Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

The Sun Has Long Been Set



















Ποίημα τοῦ Γουίλλιαμ Γουόρντσγουορθ

Εἶν’ ἀπ’ ὥρα ὅπου ὁ ἥλιος ἔχει δύσει,
τ’ ἄστρη ἀνὰ δυὸ καὶ τρία νηοφερμένα,
μήτ’ ἀκόμη τὰ πουλάκια ἔχουν σιωπήσει
σὲ δεντρὰ καὶ θάμνους μέσα φωλεμμένα.
Μιὰ ἢ δυὸ τσίχλες, κι’ ἕνας κοῦκκος μὲ γυρίζει,
κι’ ὁ ἀγέρας μακρυνὸς ὅπου σφυρίζει,
καὶ ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ ὅπου ἀναβλύζει,
καὶ τοῦ κούκκου ὁ ἡγεμονικὸς κρωγμὸς
ἀντηχεῖ καὶ γέμει ὁ κοῖλος οὐρανός.
Ποιός θὰ ἤθελε τάχα «νὰ παρελάσῃ»
στὸ Λονδίνο, «δῆθεν κάποιος νὰ περάσῃ»,
ἕνα βράδυ τοῦ Ἰούνη σὰν κι’ αὐτὸ
μὲ τέτοι’ ὡραῖο μισοφέγγαρο ἁπαλό,
καὶ μ’ ἀθῷες εὐδαιμονιὲς γύρω του ὁμάδι;
Ἕνα βράδυ ὅπως εἶν’ αὐτὸ τὸ βράδυ.


Πορτραῖτο: Margaret Gillies;
"Courtesy of the University of Texas Libraries, The University of Texas at Austin."

