Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Πρὸς Καρχηδονίους

Πρὸς Καρχηδονίους

οζ΄

Κάθε ἄνθρωπος κάστρο ἁψηλὸ καὶ κάθε κάστρο χώρα,
μηδὲ λαλιὰ ν’ ἀκούστηκεν γιὰ χάρι τῶν πολλῶν.
Οἱ λεγεῶνες, μέσαγρα, τὸ βιός μας καταλύουν
κι’ ἐσεῖς βρονταλαλάζετε στὴν μέσι τῶν χορῶν.
Ἔ Καρχηδόνιοι, δύσκολο στοὺς χαλεποὺς καιρούς μας
Ξάνθιππος πάλε νὰ φανῇ, νὰ διώξῃ τοὺς ἐχθρούς μας.

Παρηγοριὰ στὸν Θερσίτη


Παρηγοριὰ στὸν Θερσίτη

οϚ΄

Μὴν κλαίγεσαι, Θερσίτη μου, καὶ μὴν πολυλυπᾶσαι
ποὺ σ’ ἔδειρε μὲ τὸ ῥαβδὶν ὁ βασιληὰς Δυσσέας
κι’ ὅλοι μ’ ἐσὲν γελάσασιν οἱ ἀρχοντογεννημένοι.
Κάποτε καὶ τὸ γένος σου στ’ Ἄργος θὰ βασιλέψῃ.
Καὶ θά ’ναι οἱ δοῦλοι ἄρχοντες καὶ οἱ ἀρχόντοι δοῦλοι,
οἱ χαραμῖτες θά ’ναι ἀξοί, δασκάλ’ οἱ τιποτένιοι,
περίγελως τῶν κιότηδων τ’ ἄτρομα παλληκάρια.

Εἰς μνήμην τοῦ σκύλου Ἕκτορος



Εἰς μνήμην τοῦ σκύλου
Ἕκτορος

οε΄

Δὲν σὲ φοβοῦμαι Χάροντα, ποτὲς δὲν σὲ φοβήθην,
μὰ ψέμματα θὰ τό ’λεγα σκληρὸς ὅτι δὲν εἶσαι.
Ἀῤῥώστιες οἱ σαγίττες σου, κοντάρι σου ὁ πόνος,
σπαθί σου, τὸ φαρμακερόν, ὁ θάνατος ἀτός του.
Κι’ ἂν ὅλους πάρῃς π’ ἀγαπῶ κι’ ὅσους θὲ ν’ ἀγαπήσω
δὲν σκιάζεις με, πικρόχαρε, τὸ ἀγαπᾶν νὰ πάψω.

Ἀποχαιρετισμὸς στὴν γατοῦλα Τσιτσιφρίγκα

Ἀποχαιρετισμὸς στὴν γατοῦλα
Τσιτσιφρίγκα

οδ΄

Δώδεκα χρόνους ἔζησες, μικρὴ τριανταφυλλίτσα,
κι’ εὐώδιασες μὲ τ’ ἄνθια σου τὴν ἄχαρη ζωή μας.
Μᾶς γέννησες πολλῶ λογιῶ μικρὲς τριανταφυλλίτσες
κι’ ἐγίνη ὁ βιός μας ὁ ξερὸς περβόλι μυρωδᾶτο.
Εἴθε ὁ δαίμων ὁ καλὸς νὰ σὲ καλοτυχίσῃ,
κι’ ὡσότου ξανασμείξουμε δὲν σ’ ἀπολησμονοῦμε.
Ὅ,τι ἔδεσεν ὁ ἔρωτας ὁ θάνατος δὲν λύνει.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Νέα Μαγνησία


Νέα Μαγνησία

ογ΄

«Δεντράκι μου παράμμορφο ποῦθε γενοκρατιέσαι;»
«Κύρης μου μέγας πλάτανος, στοῦ Ἄσιου τὸ λειβάδι,
πού ’χε χιλιάδες τὰ ῥιζά, παραμυριάδες φύλλα.
Κι’ ἦρθαν οἱ χαλεποὶ καιροί, μῆνες καὶ χρόνοι μαῦροι,
καὶ καταγῆς τὸν πλάγιασε τζεκούρι λυσσιασμένο.
Μὰ φύσηξε τοῦ πέλαγου τὸ δροσερὸν ἀγέρι,
σποράκι μὲ ταξείδεψε στ’ ἀντικρυνὸ περγιάλι.
Καὶ δέχθη με ἡ μάννα μου, ἡ χώρα τοῦ Ἀλεξάνδρου,
κι’ ἐφύτρωσα κι’ ἐῤῥίζωσα...»

