Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Ἐπίγραμμα στὸν πολεμιστὴ Τήλεφον ὁποὺ ἔπεσε στὴν μάχη τοῦ Καντὲς


Ἐπίγραμμα στὸν πολεμιστὴ Τήλεφον
ὁποὺ ἔπεσε στὴν μάχη τοῦ Καντὲς

μθ΄

Δὲν βρέθηκαν ἀκράνηδες νὰ πλέξουν μοιργιολόγιν,
μηδὲ παρθένες κι’ ἀδερφὲς νὰ νεκροτραγουδήσουν,
τὸ σιδερὸ κοντάρι σου, ἔρμο, θρηνολογοῦσεν.
«Ἀφέντη ἀκόμα μὲ βαστᾷς, σφιχτά, στ' ἄψυχο χέρι,
κι’ ὁ Χάρος στέκει, ἀναρωτᾷ π' ἀρνιέσαι νὰ μ’ ἀφήσῃς:
Μὴν ἀγαπᾷ τὸ πολεμᾶν; Τὸ πλέκει μὲς στὸ γαῖμα;
Κι’ ἐγὼ τοῦ Χάρου ἀντίλεξα, κοφτὰ τοῦ ἀποκρίθην:
Δὲν ἀγαπᾷ τὸ πολεμᾶν, τὸ πλέκει μὲς στὸ γαῖμα,
μὸν ἀγαπᾷ τὴν λευτεριὰν καὶ τὸ ψηλὰ κεφάλι».

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Ὁ ἄνθρωπος τῆς Κουσσάρα


Ὁ ἄνθρωπος τῆς Κουσσάρα

μη΄

Ἔβοσκα τὸ κοπάδιν μου, τὴν σύριγγα λαλοῦσα,
βιγλίζω ἀρχόντους κυνηγούς, τὸν ῥύακα διαβαίνουν,
σύγνεφο ἀσκώνουν τὸ νερό, τὰ κύματ’ ἀφροδέρνουν,
τὰ κύματ’ ἀφροπέρασαν, πισωκρατοῦν τ’ ἁμάξια.
Κάμω χουνὶ τὲς χοῦφτες μου, τοὺς νηοὺς καλημερίζω.
«Καλὴν ἡμέρα εὐγενικοί». «Γειά σου καὶ σὲ βοσκάρη».
«Ποῦ τάχατες πορεύεστε; Ποιόν ἔχετε μπροστάρη;»
«Εἰς τὸ κυνήγιν βαίνουμε, τῶν προεστῶν ἀγύμνη,
κι’ εἶν’, τῆς Κουσσάρας ὁ ἄνθρωπος, ὁ πρωτοκυνηγάρης,
καὶ ἡμεῖς τὸ κυνηγᾶτον του, παλατιανοὶ καὶ σόϊ».

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Ὁ βασιληὰς Λαβάρνας


Ὁ βασιληὰς Λαβάρνας

μζ΄

Σ
ὰν τὸ γεράκι πού ’θρεψεν φτεροῦγες τρανεμμένες,
κι’ ἀπ’ τὴν φωληὰ φτεροκοπᾷ στὰ πρῶτα του κυνήγια,
ὅμοια στὲς χῶρες χύθηκεν ὁ βασιληὰς Λαβάρνας.
Κι’ ὅλα τὰ κάστρα τὰ πατεῖ, τοὺς τόπους διαφεντεύει.
Τὴν Λάντα καὶ τὴν Χούσπινα, Λαζάρα, Πουρσουχάντα,
κι’ ἀκόμη τὴν Τουβάνουβα, τὴν Λοῦσνα, τὴν Νενάσσα.

Ἐνέδρα στὴν γῆ τῶν Λούκκα


Ἐνέδρα στὴν γῆ τῶν Λούκκα

μϚ΄

Φουσσᾶτον ἐκατέβαινε μὲ πλήθια στρατολάτες,
τοξότες, ἀκοντάρηδες, γοργοὺς ἁμαξηλάτες.
Ὁ ἀντάρτης παραμόνεψε, τοὺς ἔστησε καρτέριν,
ἐχύθη ξάφνου ὡς ἀητὸς στ’ ἄδολο περιστέριν.
Ὄχλος μὲ ὄχλον ἔκρουσε, πλέχτη καυγὰς καὶ φόνος,
καὶ ποιὸς θὲ νά ’βγῃ ὁ νικητὴς θεὸς τὸ ξεύρει μόνος.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Στὸν Κεντρίτη ποταμὸ


Στὸν Κεντρίτη ποταμὸ

με΄

Ὁ Χειρίσοφος, τῶν μπροστομάχων κύρης,
στέφανον φορεῖ, ἀπ’ τ’ ἄρματα γυμνώθη.
Τὰ ἄρματα κρατεῖ, μὲς στὸ ποτάμι μπαίνει,
στὰ δεξιά, ζερβὰ τὸν ἀκλουθοῦν συντρόφοι.
Περνοῦν τὸν ποταμό, περνοῦν οἱ ἀντρειωμένοι,
ὁμάδιν τραγουδοῦν καὶ τὸν παιᾶνα ψάλλουν.