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

An Arrest



















Διήγημα τοῦ Ἀμπρόουζ Μπὴρς

Ἔχοντας δολοφονήσει τὸν γαμπρό του, ὁ Ὄρριν Μπρόουερ ἀπὸ τὸ Κεντάκυ διέφευγε τῆς δικαιοσύνης. Εἶχε δραπετεύσει ἀπὸ τὴν ἐπαρχιακὴ φυλακή, ὅπου ἐκρατεῖτο προφυλακισμένος ἀναμένοντας τὴν δίκη του, ἀφοῦ ἐξουδετέρωσε τὸν δεσμοφύλακά του μ’ ἕναν σιδερένιο λοστό, τοῦ ἔκλεψε τὰ κλειδιά, ἄνοιξε τὴν ἐξωτερικὴ πόρτα καὶ χύθηκε μέσα στὴν νύχτα. Ἐφ’ ὅσον ὁ δεσμοφύλακας ἦταν ἄοπλος, ὁ Μπρόουερ δὲν εἶχε στὴν κατοχή του κάποιο ὅπλο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ὑπερασπιστῇ τὴν ἀνακτημένη ἐλευθερία του. Μόλις πέρασε τὰ ὅρια τῆς πόλεως εἶχε τὴν ἀπερίσκεπτην ἰδέα νὰ μπῇ σ’ ἕνα δάσος· τοῦτο συνέβη πολλὰ χρόνια πίσω, ὅταν ἡ περιοχὴ ἐκείνη ὑπῆρξε ἀγριώτερη ἀπ’ ὅσο εἶναι σήμερα.
     Ἡ νύχτα ἦταν ἀρκετὰ σκοτεινή, δίχως ὁρατὸ φεγγάρι κι’ ἄστρα, καὶ καθὼς ὁ Μπρόουερ δὲν εἶχε κατοικήσει ποτέ του ἐκεῖ γύρω καὶ ἀγνοοῦσε τὴν διαμόρφωσι τῆς περιοχῆς, δὲν ἀπεῖχε, φυσιολογικά, πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ χαθῇ. Ἀδυνατοῦσε νὰ διαπιστώσῃ τὸ ἂν ἄφηνε ὁλοένα καὶ περισσότερο πίσω του τὴν πόλι ἢ ἐπέστρεφε σ’ αὐτήν, ἕνα ἐξαιρετικὰ κρίσιμο ζήτημα γιὰ τὸν Ὄρριν Μπρόουερ. Γνώριζε πὼς σὲ κάθε περίπτωσι μία ὁμάδα καταδιώξεως πολιτῶν συνοδείᾳ ἀγέλης σκύλων «Μπλάντχαουντ» θὰ βρισκόταν σύντομα στὰ χνάρια του καὶ πὼς οἱ πιθανότητές του νὰ δραπετεύσῃ φάνταζαν λιγοστές· ὅμως δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ βοηθήσῃ καὶ ὁ ἴδιος στὸ ἀνθρωποκυνηγητό του. Ἀκόμα καὶ μία ὥρα ἐπιπλέον ἐλευθερίας ἄξιζε τὸν κόπο.
     Ξαφνικὰ βρέθηκε ἀκάλυπτος ἀπὸ τὸ δάσος μέσα σ’ ἕναν παληὸ δρόμο, κι’ ἐκεῖ μπροστά του εἶδε, ἀπροσδιόριστα, τὴν μορφὴ κάποιου ἄντρα, νὰ στέκῃ ἀκίνητος μέσα στὸ σκοτάδι. Πολὺ ἀργὰ γιὰ ὀπισθοχώρησι: ὁ δραπέτης διαισθάνθηκε, ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων ἐξήγησε, πὼς μὲ τὸ πρῶτο του πισωπάτημα πρὸς τὸ δάσος «θὰ γέμιζε μὲ σκάγια». Τὸ λοιπὸν οἱ δυό τους ἔστεκαν ἐκεῖ σὰν δέντρα. Ὁ Μπρόουερ κόντεψε νὰ πάθῃ ἀσφυξία ἀπὸ τὴν δραστηριότητα τῆς ἴδιας του τῆς καρδιᾶς· ὁ ἄλλος… τὰ συναισθήματα τοῦ ἄλλου δὲν εἶναι καταγεγραμμένα.
     Μία στιγμὴ ἀργότερα, ἴσως καὶ νὰ εἶχε περάσει μιὰ ὥρα, τὸ φεγγάρι ἀρμένισε σ’ ἀσυγνέφιαστη κηλῖδα τ’ οὐρανοῦ καὶ ὁ κυνηγημένος ἄντρας εἶδε κείνη τὴν ὁρατὴ ἐνσάρκωσι τοῦ νόμου νὰ ὑψώνῃ τὸ χέρι καὶ νὰ δείχνῃ μὲ νόημα πρὸς καὶ πέραν αὐτοῦ. Ἐννόησε. Στρέφοντας τὴν πλάτη του στὸν κρατητή του βάδισε πειθήνια πρὸς τὴν ὑποδειχθεῖσα κατεύθυνσι, δίχως νὰ κοιτάζῃ μήτε δεξιὰ μήτε ἀριστερά· τολμῶντας μετὰ βίας ν’ ἀναπνέῃ, μὲ τὸ κεφάλι καὶ τὴν πλάτη του νὰ πονοῦν πραγματικὰ ἕνεκα τῆς προφητείας τῶν σκαγιῶν.
     Ὁ Μπρόουερ ἦταν τόσο θαῤῥαλέος ἐγκληματίας ὅσο ἔζησε ποτὲ γιὰ νὰ κρεμαστῇ·  τοῦτο καταδεικνύεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες φοβεροῦ προσωπικοῦ κινδύνου ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων δολοφόνησε ψυχρὰ τὸν γαμπρό του. Κρίνεται ἄσκοπο νὰ τὶς συσχετίσουμε ἐδῶ· δημοσιοποιήθηκαν στὴν δίκη του, καὶ ἡ ἀποκάλυψι τῆς ψυχραιμίας του κατὰ τὴν ἀντιμετώπισί τους κόντεψε νὰ τοῦ σώσῃ τὸν λαιμό. Ὅμως τί νὰ περιμένῃς; Ὅταν ἕνας γενναῖος ἄντρας ἔχῃ νικηθῆ, ὑποτάσσεται.
     Ἔτσι συνέχισαν τὴν διαδρομή τους πρὸς τὴν φυλακὴ κατὰ μῆκος τοῦ παληοῦ δασικοῦ δρόμου. Μόνον μία φορὰ ὁ Μπρόουερ τόλμησε νὰ στρέψῃ τὸ κεφάλι του: μόλις μία, ὅταν προχώρησε σὲ βαθὺν ἥσκιο καὶ γνώριζε πὼς ὁ ἄλλος βρισκόταν ὑπὸ τὸ φεγγαρόφως, κοίταξε πρὸς τὰ πίσω. Ὁ ἄντρας ποὺ τὸν κρατοῦσε ἦταν ὁ Μπάρτον Ντάφ, ὁ δεσμοφύλακας, λευκὸς ὅσον ὁ θάνατος, καὶ ἔφερε πάνω στὸ μέτωπό του τὸ μπλάβο σημάδι τοῦ σιδερένιου λοστοῦ. Ἡ περιέργεια ἔπαψε νὰ τρώῃ τὸν Ὄρριν Μπρόουερ.
     Τελικὰ εἰσῆλθαν στὴν πόλι, ἡ ὁποία ἦταν πάμφωτη, ὅμως ἔρημη· μόνον οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ παρέμεναν, καὶ εἶχαν μαζευτῆ ἀπὸ τοὺς δρόμους. Ὁ ἐγκληματίας συνέχισε τὸν δρόμο του ἴσια πρὸς τὴν φυλακή. Βάδισε ἴσια ἐπάνω στὴν κεντρικὴν εἴσοδο, ἅπλωσε τὸ χέρι του στὸ πόμολο τῆς βαρειᾶς σιδερένιας πόρτας, τὴν ἔσπρωξε ν’ ἀνοίξῃ δίχως ἔλεγχο, εἰσῆλθε καὶ βρέθηκε ἀντιμέτωπος μὲ μισὴ ντουζῖνα ὡπλισμένων ἀντρῶν. Κατόπιν γύρισε. Οὐδεὶς τὸν ἀκολουθοῦσε.
     Ἐπάνω σ’ ἕνα τραπέζι τοῦ διαδρόμου κειτόταν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Μπάρτον Ντάφ.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