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Σ’ ἕνα Σκυριανὸ ἀμπέλι τοῦ 1676

Σ’ ἕνα Σκυριανὸ ἀμπέλι
τοῦ 1676

οβ΄

Πόσοι τὰ κόπια σβῆσαν τῆς ἄχαρης δουλειᾶς,
πόσοι δὲν ἀνιστόρησαν στὴν ἄκρη τῆς φωτιᾶς.
Πόσοι δὲν ἀγαπῆσαν στὲς βαρυχειμωνιές,
καὶ πόσοι χαροκόπησαν σὲ γλέντια καὶ γιορτές.
Βέβηλο τώρα χέρι, σὲ κόβει, πειρατῆ,
καὶ τὸ γλυκὸ κρασάκι σου ἄλλος δὲν θὰ χαρῇ.
«Γιὰ μπέσα, τῶν κουρσάρω, τὶς χοῦφτες φτύσαμεν,
ἀμπέλια καὶ τζεκούρια, χώρια κρατήσαμεν».

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Εἰς Μύλους



Εἰς Μύλους

οα΄

Ὁ Ὑψηλάντης στὰ δεξιά, στὴν μέσι ὁ Μακρυγιάννης,
ὁ Κωσταντήμπεης στὰ ζερβὰ μὲ τὸν Χατζημιχάλη,
κι’ ἡ ἀραπιὰ γιουρούσευεν σὰν κῦμα θεργιεμμένον,
κι’ ἀπ’ τὴν φρηγάδα ὁπού ’βλεπεν ὁ Δεριγνὺς προστάζει:
«Λῦσε φελοῦκα, ναύκληρε, καὶ ῥούμι νὰ φορτώσῃς,
νὰ βγοῦμε νὰ κεράσωμεν τοὺς ἄξιους πολεμάρχους.
Καὶ σὺ γραμματικόπουλε εἰς τὴν Φραγκιὰ νὰ στείλῃς,
νὰ μάθουνε τὸν πόλεμον ποὺ κάνουν οἱ ἀντρειωμένοι,
πῶς εἶν’ στὴ γῆς οἱ δυνατοὶ κι' ὀρθοὶ οἱ γυμνωμένοι».

Εἰς Βαρθολομαῖον Σέῤῥαν



Εἰς Βαρθολομαῖον Σέῤῥαν

ο΄

Στοῦ Φουτοὺχ τὴν καστροπόρτα κόσμος βγῆκε νὰ ἰδῇ
κι’ ἕνας ξένος νὰ μαθάνῃ ῥώταε γέρο Μισιρλῆ.
«Ὁ φὰρθ ἒλ ρουμάν, ποὺ λένε, ἀπ’ ἐδῶ, ξένε, κινᾷ
μὲ τοὺς Ἕλληνους ἀντάμα, στὰ φαριὰ τ’ Ἀράβικα.
Ἡ ἔρημος τό ’χει τραγούδι καὶ οἱ μπαντουβῖνοι κλαῖσι
ποὺ ληστάρχους, χαραμῖτες σίδερα βαριά ’χει δέσει».