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Ἔξεχ' ὦ φίλ' ἥλιε


Ἔξεχ’ ὦ φίλ’ ἥλιε

μδ΄

Ὁ Ξενοφῶντας τὸ ταχὺ γυμνὸς στὸ χιόνι ἐβγῆκε,
γυμνὸς ξύλα πελέκαγε, τὸν ἥλιον περικάλει.
«Γιὰ λάμψε, ἥλιε φίλε μου, νὰ λειώσουνε τὰ χιόνια,
νὰ μαζωχτῇ τὸ στράτευμα ὁπού ’ναι σκορπισμένο,
νὰ ζεσταθοῦν τὰ κόκκαλα ὁπού ’ναι παγωμένα,
κι’ ἔχουμε στράτα μακρυνή, στὴν θάλασσα θὰ πᾶμε...»



Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Γιὰ τὴν χώρα τῶν Καρδούχων


Γιὰ τὴν χώρα τῶν Καρδούχων

μγ΄

Σ’ ἀνατολὴ τὰ Ἐκβάτανα, στὴ δύσιν ἡ Λυδία,
Καρδούχων τ’ ἄγρια τὰ βουνὰ εἰς τοῦ βοριᾶ τὰ μέρη,
ἐκεῖ ποὺ ἐστεῖλε ὁ βασιληὰς ἀρίφνητον ἀσκέρι,
κι’ ἀπὸ μυριάδες δώδεκα μήτε στρατιώτης φάνη.
Κινοῦν καὶ γοργοβαίνουσιν, ἀφήνουν πίσω ἁπλάδες,
νὰ πρωτοπιάσουν τὰ στενά, Καρδοῦχος μὴ τοὺς κόψῃ.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Ἐλελεῦ


Ἐλελεῦ

μβ΄

Δάσος πυκνό, κοντάρια μύρια ὑψώσαμε,
τ’ ἀμφαλωτὰ σκουτάρια μας προτάξαμε.
Στόματα μύρια τὸ ἐλελεῦ ἐκράξαμε,
τὰ θάῤῥετα τῶν Μήδων τρὶς ἐκόπησαν.
Τὰ γόνατα λυγίζουν, οἱ ἐχθροὶ πισωπατοῦν,
οἱ Κῆρες πάνωθέ των, ὄρνεα ποὺ διψοῦν.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Τῶν Δολιέων ῥῆγας

Τῶν Δολιέων ῥῆγας

μα΄

Πέρα στὴν ἀκροθαλασσιά, σ’ ἀμμουδερὸ περγιάλι,
ἐκεῖ ἀράξαν ἡ Ἀργὼ κι’ οἱ Μίνυες ἀρχόντοι,
στρώνουνε μέρος νὰ δειπνοῦν, τόπο γιὰ νὰ πλαγιάζουν.
Γιδοβοσκὸς τοὺς βίγλισεν ἀπὸ ψηλὴ κορφοῦλα,
καὶ τὸ κοπάδιν ἄφηκε, στοῦ βασιληᾶ κινάει.
«Ὥρα καλή σου βασιληά». «Καλῶς τὸν πιστικό μου».
»Σὰν πῶς στὴν χώρα βρέθηκες, στοῦ παλατιοῦ τὴν στράτα;»
«Στὸ μεροβίγλι, στὰ σιμά, γίδια περιβοσκοῦσα,
κάτεργο βλέπω κι’ ἔρχεται κι’ εἰς τὸν γιαλὸν ἀράζει,
κι’ ἀπὰ στὸν ἄμμον βγήκανε πενῆντα παλληκάρια».
«Γιὰ λέγε μου, βρὲ πιστικέ, σὰν τί λογιῶ σοῦ μοιάσαν;»
«Πολλά ’μμορφο τὸ θώρι τους, τρανὸ τ’ ἀνάστημά τους,
βάστουν δρακόντων τ’ ἄρματα κι’ ἀρχοντικὰ ντυμένοι,
κι’ ἐλάμπαν τὰ ματάκια τους σὰν τ’ οὐρανοῦ τ' ἀστέρια».
Νά την καὶ ἡ βασίλισσα στὴν σάλα ξεπροβάλλει.
«Ποιά ἔγνοια τρώει τὸν ῥῆγα μου κι’ ἔτσι πολυλυπιέται;»
«Ξένους φοβοῦμαι, λυγερή, μὴν ἦρθαν γιὰ τὸ κοῦρσος».
«Ἂν χαραμῖτες κι’ ἂν ἐχθροὶ τ’ ἀσκέρι σου περίττου,
μ’ ἂν φίλοι κι’ ἂν εὐγενικοὶ ντροπή μας νὰ εἰποῦν το:
Πιάσαμε καὶ στῶν Δολιέων τὸν ἄξενο τὸν τόπο,
ὁποὺ βαρβάροι κατοικοῦν κι’ ὁ ῥῆγας τους ἀγροῖκος,
καὶ τοὺς ἀρχόντους δὲν τιμᾷ, τραπέζια δὲν τοὺς στρώνει».
«Ποιός εἶν’ ὁ νηὸς ὁπού ’ρχεται μὲ κύπελλο στὸ χέρι;
Μὲ δῶρα, σφάγια διαλεχτά, στάμνες κρασὶ ποὺ φέρει;»
«Ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύζικος, τῶν Δολιέων ῥῆγας...»