In An Artist's Studio



















Ποίημα τῆς Κριστίνα Τζωρτζίνα Ροσσέτι

   Ἀπ’ ὅλους τοὺς καμβάδες του μιὰ ἡ ὄψι ποὺ κοιτάει,
   ἴδια ἡ μορφὴ ποὺ κάθεται ἢ περπατᾷ ἢ γέρνει:
   πίσω ἀπ’ αὐτὲς τὶς προβολὲς τὴν βρήκαμε κρυμμένη,
   μέσ’ ἀπ’ αὐτὸ τὸ κάτοπτρο τὸ κάλλος της περνάει.
   
   Ῥήγισσα, βαθυκόκκινα ἢ ὀπάλλινα φοράει,
   θέρος σὲ λαχανόκηπον ἄσημη κόρη μένει,
   γυνὴ ἁγία, ἄγγελος – κάθε καμβὰς σημαίνει
   τὸ ἴδιον ἕνα νόημα, προεκτάσεις δὲν χωράει.
   
   Τρέφεται ἀπὸ τὴν ὄψι της νυχθημερὸν αὐτός,
   βλέμμα ζεστὸ κι’ ἀληθινὸ κείνη τοῦ ἀντιδωρίζει,
   ὡς τὸ φεγγάριν ἔμμορφη κι’ εὔθυμη ὡς τὸ φῶς:
   
   Ὄχι χλωμὴ ἀπ’ τὸ στήσιμο, λύπη δὲν τὴν σκοτίζει·
   ὄχι ὡς εἶναι, μὰ ἡ παληά, ποὺ ἔλαμπ’ ἐλπίδα μπρός,
   ὄχι ὡς εἶναι, μὰ ἡ πλαστὴ ποὺ στ’ ὄνειρό του ὁρίζει.


   Σχέδιο: Dante Gabriel Rossetti

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Chaplinesque



















Ποίημα τοῦ Χάρολντ Χὰρτ Κρέην

Πραγματοποιοῦμε τὶς ταπεινὲς προσαρμογές μας,
ἱκανοποιημένοι μὲ τόσο τυχαῖες παρηγοριὲς
καθὼς ὁ ἄνεμος νὰ καταθέτῃ
σὲ γλιστερὲς καὶ πολὺ φαρδειὲς τσέπες.

