Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

The Harp of Alfred












Ποίημα τοῦ Ρόμπερτ Ἔρβιν Χάουαρντ


Τὴν ἄκουσα τὴν ἅρπα τοῦ Ἀλφρέδου
καθὼς περνοῦσα τὶς κατηφοριές,
ὅταν δεντρὰ ἀκανθώδη στέκαν ὅμοια
σὰν μοναχοὶ μὲ ῥόμπες σκοτεινές·
τὴν μελῳδιὰ κι Γκούθρουμ πόχε ἀκούσει
σὲ κωμοπόλεις δίπλα ἐρημικές:

Ὅταν Ἀλφρέδος, ἴδιος μὲ χωριάτη,
ἦρθε ἀπτὸν λόφο ἁρπίζοντας σκοπό,
καὶ οἱ Δανοὶ πιωμένοι ἐγλεντοῦσαν
μἐκεῖνον ποὺ ζητοῦν νὰ ἰδοῦν νεκρό,
κι Σάξων ῥὴξ στὰ γένεια των γελοῦσε,
κιἔκαμαν τὸ δικό του μἀστανιό.

Τὴν ἄκουσα τὴν ἅρπα τοῦ Ἀλφρέδου
ὡς τὸ λυκόφως σβηόταν στὴ νυχτιά·
στοιχειὰ φουσσᾶτἀκούω βροντοπατοῦσαν,
τἀχνὰ ἀστέρια ὡς ἔφεγγαν λευκά·
κι Γκούθρουμ περπατοῦσε στὰ ζερβά μου,
κι Ἀλφρέδος προχωροῦσε στὰ δεξιά
.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Forbidden Magic

 











Ποίημα
τοῦ Ρόμπερτ Ἔρβιν Χάουαρντ


Ἐφάνη ὀμπρός μου Ἄνθρωπος, κιἤτανε βράδυ θερινό,
ὡς κάτω ἀπτἄστρη ὁλάκερος κόσμος ἐσιωποῦσε,
κι μήνη ἀπόκοσμα ῥαβδιὰ στὴν κάμαρη ἐσκορποῦσε.
Ὑπαινιγμοὺς ψιθύρισεν γιἀνόσιο θώρι, ἐξωτικό·

ἀκολουθῶ κιεἰς κύματα ἀπὸ ἕνα φῶς φασματικὸ
μὲς στῆς ψυχῆς μου τὶς στιλπνὲς σκάλες ἀνωτραβοῦσα
ποὺ ἀράχνες κεῖ φεγγαρωχρές, μὄγκο δρακῶν, γλιστροῦσαν
σκοροειδεῖς τρανὲς μορφές, πόχαν φτερὰ μἀχνὸ λευκό.

Ἀνὰ τὸν κόσμο φύσημα παγοβουτιοῦ ἀνακινεῖ
λίμνες μἀχλὲς ποὺ ἔστεφαν τῆς ψευδαυγῆς οἱ λάμψεις·
ῥοδόχρους λαμποκόπησεν τοῦ ὁρίζοντος μιναρές·

ξυπνῶ ἐν φόβῳ, κιἔπειτα μὲ ἱδρῶτες κιαἵματα μαθές,
σφυρηλατῶ ὀνείρων μου τὶς σιδηρὲς ὑφάνσεις,
κιἔπλασα δίχτυ ἀπαὐτὲς νὰ πιάσω τὸ φεγγάρι ἐκεῖ.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

Εἰς τοὺς πλατωνικοὺς διαλόγους

Εἰς τοὺς πλατωνικοὺς διαλόγους

σϞα΄

Ν’ ἀνοίγῃς ν’ ἀναγνώθῃς μας, στεῤῥῶς μελέτησέ μας,
ἀπηλογήσου, ἐρώτα μας, στοχάσου, δούλευγέ μας.
Κατόπι ἀπολησμόνα μας· στήσαμεν δυναμάρια,
πλέκομεν ῥίζες στὴν ψυχή, στὸ νοῦ πρεμνοβλαστάρια.
Κι’ εἴμεθ’ ἀμπέλι θαλερόν, λογιῶν κρασὶ ἐσοδιάζει,
κι’ ὄχι ἅπαξ ποὺ ἐβαρέλιασες στ’ ἀμπάρια καὶ ξιδιάζει.


Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2025

Τὸ παλαιὸ νεκροταφεῖον

Τὸ παλαιὸ νεκροταφεῖον

σϞ΄

«δοιαὶ γάρ τε πύλαι ἀμενηνῶν εἰσὶν ὀνείρων·
αἱ μὲν γὰρ κεράεσσι τετεύχαται, αἱ δ᾽ ἐλέφαντι·
τῶν οἳ μέν κ᾽ ἔλθωσι διὰ πριστοῦ ἐλέφαντος,
οἵ ῥ᾽ ἐλεφαίρονται, ἔπε᾽ ἀκράαντα φέροντες·
οἳ δὲ διὰ ξεστῶν κεράων ἔλθωσι θύραζε,
οἵ ῥ᾽ ἔτυμα κραίνουσι, βροτῶν ὅτε κέν τις ἴδηται.»
Ὁμήρου Ὀδύσσεια, ῥαψῳδία Τ


Ἔνι καὶ τ’ ὄνειρον ζωὴ κι’ ἔν’ τῆς ζωῆς τὸ μέρος,
ἀμὴ ζωὴ ἀλλόκοσμη, ἐν φύσει ἀλλοτέῤῥᾳ,
ζῇ ἡ ἐδῶ τοὺς τόπους της, ζῇ κεῖνο ἄλλους τόπους.
Τυχαῖοι κι’ ἅπαξ ἔνιοι ζοῦν κι’ οὐδὲν ξαναθωρεῖς τους,
κι’ εἰς ἄλλους βρίσκεσ’ ἐνιαχοῦ καὶ πάλε περπατεῖς τους.
Γεῖς ἦτον ὀνειρότοπος ὅπου συχνῶς εὑρέθη.
Ἐτράβαε τὴν ἀνηφοριά, τὴν ἅμαξα ὡδηγοῦσεν,
δρομοῦσεν χωματόδρομον, διέσχιζεν χερσοτόπους,
κι’ ἀρηὰ ληοδέντρη ἐβίγλιζεν, τὰ γεροξερανθῆκαν.
Κι’ ἀπάνω εἰς τὴν λοφοπλαγιά, μὲ τῆς ὁδοῦ τὸ πέρας,
ἔσμειγεν πύλην ἁψηλὴν ποὺ σιδηρᾶ ὠρθωνότουν,
ἔσμειγεν καὶ μαντρότοιχον ποὺ τρίμετρος στεκότουν.
Κι’ ὅντες τὴν πύλη ἐδιάβαινεν ἐτοῦτα ἐντὸς ἐθώρει:
Μνημούρια ἐκεῖντο, ἐμάρμαιραν, ἦσαν σταυροὶ ἀράδες,
μὲ χωματένιες περασιὲς κι’ εἰς τάξεις χωρισμένα,
μ’ ἀνθοὺς νὰ καλλωπίζουν τα, δεντρὰ νὰ δροσοσκιάζουν,
κι’ οὐδέποτε συγνέφιαζεν κι’ ἀεὶ λιακάδα ἐκράτει.
Κι’ ἦτο ἐκκλησάκι χθαμαλὸν κι’ ἔλαμπ’ ἀσβεστωμένον,
στασίδια σκοῦρα εἶχε σειριές, δῶ, κεῖ κρέμοντο εἰκόνες,
κι’ εἶχε ἀποθήκη στὴν μεριά, μὲ πόρταν ἐκοινώνει.
Στ’ ὄνειρον τοῦτο εὐφραίνετον, σταλιὰ νὰ ἐφοβότουν,
λευκοὺς σταυροὺς ἐγύριζεν, ἔπλενεν τὰ μνημούρια,
ἀνέγνωθεν τὰ ὀνόματα καὶ συλλογιότουν χρόνους,
τάχα ἱστορίες ἔνιωθεν κι’ ἐμάνθανεν προγόνους,
γαλήνη ἔπιν’ ἐσώκαρδα, τοῦ ἡλιοῦ τὸ χάιδι ἐῤῥούφα.
Ἔν’ οὐροβόρος ὁ καιρός, στ’ ὄνειρον πάλ’ εὑρέθη.
Αἴθουν τὰ σκότη ἀστρόχυτα καὶ φωτοκρουσταλλιάζουν,
πέφτει, κοιμᾶται, πάει βυθούς, κι’ ὀνειροκαταδυέται,
κι’ ἀνηφορίζων ὁδηγεῖ, σιδηροπύλη σμείγει,
γυρνᾷ σταυροὺς μαρμαρινούς, μνημούρια καθαρίζει,
προγόνων βλέπει ὀνόματα κι’ ἡδὺ λούζεται ἡλιόφως.