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Ἐν Δηλίῳ


Ἐν Δηλίῳ

μ΄

Ἐστράφησαν οἱ Ἀθηνηοὶ καὶ δρέμου ὡς τὸ κοπάδιν,
καὶ ὁ Σωκράτης μάχεται, στὸ σκυλολόϊν ληόντας.
Ψηλά ’χει τὸ σκουτάριν του, ψηλὰ τὴν κεφαλή του,
κι’ ὅσο κονταροκρούουν τον, διπλᾶ κονταροκρούει.
Καὶ πέρφανος ὑποχωρεῖ, σὰν βασιληὰς στὸν ὄχλον,
ὁπλίτης καὶ φιλόσοφος, Λακεδαιμόνιος ὅμοιος.

Τὸ συμβούλιον


Τὸ συμβούλιον

λθ΄

Ὁ Ἄτλας, μέγας βασιλεύς, πόλεμον θέλει κάμει,
τῆς Ἀθηνᾶς τ’ ἅγιο καστρὶ βούλεται νὰ πατήσῃ.
Συνάζει ἀσκέρι ἀρίφνητον ὅπ’ ἄλλοτε δὲν φάνη.
Χίλια διακόσια κάτεργα, τ’ ἅρματα μιὰ μυριάδα,
κι’ ἂν βάνῃς τῶν συμμάχων τα, τοῦ ἀγροῦ τὴν ἀγριάδα.
Στέλνει, καλεῖ τοὺς ἄρχοντας νὰ τόνε συμβουλέψουν.
Μισοὶ σκύβουν στὸ πάτωμα κι’ ἄλλοι θωρᾶν ταβάνι
κι’ ὁ γέρων ὁ Ἀντιλλιανὸς τὸν Ἄτλαντα κοιτάει.
«Δύο μυριάδες, βασιληά, τῶν Ἀθηνηῶν τ’ ἀσκέρι,
δρακόντοι καὶ δρακόντισσες, πολεμαναθρεμμένοι,
ποὺ φόβον δὲν τρομάζουνε καὶ τρόμον δὲν φοβοῦνται,
καὶ κάθε βῆμα ὁποὺ πατοῦν τὴν λευτεριὰ θυμοῦνται».


Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Στὸν Ἀσσίναρον


Στὸν Ἀσσίναρον

λη΄

Στὸν ποταμὸν Ἀσσίναρον μέγα κακὸ ποὺ ἐγίνη,
οἱ Συρακοῦσοι μάντρωσαν τοὺς Ἀθηνηοὺς ὁμάδιν.
Κι’ ἀπὸ τὴν δίψα οἱ Ἀθηνηοὶ πόλεμον δὲν βαστοῦσι,
μὸν τ’ ἄρματα χαμοβροντοῦν καὶ τὸ νερὸ ποθοῦσι.
Κι’ ἄλλος πίνει καὶ σφάζεται κι’ ἄλλος σφαγμένος πίνει,
κι’ ὁ ζωντανὸς μὲ τοῦ νεκροῦ τὸ γαῖμα ξεδιψάει.

Λαοὶ τῆς θάλασσας


Λαοὶ τῆς θάλασσας

λζ΄

Κάτεργα δέκ’ ἀρμάτωσα, γεράκια πελαγίσια,
μπάρκαρα καὶ κουρσάτορες, πειράτους γεμιτζῆδες
κι’ ἀπ’ τὴν Λυκίαν ἀρμένιζα στῆς Αἴγυπτος τὰ μέρη.
Νὰ ποίσω κοῦρσα περισσά, νὰ φορτωθῶ λογάριν,
Αἰγύπτιους μ’ Αἰγύπτιες νὰ βγάλω εἰς τὸ παζάριν,
στὰ ἔμμορφα τὰ Αἰγυπτόπουλα μαύρη σκλαβιὰ νὰ φέρω.

Τοῦ Ἰονίου ἀντίπερα


Τοῦ Ἰονίου ἀντίπερα

λϚ΄

Ἡ αὐγοῦλα μόλις χάραξεν οἱ λαμνοκόποι ἐπᾶψαν,
τὰ βαθουλὰ καράβια μας στὸν ἄμμον πάνω ἀράξαν,
ἐφύσαγεν βοριᾶς γλυκός.
Σὰν ψηλωμένο ἀητόπουλο πρὸς τὴν στερηὰ κοιτάζει,
πριχοῦ τὰ πόδια νὰ βραχοῦν τ’ ἀκόντιον τινάζει
ὁ βασιλέας Οἴνωτρος...

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Τὰ ὅμοια


Τὰ ὅμοια

λε΄

Ἐδείπνα ὁ Νεοπτόλεμος, κρασόπινε κι’ ἐγλέντα,
κι’ ἀπόδειπνό του ἐτρόχιζαν Ἰλλυρικὴ μαχαίρα.
Μὰ τοῦ καιροῦ ὁ γυρισμὸς τὰ ὅμοια θέλει φέρει,
ὁ Πύῤῥος ν’ ἀδικοσφαχτῇ μ' Ἰλλυρικὸ μαχαίρι.

Ἡ σωτηρία τῆς Σπάρτης

Ἡ σωτηρία τῆς Σπάρτης

λδ΄

Κατέφθασε ἀπὸ Κόρινθο Φωκεὺς ὁ Ἀμεινίας,
ὁ στρατηγὸς τ’ Ἀντίγονου μὲ ξένους μισταρκούς.
Κι’ ἀπὸ τὴν Κρήτη πρόφτασεν ὁ βασιληάς μας Ἄρευς,
μὲ δυὸ χιλιάδες στράτευμα, ὅλ' ἄντρες διαλεχτούς.
Ἀμῆτε οἱ γέροι σπίτια σας, γυναῖκες τραβηχτῆτε,
κι’ ἡ Σπάρτη ν’ ἤθελε σωθῆ καὶ πλειὸν μὴ πολεμῆτε.


Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Ἀντροκάλιο


Ἀντροκάλιο

λγ΄

Οἱ Μολοσσοὶ κι’ οἱ Μακεδνοὶ σὲ πόλεμον ἐμπλέξαν,
τὸν πόλεμον δὲν τέλευαν καὶ νικητὴς δὲν ἦτον,
κι’ ὁ Πάνταυχος σέρνει φωνή, τοῦ Πύῤῥου ἀντροκάλιο.
«Βγές, Πύῤῥε, νὰ παλεύωμεν, τὴν χώρα ποιὸς νὰ πάρῃ.
Τὸ ξεύρω μπρὸς θὰ πεταχτῇς, ὁτί ’σαι παλληκάρι.
Κι’ ἔνι τοῦ βασιληᾶ τιμὴ τὸν πόλεμον νὰ λύνῃ,
γιὰ τοὺς πολλοὺς τὸ γαῖμα του στὴ μαύρη γῆς νὰ χύνῃ».

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Τὰ λόγια τοῦ Κινέα


Τὰ λόγια τοῦ Κινέα

λβ΄

Γοργοπερνοῦ οἱ δρακέλλενοι μετὰ καβαλλαρίας,
καὶ παραπίσω ἡ φάλαγγα μὲ τοὺς σαρισοφόρους.
Πύῤῥος ἐσύναξε στρατιὰ τὴν Ῥώμη νὰ πατήσῃ,
φέρνει μαζί του κι’ Ἰνδικὰ θεριὰ νὰ τοὺς νικήσῃ.
Φέρνει συμμάχους Λευκανούς, Ταραντινούς, Σαυνῖτες,
τὰ λόγια τοῦ φιλόσοφου γιὰ καστροπολεμῖτες.

Ὁ θάνατος τοῦ Ὄπλακου


Ὁ θάνατος τοῦ Ὄπλακου

λα΄

Ὁ Ὄπλακος, γεῖς Φρεντανός, τὸν βασιληὰ τηράει,
τὸν ληόνταν ὕαιν’ ἀκλουθᾷ καὶ κάμνει φαντασμένα.
Κεντᾷ τ’ ἀλόγου τὰ πλευρά, βοριᾶς θρᾳκιὰς χυμάει,
δόξα πολέμου γύρευεν...