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Λιμενομαχία στὸ Γαλαξείδι

Λιμενομαχία στὸ Γαλαξείδι

ξθ΄

Πέφτουσιν τόπια τὸ ταχὺ καὶ λουμπαρδιὲς τὸ δείλι,
σειόνται κι’ οἱ ἀράδες τῶν σπιτιῶν κι’ ἡ τοῦ γιαλοῦ ἐστρώθη
καὶ τοῦ πελάου ἀπάνωθε μπούρμπερη ἀντάρ’ ἁπλώθη,
κι’ ὁ Ντουρατζίμπεης πολεμᾷ μὲ τοὺς Γαλαξειδιῶτες.
Μπόμπες βαρέσαν τὸ νερό, τὰ κάτεργα κουρσούμια,
βάρεσε κι’ ἡ τρανώτερη τὴν μπαρουταποθήκην.
Λαμπάδιασαν τὰ κύματα κι’ οἱ οὐρανοὶ φλομῶσαν,
φράξαν τὴν θάλασσα κορμιὰ καὶ τὸν ἀφρὸ σανίδια
καὶ τὸ πατάριν τοῦ βυθοῦ κουφάρια λειανισμένα.
Γαλιόττες κάησαν τέσσαρες, πέντε τὸν πιάνουν πρέζα
καὶ μιά, καὶ μισοκαίγοταν, οἱ μπαρμπαρέσοι ἐσῶσαν
καὶ τοῦ Ἔπαχτου τὴν ἀφεντιὰν μ’ ἐκείνην ἐγλυτῶσαν,
κι’ ὡς ἔφευγε σέρνει φωνή, γαβγίζει λυσσιασμένος,
τὸ γαῖμαν του στὴν κεφαλή, τὰ γένεια καπνισμένος:
«Θὰ τὸ πλερώσῃς πού ’καμες ἄτιμον Γαλαξείδι,
μὲ ἀντρειγιὰ δὲν πῆρα σε, μὲ μπαμπεσιὰ σὲ παίρνω,
καὶ χριστιανὴ μ’ ἐγέννησεν καὶ ἠξεύρω σὰν γιορτάζῃς.
Καὶ σήμερον σαρακοστὴ κι’ ὣς νά βγῃ φέρνω ἀσκέρι,
καὶ τῆς λαμπρῆς τὴν χαραυγήν, μὲ τὰ Χριστὸς ἀνέστη,
ξαρμάτωτο σοῦ ῥίχνομαι καὶ σὲ περνῶ μαχαίρι».

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Δῶρο ἀκριβὸ


Δῶρο ἀκριβὸ

ξη΄

Τί τό ’θελες μωρὲ Λενιὼ κρυφὰ νὰ ξεπορτίσῃς,
νὰ κατεβῇς εἰς τὸ γιαλόν, νὰ πλύνῃς τὰ προικιά σου.
Καὶ ἤλθασιν κι’ ἁρπάξαν σε κουρσάροι μπαρμπαρέσοι
καὶ τρίδιπλ’ ἁλυσῶσαν σε στὸ μεσιανὸ κατάρτι,
καὶ σκλάβα τους σ’ ἐκάμασι, στὴν μπαρμπαριὰ σὲ πᾶνε
δῶρο ἀκριβὸ τοῦ ἐμήρη τους...
γιά νὰ μοσχοπωλήσῃ σε, γιά ταίρι του νὰ σ’ ἔχῃ.



Μαρδαῗτες



Μαρδαῗτες

ξζ΄

Τρέμουν οἱ ἀμηρᾶδες, τρέμουν Σαρακηνοί,
τρέμουν τοὺς Μαρδαῗτες, τὸ χάλκινο καστρί.
«Ἀφέντη τῶν Ῥωμαίων γιὰ πάρε τους μακριά,
δώνω φαριὰ πενῆντα, χιλιάδες τρεῖς χρουσᾶ,
κι’ ὀχτὼ χιλιάδες δούλους τὸ ποὺ γυρνᾷ ἡ χρονιά».
«Ἀφέντη τῶν Ῥωμαίων δὲν τό ’καμες καλά,
τοὺς Μαρδαῗτες τράβηξες ’πὸ Ταῦρον καὶ Σουριά».



Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Ἀκρίτα


Ἀκρίτα

ξϚ΄

«Ἀκρίτα μ’, ἔρθεν ἄνοιξις, ἐρθὲν τὸ καλοκαίριν,
κι’ ἀπὸ Μισίρι καὶ Σουριὰ μαζώνοντ’ Ἀραβίδες.
Μαζώνοντ’ ἀρματώνονται φουσσᾶτα νὰ συνάξουν,
νὰ ’ρθοῦν καὶ νὰ κουρσέψωσι τὴν χώρα τῶν Ῥωμαίων».
«Κι’ ἐμεῖς ἐδῶ θὲ νά ’μαστε, καλῶς τους νὰ κοπιάσουν».

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Μαζέρος τῆς ἀγάπης


Μαζέρος τῆς ἀγάπης

ξε΄

Οἱ μάγοι οἱ Κορσικανοὶ ν’ ὁποὺ τοὺς λὲν μαζέροι
ὁλονυχτὶς στὰ ὀνείρατα ὁμάδιν κυνηγοῦσιν.
Σὲ βάλτους κι’ ἀκροποταμιὲς βγαίνουν εἰς τὸ καρτέριν,
κι’ ὅποιο θεργιὸ νὰ πρωτοϊδοῦν μὲ τὰ ῥαβδιὰ χτυποῦσιν.
Κι’ ὡς ξεψυχᾷ ξετάζουν το τίνος μορφὴ τοὺς φάνη,
κεῖνος ’πὸ τοὺς συγχωριανοὺς ἔνι γιὰ ν’ ἀποθάνῃ.
Κι’ ὁ ποὺ λαβώθη μιὰ φορὰ πλειὰ γλυτωμὸν δὲν ἔχει,
παρὰ ὣς νά βγῃ ἡ χρονιὰ τὸν Χάρον ἀπαντέχει.
Μὰ ἐγὼ ἀντὶς τὸν θάνατο νὰ λέγω τῶν ἀνθρώπων
κάλλιον νὰ λογιόμουνα μαζέρος τῆς ἀγάπης.
Σὰν πέφτῃ ἡ νύχτα νὰ κινῶ στὰ δάση τοῦ ὀνειράτου,
σὲ γοῦρνες, λάκκους, ῥεμματιὲς νὰ καρτερῶ λαφῖνες.
Σὰν ἔρχωνται νὰ πιοῦν νερό, τὴν κεφαλὴ καὶ σκύβουν,
μὲ τῆς ἀγάπης τὴν σαϊττιὰ νὰ τὲς ῥωτολαβώνω.
Κι’ ὡς καίγει ἡ λαβωματιὰ καὶ βαριαναστενάζουν,
ἀπ’ τοῦ καημοῦ τὸ στέναγμα τὴν κόρη νὰ γνωρίζω.
«Καλὴν ἡμέραν λυγερή». «Καλῶς μου τὸν μαζέρο».
»Σάμπως καὶ μ’ ὠνειρεύτηκες μαζέρε τῆς ἀγάπης;»
«Οἷον ποθεῖς το μὲ ζητᾷς γιὰ νὰ σοῦ μολογήσω,
ἐψὲς στ’ ὄνειρον μ’ ἔλαχες νὰ σὲ ῥωτοχτυπήσω.
Κι’ ἀφοῦ λαβώθης, λυγερή, πλειὰ γλυτωμὸν δὲν ἔχεις,
παρὰ ὣς νά βγῃ ἡ χρονιὰ τὸν ἔρωτα παντέχῃς».
(Σὰν τί ῥωτᾷς; Ποὺ λαχταρῶ χρόνους ὀχτὼ μικρό μου,
καὶ ἄλληνα παρ’ ἀπὸ σὲ δὲν ξεύρει τ’ ὄνειρό μου.)

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Τὸ τείχισμα τῆς Θήβας


Τὸ τείχισμα τῆς Θήβας

ξδ΄

Ἰδέτε πρωτομάστορες κι’ ἀδέλφι' ἀγαπημένα,
τῆς Θήβας θεμελιώνουσι τὸ μέγα καστροτείχι.
Ἀτός του ὁ Ζῆθος ξεκολλᾷ θεόρατα λιθάρια,
κι’ ὁ Ἀμφίων κρούει στὴ λύραν του γλυκόλαλο τραγούδι.
Κι’ ἀχὸς τοὺς λίθους, μαγικός, ἀράδα συνταιριάζει,
θεμελιοκαστροδένει τους δίχως ἀνθρώπου μόχθον!