Πραγμάτων χρείαν ἐννοεῖ, στὴν ἀποθήκ’ ὑπάγει,
ῥάφια, κασσέλες, ψάχνει τα, μπαοῦλ’ ἀνακατώνει,
κι’ ὅπως σκυφτὸς γυρεύει τα, γροικᾷ καὶ πόρτα τρίζει.
Ὀρθώνεται καὶ στρέφεται κι’ ἡ πόρτα μισανοίγει,
φάσμα προβαίνει ἀνάντια του, γυνὴ τὸν ἀντικρύζει,
κορακομάλλ’ ἀγριόθωρη, χλωμή, σκελεθρωμένη,
μ’ ὀμμάτι’ ἄδεια, κυκλόμαυρα, μοβόρα, ἀσπροεντυμένη.
Κραυγάζει τον, οὐρλιάζει τον, λὲς σκίζεται ὁ λαιμός της,
μὰ εἰκόνα, οὐδὲν ἀκούγεται, μιὰ φρίκη ποὺ ἐβουβάθη.
Ἐξ αἴφνης πρῶτον πιάνεται, πισωπατάει σκιαγμένος,
τὸ ψέμμα ἔπειτα μελετᾷ, τὰ θάῤῥητα μαζώνει,
κατά της βγαίνει πότορμος, τὸ φάσμα ἐξηφανίσθη,
τὸ κατωκάσσι ἀνωπερνᾷ, στὸ ἐκκλησάκιν μπαίνει,
στὸ κέντρο στέκει πάντερμος κι’ ὁλόγυρα ἐξετάζει.
Φωτόσφαιρες δυὸ ὑψώνονται, μετέωρες λευκολάμπουν,
μήτε τρανὲς μήτε μικρές, σὰν τόπια ποδοσφαίρου.
Τὰ πέρα δῶθε ἀρχινοῦν, μπρὸς πίσω γύρους φέρνουν,
ἀπ’ τὸ ἱερὸν στὴν εἴσοδον, σιμὰ εἰς τὰ πανωθύρια,
ἀπ’ τὴν σκεπὴ στὸ δάπεδον, διάμεσα εἰς τὰ στασίδια,
μ’ ἀντιτροχιὲς κυκλώνουν τον, σταυρώνονται, μακραίνουν,
πτῆσιν ποιοῦν μ’ ἀλλοκοτιές, πετοῦν δαιμονισμένες.
Ὁλόρθος στέκει, δὲν κουνεῖ, τὸ βλέμμα του ἀκλουθεῖ τες,
κι’ ὡσὰν μ’ ἀνθρώπους νὰ ὁμιλῇ τὰ τέτοια ξεστομίζει:
«Τὸ ἤξευρα, τὸ ἐμάντεψα, τὸ ψέμμα σας γνωρίζω,
τὸ φάσμα ὅπου ἐχτίσατε νὰ μὲ καταφοβίσῃ·
κι’ ἂν νῦν πετᾶτε στ’ ὄνειρον ἐτοῦτο ὑπογράφω,
στὸ ὑπνοκελλί μου εὑρίσκεσθε, αἰωρεῖσθε ὅπου κοιμοῦμαι,
καὶ θέατρον μοὶ παίζετε, φέρνετε τάχ’ ἀλήθειες,
μυριάδες ἔτη ὡς κάμνετε κι’ ἀνθρώπους ξεγελᾶτε.
Τσίρκο καὶ σαλτιμπαγκολόϊ τῆς φιλντισένιας πύλης!
Νεκράνακτες τῶν διάκενων, δαιμόνοι τοῦ ἀβυσσόθεν,
στὸ θέατρον τοῦ ἀπατηλοῦ δεινοὶ μπερντεδοπαῖχτες.
Τρόμοι, μηνύματα, οἰωνοί, σοφίες, φανερώσεις,
μαντεῖες, δῶρα, ἐξωτισμοί, τέρατα, θεῖα, σημεῖα,
τί ῥεπερτόριον πλούσιον! Σκοπός; Ποδηγεσία.
Οἱ ἁπλοῖ ἀνθρῶποι ἀρνοῦνται σας, δαιμόνου πιάνουν αὔρα
καὶ τὸ κακὸ ἀκρουμαίνονται, πέργυρα ὡς ἀνασαίνει,
κι’ ὀρθώνονται οἱ τρίχες των σὰ ἰδοῦν τὸ νεκροφῶς σας·
φωνὴν ἀηδόνος κι’ ἂν ἀκοῦν τὸ γρύλισμ’ ἀγροικοῦν το,
ὡς λάφια πρὸς φευγιὸ ἀμπηδᾶν καὶ μήτε σᾶς πιστεύουν.
Ἀμ’ ἔχετε κοινὸ πιστόν, τ’ ἀείποτε ἀκλουθεῖ σας,
ἀγέλη ὅπου σᾶς ἁλυχτάει, συνάφι ὅπου καλεῖ σας:
Ῥηγαῖοι καὶ πολιτικοί, εὐγεναριό, αὐθεντάδες,
θεατρῖνοι, ψευδοθεουργοί, χρηματουργοί, λογᾶδες,
κι’ ὅλοι ὅπου δύναμιν πεινοῦν κι’ ἡ ματαιότης ἄρχει,
ἐξυπνοπούλια τοῦ καιροῦ καὶ σούργελα τοῦ ὑπάρχειν,
κοπρόψυχοι μισάνθρωποι, γῆς κι’ οὐρανοῦ ἡ αἰσχύνη,
οἱ ἀθῷον αἷμα γεύονται, κοιμοῦνται ἐν γαλήνῃ. 
Τοῦτοι θαῤῥῶ οἱ πελάτες σας, μὲ δαύτους συνεργεῖτε,
φαίνεσθε ὀμπρός των σὰν θεοί, ταχυδακτυλουργεῖτε,
κι’ ὅσα ποθοῦν τοὺς τάζετε, δολώματα κουνᾶτε,
τοὺς γάντζους ἀσημώνετε, στὸν βοῦρκον τ’ ἀμολνᾶτε.
Κι’ οἱ ἄμοιροι δαγκώνουν τα, σούρνοντ’ ἀγκιστρωμένοι,
συμμάχους σας τοὺς χρίζετε, κρατοῦν γενηὲς δεμένοι,
τάχα εὑρεθῆκαν διαλεχτοί, πρεπὸ νὰ κυβερνοῦν μας,
καὶ μέσῳ αὐτῶν σεῖς ἄρχετε, βαστᾶτε τους, βαστοῦν μας.
Λατρεῖες θεμελιώνετε κι’ οἱ ἀνέμυαλοι ἐξυμνοῦν σας,
εἰς λέσχες τοὺς μαντρώνετε καὶ κρυφοπροσκυνοῦν σας,
διδάσκετε τὸ κακουργεῖν, τὸ κάλλος νὰ φονεύουν,
τὸν βιὸ νὰ πλέκουν μ’ ἀραχνιές, τὸ νοῦ πῶς νὰ μολεύουν.
Τέχνες κατέχετ’ ἄπειρες κι’ ὅλες βαμμένες μαῦρες,
κι’ ὁρμήνειες κεῖ ὅπου δώνετε ξεσποῦν κακοῦ ἀνάβρες,
φτώχεια, πολέμοι, ἀνωμαλιά, φόβος, τυράγνι’, ἀῤῥώστια,
οἱ στεναγμοὶ κι’ οἱ πόνοι μας πρέζα ἰδική σας κι’ ὅστια.
Τὴν θνητουριὰ ἐσκλαβώσατε καὶ πλέει στὴν δυστυχία,
θεοὶ τῆς γῆς κομπάζετε, μὰ εἶστε ἁπλῶς… μαφία».
Σιωπᾷ· μὲ νεῦρα ἐγιόμισεν, μ’ ὄργητα πλημμυρίζει,
τὴν χέρα του σηκώνει εὐθύς, τὴν ῥώμη ἀκέρηα βάζει,
κι’ ὡς οἱ φωτόσφαιρες περνοῦν τὴν μιὰ καταχεριάζει.
Τὸ φῶς της ἐβαθούλωσεν κι’ ὑπάγει λαβωμένη,
κι’ ὡσὰν ἀγιοῦπες τὸν γυρνᾶν, μακρόθεν, δὲν ζυγώνουν,
ὁλόρθος στέκει, δὲν κουνεῖ, τὸ βλέμμα του ἀκλουθεῖ τες,
κι’ ὕστερον σβηέται ἡ θύμησις καὶ τ’ ὄναρ ξεθωριάζει,
φυρονεριὰ ποὺ ὑποχωρεῖ κι’ ἄμμους γυμνοὺς ἀφήνει,
τιτάνιον ἀναδυέται φῶς, τὰ σκότη τρώει, χαράζει.
Τὴν ἄλλη νύχτα ἔπεσεν κι’ ἡσύχως ἐκοιμήθη,
τὴν τρίτη ἐπέμψαν γδικιωμόν, σουκκούμπι τοῦ ἐῤῥίχθη,
ἢ τέτοια ἀρχῆθεν ὕφαιναν, σχέδιο ἀμαυρὸν ἐπλέκαν. 



Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

Εἰς τὸν λινοθώρακα

Εἰς τὸν λινοθώρακα

σπθ΄

Ἔχω ἐπωμίδες φοίνιες, χρυσόνημ’ ἄστρη ὀχτάχτιδα,
στέρνο μεδουσοπρόσωπον, κοιλιὰ χαλκοφολίδωτη,
πτερύγι’ ἀράδες ζάλευκα, χρυσᾶ κρικέλια καὶ ζωστρή.
Καυχιέμαι ὡρηᾶς ἁβρόχερης· πιδέξια μὲ συνήρμοσεν,
σ’ ἄρεια ὡς βρεθῇ χλαπαταγὴν ὁ ἀγαπῶ νὰ μὲ φορᾷ
ἔμμορφο τρόμο τοῦ ὀχτροῦ, θάῤῥητα ἐντὸς ξολοθρεμμοῦ.


Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Εἰς τὸ κομποσκοινάκι

Εἰς τὸ κομποσκοινάκι

σπη΄

Κόμπο, κόμπο τὸ μετρᾷ * κι’ εὔχεται ἐν δάκρυσιν.
«Μνήσθητι, ὦ Κύριε, * τὰς ψυχὰς τῶν δούλων Σου.
Κεῖνοι μᾶς ἀνέστησαν, * κι’ ἂν δὲν τοὺς ταπείνωσαν…
τά ’δε ἡ δόξα τῶν ἀστρῶν, * μόχθησαν ὑπὲρ ἡμῶν
κι’ ἔστεκ’ ἡ ἀγάπη των * κάστρο καὶ φτεροῦγα μας».
Δίπλα λάμπει τσίπουρο· * στάλα χύνει καταγῆς,
πενιχρὴ γουλιὰ τραβᾷ, * κύκλο νηὸν ἐκίνησεν.
 

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Εἰς τὸν σπορέα

Εἰς τὸν σπορέα

σπζ΄

Πληβεῖοι δυὸ κι’ ἀποδειπνοῦν, συμπότες κι’ ἀθθιβάλλουν:
«Ὀκταβιανὸς καλόσπειρεν κι’ ὁ λόγος του φυτρώνει,
κι’ ἀγρὸς ὁ δῆμος πείθεται, πολλὰ φοβοκρατιέται,
ἡγεμονία μὴν γενῇ, βασίλειον ἑλληνίζον».
«Κι’ ἂν τὸν Ἀντώνιον θὰ νικᾷ τί ἐσοδειὰ θὰ φέρῃ;»
«Ἡγεμονία θὰ γενῇ, βασίλειον ἑλληνίζον».
«Κάμνει ὁ πολιτικὸς σπορά; Θερίζεις ἄλλην ἐσοδειά».

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

SUKKUBUS

SUKKUBUS

σπϚ΄

«ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις.»
Ἀποστόλου Παύλου, Πρὸς Ἐφεσίους 6,12

Νυχτοσκοτείνια ἐπέπλωσεν κι’ ἀστρολειβάδ’ ἡπλώθη,
τοῦ δρόμου ὁ σάλος ἔπαυσεν καὶ σιγαλιὰ ἐκυβέρνα,
νὰ κοιμηθῇ κλινόγειρεν μὰ δι’ ὅλου δὲν νυστάζει,
βιβλίο ἐκλέγει, ἀνέγνωθεν, ποίησιν κι’ ἐμελέτα.
Ὁ λύχνος φέγγει τὸ κελλίν, φῶς κεχριμπάριν πλέει,
τὰ ὀμμάτια στίχους περπατοῦν, ὁ νοῦς τοὺς ζωγραφίζει,
ὡσότου ὅλως κορμολυθῇ καὶ βλεφαροσφαλίσῃ.
Πρῶτ’ εἰς τοῦ λύχνου τὴν μεριά, εἰς τὸν μπερντὲ παρέκει,
ὀκάτιν ἀκροθώρησεν ποὺ ἄμορφον ἡσκιοδιάβη,
κεῖ γοργοστράφη νὰ ἰδῇ καὶ πρᾶμμα οὐδὲν νὰ εἶδεν,
μὲς στὸ βιβλίον ἐγύρισεν κι’ ἐνυχτομελετοῦσεν.
Πάλ’ εἰς τοῦ λύχνου τὴν γωνιά, εἰς τοῦ μπερντὲ τὸν τοῖχο,
ὀκάτιν ἀκροθώρησεν ποὺ ἡσκιομορφὴ ἐδιάβη,
κι’ εἴδωλο ᾐσθάνθη γυναικός, χωρὶς νὰ τὴν ξεκρίνῃ.
Ὀλίγον ἐστοχάσθη το, γοργῶς τὸ ἀπελησμόνει,
κι’ εἶπεν «Ἔνι τὸ διάβασμα, τῶν ὀμματιῶν ὁ μόχτος»,
βιβλίον τὸ ἐπαράτησεν καὶ τὸ λυχνάριν σβήνει,
σύρνει τὸ κλινοσκέπασμα, στὸν ὕπνον ἐβυθίσθη.
Κατόπιν ὄνειρα θωρεῖ κι’ ὀνειροτόπους τρέχει,
ζῇ ἐρώτων ὑπνοφαντασιές, θέατρο ἀγάπης βλέπει,
χάος ἦσαν δίχως νόημα κι’ ἐπαῖζαν δίχως τάξιν. 
Ἔλαβεν ῥεῖθρο τ’ ὄνειρον, ἐτράπ’ εἰς ἀφροδίσιον,