Ὅτι μποροῦμ’ ἀκόμη ν’ ἀγαποῦμε τὸν κόσμο, ποὺ σμείγει
κάποιο γατάκι νὰ λιμοκτονῇ στὸ σκαλοπάτι, καὶ γνωρίζει
ἀπανεμιὲς νὰ τὸ φυλοῦν ἀπ’ τὴν μανία τοῦ δρόμου,
ἢ τοῦ ἀγκῶνα σκισμένες κρυψῶνες ζεστές.

Θὰ παραμερίσουμε, καὶ μέχρι τὸ στερνὸ μειδίαμα
θὰ βραδύνουμε τὴν καταδίκη κείνου τοῦ μοιραίου ἀντίχειρα
ποὺ ἀργοτρίβει τὸν πτυσσόμενο δείκτη του πρὸς ἐμᾶς,
δεχόμενοι τ’ ἀνόρεχτο λοξοκοίταγμα μὲ πόσην ἀφέλεια
καὶ μὲ πόσην ἔκπληξι!

Κι’ ὡστόσο τοῦτες οἱ περίτεχνες πτώσεις δὲν εἶναι ψεύδη
περσσότερο ἀπ’ τὶς πιρουέτες κάθ’ εὐκάμπτου μπαστουνιοῦ·
Οἱ κηδεῖες μας δὲν εἶναι, τρόπον τινά, ἐπιχείρησις.
Μποροῦμε νὰ σᾶς ἀποφύγουμε, καὶ κάθε τὶ πλὴν τῆς καρδιᾶς:
Ποιὸ τὸ κρῖμα μας ἂν ἡ καρδιὰ συνεχίζῃ νὰ ζῇ.

Τὸ παιχνίδι ἐπιβάλλει μειδιάματα· ὅμως ἔχουμε δεῖ
τὸ φεγγάρι στὰ μοναχικὰ στενὰ νὰ χρίζῃ
τοῦ γέλιου ἅγιο δισκοπότηρο ἕν’ ἀδειανὸ τεφροδοχεῖο,
καὶ μέσα σ’ ὅλον τὸν ἀχὸ τῆς εὐθυμίας καὶ περιπέτειας
ἔχουμ’ ἀκούσει κάποιο γατάκι στὴν ἐρημία.

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Nathicana



















Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ἦταν στὸ ἁπαλόχροο περβόλι τῆς Ζαΐδος·
μέσα στοὺς ὁμιχλόσκεπους τοὺς κήπους τῆς Ζαΐδος,
κεῖ ὅπου ἀνθίζει ὁ λευκὸς ἀνθὸς τῆς νεφαλότης,
ὁ εὐώδης τῆς μεσονυχτιᾶς ὁ ἀγγελιοφόρος.
Ἐκεῖ κοιμοῦνται ἀσάλευτες οἱ λίμνες τοῦ κρυστάλλου,
καὶ ῥυάκια ὅπου ἀργοκυλοῦν δίχως νὰ κελαρύζουν·
ῥυάκια γαληνόῤῥοα ἀπ’ τὲς σπηληὲς τοῦ Κάθος
ποὺ συλλογιοῦνται πνεύματα πρᾶα τῆς ἀμφιλύκης.
Καὶ τῶν λιμνῶν καὶ ῥυακιῶν τὲς ὄχθες καμαρώνουν
γιοφύρια ἀπ’ ἀλάβαστρο καθάριο καμωμένα,
λευκὰ γιοφύρια ὅλα τους πιδέξια λαξεμμένα
μ’ ἀπεικονίσεις νεραϊδῶν καὶ μὲ μορφὲς δαιμόνων.
Πλανῆτες κι’ ἥλιοι ἀνοίκειοι δῶ πέρα λαμπυρίζουν,
κι’ ἀνοίκειος τοῦ Βανάπιδος φαντάζει ὁ μηνίσκος
ποὺ πέρ’ ἀπ’ τοὺς κισσόπλεχτους δύει τοὺς προμαχῶνες
κεῖ ὅπου κατακάθεται τοῦ δειλινοῦ ἡ σκόνη.
Ἐδῶ τοῦ Γυάμπον οἱ λευκοὶ ἀτμοὶ ποὺ κατεβαίνουν,
κι’ ἐδῶ μὲς στῶν λευκῶν ἀτμῶν τὲς ἀνεμόῤῥοες δῖνες
ἦταν ὅπου ἀντίκρυσα τὴν θεία Ναθικάνα·
τὴν Ναθικάνα ζάλευκη κι’ ