Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Ὁ στερνὸς τῆς ἀγέλης



Ὁ στερνὸς τῆς ἀγέλης

πθ΄

Ἐπῆρεν τὸ τουφέκιν του καὶ ἐξέβ' εἰς τὸ κυνήγιν,
ἡ μπότα χιονοβάλτωνε, τὸ χνῶτο κρυοπαγώνει.
Τηρᾷ τὸν λύκον ’πὸ μακριά, ζυγιάζει, τουφεκίζει,
τὸ βόλι τὸν ἐκλάδεψεν κι’ ἐῤῥόδισεν τὸ χιόνι,
κι’ ἦτον ἀγέλης ὁ στερνός.
Πῶς χαίρεται τ’ ἄγριο θεργιό, πῶς ἀποκαμαρώνει!