Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Ἔρως καὶ ἀγάπη



ρμζ΄

ρως κα γάπη

Σὰν τὸ δρολάπι ὁ ἔρωτας ξάφνου ξεσπᾷ μακρόθε
κι’ ὅλον, τειχιὸ τρισκότεινο, μὲ δέος κοντοζυγώνει.
Ἀστραποβρόντια τὸν φωτᾶν καὶ νέφια τόνε κρύβουν,
κι’ ἀγέρας σέρνει τὰ ξερὰ καὶ τὰ δεντρὰ μανίζει.
Μυρίζ’ ἡ νοτισμένη γῆς καὶ τοῦ νεροῦ τὸ δρόσος,
τὰ πορτοθύρια τῆς καρδιᾶς ἀνοιγοκλειοῦν καὶ κροῦνε.
Κι’ ἀνάρηες στάλες σὲ κεντοῦν καὶ τὸ κορμὶ ῥιγάει,
κι’ ὁλόγδυτη, δόλια ψυχή, σὲ καμτσικώνει ἡ μπόρα.
Μήτ’ ἀγροικᾷς, μήτε νογᾷς, μήτε κι’ ἀλάργα βλέπεις,
βουτιέσαι στὰ φαντάσματα κι’ εἰς τοὺς νερένιους κόσμους.
Κι’ ἡ ἐντὸς φουρτοῦνα σκιάζει σε, μὰ μὲ καιρὸ ἀρμενίζεις,
κι’ ἂν σὲ τρομάζῃ ὁ τύραγνος τὸ θαῦμα σὲ καρδιώνει.
Καὶ σὲ βαφτίζει ὁ οὐρανὸς κι’ ὁ οὐρανὸς σὲ λούζει,
ὣς νὰ στραγγίσουν οἱ βροχές, κατράμια καὶ καθούρια.
Κι’ ὕστερα οἱ φωτοσαγιτιὲς σαρώνουν τὸ μπουρίνι
κι’ ὅλα θωρεῖς τα κρούσταλλο, στραφταλιστὸ μπακίρι.
Καὶ τότε λὲς τοῦ ἔρου ἡ θανὴ φώτισε τὴν ἀγάπη,
καὶ δίνεσ’ ἀσυγνέφιαστη, ψυχή, τοῦ μοναυθέντη.
Κι’ ἄλλοτε πρὶν τ’ ἀστράχτιδα λύσουν τὴν σκοτεινάγρα,
πρώτ’ ἡ μελανοφτέρουγη, τὴν κουκουλώνει, νύχτα.
Καὶ τότε λὲς δὲν ἔθρεψεν ὁ ἔρως τὴν ἀγάπη,
κι’ ἀδάμαστη σὲ καίει, ψυχή, τῆς μοναξιᾶς ἡ πεῖνα.