Παρηγοριὰ τοῦ ἀοιδοῦ


Παρηγοριὰ τοῦ ἀοιδοῦ

ξγ΄

Σὰν γκρίζα καστροφυλακή, τριπλοκαγκελλωμένη,
μὲ προμαχῶνες ἁψηλούς, τάφρο βαθὺν ζωσμένη,
εἶν’ ἡ πολύπικρη πενιὰ ποὺ χρόνους πολεμῶ την,
μὰ τὰ μικρὰ τραγούδια μου βαστοῦν με καὶ βαστῶ την.
Ποὺ τά ’χω ἀντὶς γιὰ ῥοδαυγή, γιὰ ἥλιον μεσημέρι,
γιὰ τ’ ἀργυρόχρουν δειλινό, τ’ ὁλόδροσον ἀγέρι.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Τῆς θύμησης κρασὶ


Τῆς θύμησης κρασὶ

ξβ΄

Μοιάζει τ’ ἀνθρώπου ἡ ψυχὴ μὲ τρίσβαθο κελλάριν
ποὺ μέσα του ζυμώνεται ἀκέρηος του ὁ βιός.
Κι’ ὁπού ’παθεν κι’ ὁπού ’καμεν παληώνει κι’ ὡριμάζει
ὣς νὰ γενῇ τῆς θύμησης οἶνος γλυκόπιοτος.
Στὰ πάντερμά του γηρατειὰ τὴν κοῦπα νὰ κερνάῃ,
νὰ γεύεται τὰ νειῶτα του κι’ ὁ νοῦς του νὰ μεθάῃ.

Τὸ τραγούδιν τοῦ Φιλῆ


Τὸ τραγούδιν τοῦ Φιλῆ

ξα΄

«Φιλῆ, αὐτοῦ ποὺ κάθεσαι κι’ ὁλημερὶς νεγνώθεις,
πές μας σὰν τί στοχάζεσαι κι’ εἰς τὸ μυαλό σου κλώθεις,
στέκεις τῆς τάβλας μακριὰ καὶ τοῦ πιοτοῦ ἀλάργα,
κι’ οὔτε τὴν λύραν κρούεις την νὰ παίξῃς τῶν συντρόφων;»
«Πιάσε τὴν λύραν, βρὲ Φιλῆ, νὰ γλυκοτραγουδίσῃς,
μ’ ἀγάπες, πάθια κι’ ἀντρειγιὲς τὸ νοῦ μας νὰ γιομίσῃς».
«Ἀητὸς ἀητόπουλα γεννᾷ, ληοντάρια κάμει ὁ ληόντας,
κι’ ὁ ’πὸ βασιλικὴ γενηὰ κάμει τ’ ἀρχοντοπαίδια.
Ὅμοια καὶ ὁ Δημάρατος, Κορίνθιος, Βακχιάδης,
διωγμένος σήκωσε παννιὰ ἀπ’ τὴν γλυκειὰ πατρίδα
κι’ ἄραξε μὲς στοὺς Τυῤῥηνοὺς καὶ βασιληάς των γίνη.
Κι’ ἀξιώθ’ ὑγιὸν ποὺ κράτησε τὴν ῥάβδο στοὺς Λατίνους...»

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Δανάη


Δανάη

ξ΄

«Κελλί, ποιόν κρύβεις καὶ φυλᾷς;» «Τοῦ Ἀκρίσιου τὴν κόρη».
«Κι’ ὁ λόγος πού ’ναι σφαλιστή;» «Μὴ τὴν πλαγιάσ’ ὁ Δίας».
«Δύνεσαι τὸν θεὸν κρατᾷς;»
«Μήτε θεόν, μήτ’ ἄνθρωπον, σὰν εἶν’ ἐρωτευμένος,
κι’ ὁ τέτοια ποὺ στοχάζεται βαθιὰ εἶναι νυχτωμένος».