομὲς μιμότουν,
καὶ τὴν μορφὴ ποὺ ἐθώρας μιᾶς, δεύτερη δὲν φαινότουν.
Κι’ ἐτήραες ληοντοκεφαλή, τάχατες ποὺ βρυχᾶται,
καὶ λύκον ὅπου ξάσπριζε τὰ δόντια λυσσιασμένος,
ἀητόν, κυνηγογέρακα, κουφαροβόρο ἀγιοῦπα,
καὶ τράγο στριφτοκέρατον, κάπρον μὲ χαυλιοδόντες,
ῥῆσον καὶ ταυροκεφαλὴ καὶ δράκο ἀγκαθοχαίτην,
κι’ ἄλλα λογιῶν ποὺ σ’ ἔφερναν σύγκρυο καὶ κομμάρα.
Κι’ ἦτον ῥιχτὸ εἰς τὴν πλάτη του ξυλόφραγο σκουτάριν,
μαυρόθωρον, μυγδαλωτό, χαλκοστεφανωμένο,
μ’ ὀχιὰν ποὺ πτέρνα ἐδάγκωνε χρυσοζωγραφισμένο.
Κι’ ἐκρέμονταν, παράμηρα, εἰς σκαλιστὸ θηκάριν,
ἡ σπάθα του ἡ φαρμακερὴ καὶ ἡ γερτὴ κοπίδα,
στὴν σέλλα τὸ βαρδούκιν του, τ’ ἀκιδωτὸ ῥαβδίν του,
σαγιτοφόρο κούκκουρον κι’ ἀνέσπλαχνο δοξάριν.
Κι’ ἐχρύσιζεν ἡ ἀρματωσιὰ κι’ ἀνέμιζαν τὰ μαῦρα,
σὰν μαυρονέρης ποταμὸς μὲ χρυσαφένιο κῦμα.
Ξάφνου τοῦ μαύρου ψιθυρᾷ κι’ ὁ μαῦρος κοκκαλώνει,
κι’ εἰς τὰ τρογύρα ἐβίγλιζεν κι’ ἀγνάντευε κι’ ἐρεύνα,
κι’ ὡμοιάζασιν τὰ μάτια του χρονῶν μύριων μυριάδων,
κι’ ὡς στράφη καὶ μ’ ἐκάρφωσαν, ῥουφῆξαν τὴν ψυχή μου
καὶ ἡ φωτιά των μ’ ἔκαψε κι’ ἔμειν’ ἀποκαΐδια.
Κι’ ὡς στάθη καὶ μ’ ὡμίλησεν τὸ θάῤῥος μου ἐστραγγίστη
κι’ ἦρθεν στὸν νοῦ μου σκοτεινιά, στὸν κόρφο πλακωμάρα.
-Χαῖρε σουλτᾶνε κυνηγέ, χαλίφη, πατισάχ μου!
Πῶς ξέκοψες τοῦ δρόμου σου, γυρνᾷς στὴν γειτονιά μου;
-Ξένε, σὰν πῶς γνωρίζεις με, καλεῖς τὰ ὀνόματά μου;
Μὴν εἶσαι ῥῆγας ἢ ἀμηρᾶς, γιὰ μπέης μὴν περνιέσαι;
-Δὲν εἶμαι ῥῆγας κι’ ἀμηρᾶς καὶ μπέης δὲν περνιέμαι,
μὸν σὰν κι’ ἐσένα κυνηγῶ καὶ κυνηγὸς λογιέμαι.
Δὲν κυνηγῶ δασῶν θεργιά, μηδὲ βουνῶν ἀγρίμια,
μὸν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνομαι κι’ ἀνθρώπους ξολοθρεύω,
κόβω τους, κονταρίζω τους, βαρῶ τους καὶ σαϊτεύω,
νεκρὰ τομάρια παρατῶ καὶ τὶς ψυχὲς ἁρπάχνω,
στὰ ὑπόγεια βιλαέτια μου, κλαιάμενες, τραβῶ τες,
κι’ εἰς τὰ σφερδουκλολείβαδα μολνῶ τες καὶ βοσκοῦσιν,
κι’ οὐδεὶς ἐσώθη οὐδέποτες, τοῦ κυνηγοῦ νὰ φύγῃ,
κι’ ἀπείτις ξεδιαλέξω τον, δὲν δύνεται νὰ γλύσῃ.
Κι’ ἐγὼ τότες ἀνέμυαλος, ἀνόγητα τοῦ κρένω:
-Κι’ εἰς ποῖο δάσος ἔτρεχες, εἰς ποιό βουνὸ ἐκυνήγας;
Κι’ ἂν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνεσαι κι’ ἀνθρώπους ξολοθρεύῃς,
θαῤῥῶ ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ κυνήγιν δὲν θὰ εὕρῃς,
κι’ ὥρα πολλὴ περιγυρνῶ κι’ ἄλλο ἄνθρωπο δὲν εἶδα.
-Σήμερον ἐκυνήγησα τὰ πειὸ καλὰ κυνήγια!
Δὲν ἐκυνήγουν στὰ βουνά, δὲν ἔτρεχα στὰ δάση,
μὸν στὶς ἁπλάδες κάλπαζα, στὸν κάμπον τῆς Βιέννης,
ποὺ ἦτον μιλιούνια ἡ Τουρκιά, Τατάροι κι’ Ὀθωμᾶνοι,
ποὺ ἦτον καὶ Καρὰ Μουσταφᾶς, ὁ μέγας σου βεζύρης.
Μὲ τοὺς Ἀψβούργους μάχονταν, τοὺς πολυπαντρεμμένους,
καὶ τὸ καστρὶ τοὺς ἔκλειναν καὶ τὸ στενοχωροῦσαν,
κι΄ ἀπάνωθε καὶ κάτωθε τοὺς καστροπολεμοῦσαν,
ἀπάνω ἡ γιανιτσαριά, κάτω οἱ λαγουμιτζῆδες.
Νὰ κουρσευτῇ ἐκόντευεν, νὰ πέσῃ δὲν ἀργοῦσεν,
κι’ Ἀουστριακοὶ μὲ Σάξονες καὶ Βαυαροὺς φανῆκαν,
καὶ ἀντρειωμένοι Πολωνοί, τὴν ζῶσι νὰ λασκάρουν·
κι’ ἤλεγαν πρωτοστρατηγὸ τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
τὸν λέοντα τοῦ Λεχιστάν, τῶν Πολωνῶν τὸν ῥῆγα.
Προτοῦ ῥοδίσῃ ἐμπλέξασιν φιλόχριστοι καὶ Τοῦρκοι,
κι’ ἔδωνε τὸ ἀσκέριν σου εἰς δυὸ μεριὲς πολέμους,
μπροστὰ τοῦ κάστρου τὴν φρουρὰ πολέμαε νὰ τινάξῃ,
καὶ τὴν πεζούρα τῶν ὀχτρῶν, στὴν πλάτη, νὰ βαστάξῃ.
Πορεύτη ὁ ἥλιος τὸ πρωΐν, πορεύτη μεσημέριν,
ἔφτασε καὶ τ’ ἀπόγιομα κι’ ὁ πόλεμος δὲν κρίθη.
Καὶ τότες ἀπὸ τ’ ἁψηλὰ κι’ ἀπὸ τοὺς λόφους πάνω,
ἀητοὶ μυριάδες κάλπασαν οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
καὶ τρεῖς χιλιάδες διαλεχτοὶ τὸ ἔμπα ὡδηγοῦσαν
κι’ εἶχαν τὸν ῥῆγα κεφαλή, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην.
Κοντάρια, ἀτσάλι κι’ ἄλογα, φλάμπουρα καὶ φτεροῦγες
σὰν χείμαῤῥος πλημμύρισαν, σὰν κῦμα ἐσαρῶσαν,
κι’ ἐκομματιάσαν τὶς ζυγιές, σκορπίσαν τὶς ὀρτάδες,
ἐξέβησαν κι’ οἱ καστρινοὶ κι’ ὁλοῦθε τοὺς χτυποῦσαν,
κι’ ἂχ νά ’σουν ἀπὸ μιὰ μεριὰ νὰ τήραες τὸ κυνήγιν!
Κεῖνοι κορμιὰ ἐλάβωναν κι’ ἀνθρώπους ξετελειῶναν,
κι’ ἐγώ ’παιρνα στερνὲς πνοές, μαῦρες ψυχὲς μετροῦσα,
στὸν μαῦρο τὶς ἁλύσωνα, νὰ στερνοταξειδέψουν.
Τώρα τέλεψ’ ὁ πόλεμος, παύτη ὁ πολὺς ὁ φόνος
καὶ σέρνω ἀγώγι τοὺς νεκρούς, καρσὶ στὸν κάτω κόσμο.
Τὴν συμφορὰ ὡς ξιστόρησεν, θλιμμένος δῆθεν σιώπει,
κι’ ἐγὼ μετὰ πολλῆς ὀργῆς τοῦ δαίμονος ποκρίθην:
-Ψέμματα λέγεις ἄρχοντα, κάτι μὲ δοκιμάζεις
μὲ παραμύθια Χαλιμᾶς καὶ φτερωτοὺς χωσιάρους.
Νικιοῦνται οἱ γιανίτσαροι; Χάνοντ’ οἱ σιπαχῆδες;
Κι’ οἱ Βενετσιᾶνοι ἐμάθαν το, σὰν πάτησα τὴν Κρήτη,
κι’ ὅλ’ ἡ Εὐρώπ’ ἡ ἄπιστη ἐμὲ θὰ προσκυνήσῃ.