καὶ πλέον ἔκαμ’ ἔρωτα, μαυρομαλλοῦσα σμείγει,
τὴν πάνω ἐφόρει κόκκινα, τὴν κάτω γυμνωμένη,
ὥσπου τοῦ ἐκόπ’ ἡ ἀναπνοιὰ κι’ ἐξ ὕπνου ἐτινάχθη.
Ηὗρεν τὸ σῶμα του γυμνό, τὴν στῦσι πέτρ’ ἀτόφυα,
κι’ ἐπαλινδρόμα ὡς ἄψυχος, κερένια ὁμοιάζει κοῦκλα,
λὲς κι’ ἦτον παίγνιον μιανῆς ποὺ ἐντός της τὸν ἐτράβα.
Ἠπόρησεν, ἐσάστισεν, καὶ δέσμιος ἐκινεῖτο,
κι’ ὁ τρόμος ῥέει ποταμός, ντροπῆς πελάγη ἀφρίζουν,
τὴν κυριότη του ἀνακτᾷ, τὴν πρᾶξι εὐθὺς τελεύει,
καὶ κράζει τ’ ὄνομα «Χριστός», κι’ ὅλα τὰ φῶτ’ ἀνάπτει.
Αὐγίζει, μεσημέριασεν, κι’ ἄθυμος ἐκαθότουν,
κι’ ἔνιωθεν τσούξιμο ἀλαφρύ, σὰν κόρη νὰ ἐκοιμήθη.
Ὅλα τὰ ἐσκέφθη κι’ ἤφερεν κι’ ἐκλωθογύρισέν τα,
κι’ ἐπῆρεν το κατάκαρδα δυὸ εἰσβολὲς νὰ πάθῃ,
τὴν μίαν εἰς τὸν οἶκον του, τὴν ἄλλ’ εἰς τὸ κορμίν του.
Καὶ προσευχήθη τοῦ θεοῦ τὴν ἀνομιὰ νὰ γράψῃ,
κι’ ἐν κόσμῳ οὐκ ἔνι χείριστον, ἡ ἐρωτικὴ μαγεία·
κι’ ἤξευρε τὰ πῶς πράττουσιν, πῶς τὸ κακὸν ποιοῦσιν,
νῦν γίνονται, συνέβησαν, κι’ εἶχεν πολλὰ διαβάσει.
Θρυλεῖ τα κι’ ἡ παράδοσις, δείχνει ἐραστὲς δαιμόνους,
π’ ἀνθρώπου ἰκμάδα τρέφονται καὶ τὴν ζωὴν στραγγίζουν,
κι’ ἂν ἴσως τέτοια ἐγένοντο διάφορη γνώμη ἐκράτει:
Τ’ ἀκάθαρτα τὰ πνεύματα, τὰ φύσει ἀμποδεμένα,
κουρσεύουν θύμησες τοῦ ἀντρός, μορφὴ γυναίκεια χτίζουν,
μ’ ὄψιν γνωστὴ ποὺ ἐπόθησεν ἢ μ’ ἄγνωστη νὰ θέλγῃ,
καὶ ὀνειροπλαγιάζουν τον, τὸν σπόρον νὰ τοῦ κλέβουν.
Κι’ ἔπειτα παίρνουν ὄψι ἀντρός, γυνὴ ὀνειροκοιμοῦνται,
τὸν σπόρον ῥίχνουν μέσα της, τέκνον ἵνα συλλάβῃ,
στὴν πρᾶξι ἅμα γητεύουν τον, τὸ ἔμβρυον κυριεύουν.
Τέτοιους ἀργάζονται σκοπούς, ἀτοὶ ἑαυτοὺς γεννοῦσιν,
ἐκ τῆς ἀβύσσου ν’ ἀναβοῦν, τὲς ἅλυσες νὰ λύσουν,
ὡς σὰρξ τὸ ἡλιόφως νὰ γευτοῦν, ἐπὶ τῆς γῆς νὰ ζήσουν,
τοῦ Λόγου χλεύη νὰ βιωθοῦν, τὴν ὕβριν νὰ κηρύσσουν.


Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Εἰς τὸ οἰνοπότηρον

Εἰς τὸ οἰνοπότηρον

σπε΄

Τὸ περιβόλιν ἔσκαβα, ποτήριον εὑρῆκα.
Ξερόχωμα εἰς τὰ τείχη του κι’ ἀμοῦχλα κατακάθιν,
πλεμμάτι χόρτα ἡ σκέπη του κι’ οἱ μέρμηγκες ἀράδα.
Τοῦ ἡλιοῦ ἀντὶς ὑψώνω το, κατάγερον μοὶ ἐφάνη.
Νὰ πίνω θὰ κρατήσω το, ξέχειλα ἱνὰ γιομίζω,
μ’ ὕδωρ, σαπούνι νὰ πλυθῇ κι’ οἶνος ἐντὸς νὰ λάμψῃ.
Ψυχή, νὰ γένῃς παστρικιά, κατόπιν Λόγον κέρνα.


Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

Τὸ Μέγα Τεῖχος (Ἡρακλέους – Βορείου Στεφάνου)

Τὸ Μέγα Τεῖχος
(Ἡρακλέους – Βορείου Στεφάνου)

σπδ΄

Εἰς ἄβυσσο π’ αὐγάζει ἀχνὰ καὶ ῥέουν αἴγλης σκοτάδια,
στὸ βόρειον ἡμισφαίριον τῆς ἀστρικῆς νυχτιᾶς,
στὸ ἀλάργα κοσμογίγνεσθαι, σ’ ἄβυθα ὀρφνὰ πηγάδια,
τὸ Μέγα Τεῖχος χύνεται, γέμει ἀχτιδοβολιᾶς.

Κεῖ γαλαξίες στρέφονται, σμάρια σμαριῶν μελίσσια,
καὶ νηόφαντ’ ἄστρη σκᾶν λαμπρὰ καὶ φέγγουν πανταχοῦ,
κι’ ἄλλα ἐσωκαταῤῥέουν βαριά, γυρνᾶν αἰώνια πίσσα,
κι’ εἶναι θάμματ’ ἀρίφνητα κι’ ἄψαυστα τοῦ μυαλοῦ.

Κι’ ἂν ἤθελες νὰ ὑπάγῃς το, ν’ ἀρχίσῃς το ὣς τὸ τέλος,
καὶ μονοπάτι ἐκάτεχες, στὰ ἔνδον μὴ χαθῇς,
κι’ ἂς ἵππευες φῶς ἄυλον, κάλπαζες φωτοβέλος,
θὲς μύρια ἑκατομμύρια χρόνους κεῖθεν νὰ βγῇς.

Κι’ ἵπταται ὑπερτιτάνιον, θωρεῖ τὸ αἰθέριον στρῶμα,
κρατεῖ στὰ χάη τοῦ Παντὸς κι’ οὐκ ἔνι πλέον τρανό!
Μ’ ἂν φτειάξωμε νηοὺς ὀφθαλμοὺς κι’ ἰδοῦμε πέρ’ ἀκόμα,
ἴσως φανῇ τ’ ἀσύλληπτον πὼς εἶν’ ἀστεῖα μικρό.

Ὦ Ἄναξ! Τὸ ἐποίησας ὁ νοῦς μου δὲν βαστᾷ το…
μὰ Σὺ ἀγαπᾷς τὴν Μάννα σου ὅσο ἀγαπᾷς τὸν Σατανά.
Τί νὰ Σὲ εἰπῇ τὸ τίποτε, Σὺ τ’ ἄπειρον χωρᾷς το·
ἀπ’ ἔξω μένω σιωπηλὸς καὶ ψέλνω ἐντός μου «Ὡσαννά!»