Δὲν εἶπεν… κι’ ἐμειδίασεν μὲ περισσὴ κακία,
τοῦ ἀλόγου του ψιθύρισεν καὶ τ’ ἄλογον προχώρει,
κι’ εἶδα τον ποὺ ξεμάκραινε κι’ ἔσβηνε καὶ χανότουν.
Ἔπειτα ὅλα ἡσύχασαν κι’ ἡ ἐρημιὰ βουβάθη,
κι’ ἐκράτει ἀλλόκοτη σιγὴ καὶ νεκρικὴ γαλήνη,
λὲς στραγγαλίστη ὁ ἄνεμος κι’ οἱ βράχοι ἐῤῥιγῆσαν,
λὲς καὶ τ’ ἀγριοξεράγκαθον πλειότερον ἐξεράθη!
…!
Βουητὸ μακρόθε ἀκούγεται, καθάριον δυναμώνει,
σὰν ἁλυσῶν σουρσίματα, σὰν θρῆνοι ἀπὸ λαρύγγια,
φυσοῦν πνοὲς κατάκρυες, σουρίζουν σὰν ζουρνᾶδες,
σὰν νὰ βαροῦν οἱ μουσικοὶ καὶ οἱ μεχτὲρ μπασῆδες·
κι’ ἀπὰν στὴν φιδογύριστη καὶ φαγωμένη στράτα
διάφανο νέφος περπατεῖ καὶ κουρνιαχτὸς ζυγώνει.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
κι’ ἀπόρουν πότε θὰ διαβῇ, τὸ θαῦμα ν’ ἀντικρύσω.
Κι’ ὡς διάβη καὶ τ’ ἀντίκρυσα κι’ ὡς πρόβαλεν καὶ τό ’δα,
ἐκέρωσα σὰν τὸ κερί, χλώμιασα σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος μαρμάρωσα, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι,
καὶ τρεῖς φορὲς λαχτάρησα καὶ ἄλλο δὲν κοιμοῦμαι».
«Καὶ τί ’τονε, Σουλτᾶνε μου, τὸ τρομερὸν ὁπού ’δες;»
«Τῶν ἀσωμάτων τὴν στρατιά, τῶν ἄσαρκων τ’ ἀσκέρι,
τῶν ποθαμένων, τῶν νεκρῶν, τῶν νεκροσκλαβωμένων,
φαντάσματα ὡσὰν καπνιά, φουσσᾶτο μὲς στὸ πούσι,
ἀτέλειωτοι παρέλαυναν, χιλιάδες καὶ μυριάδες.
Ἄλλοι βογγοῦσαν, σπάραζαν, γοερὰ μοιργιολογοῦσαν,
κι’ ἄλλοι βουβοὶ ἐβάδιζαν, μὲ μάτια ἀδειασμένα,
καὶ μερικοὶ μ’ ἐγνώρισαν καὶ πονεμένα μ’ εἶπαν:
-Σουλτᾶνε μου δὲν μᾶς μιλεῖς κι’ ἀπολησμόνησές μας;
Μεῖς εἴμεθα οἱ στρατιῶτες σου, οἱ κοσμογροικημένοι
ποὺ ἀπὸ τὴν Ἀνδριανούπολιν φύγαμεν στὸ σεφέρι
νὰ πάρουμε, χατήρι σου, τὸ κάστρον τῆς Βιέννης.
Μὰ ἐκεῖ χυθῆκαν πάνω μας οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
ἀντάμα μὲ τὸν ῥῆγα τους, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
κι’ ἀντὶς νὰ πορευώμαστε τοῦ γυρισμοῦ τὸν δρόμο,
πεσκέσι μᾶς ἀπόστειλαν καρσὶ στὸν ἄλλον κόσμο».
(Κι’ ἔτσι ξαγρύπναες, πατισάχ, καὶ πλειὸν δὲν ἐκοιμήθης,
κι’ ἀνίμενες τὴν χαραυγὴν εἴδησες καὶ μαντᾶτα.
Μορφὲς καὶ γέννες τῆς νυκτὸς τάχατες ποὺ ὠνειρεύτης;
Ἢ ἀληθῶς σ’ τὰ ἐμήνυσεν ὁ μαῦρος καβαλλάρης
κι’ ὁ λέοντας τοῦ Λεχιστὰν κατέφθασεν μιντάτι,
κι’ ἀφάνισε τ’ ἀσκέριν σου στὴν πόρτα τῆς Βιέννης,
καὶ δὶς εἰς τὰ τειχιά της μπρὸς σουλτᾶνος ταπεινώθη.)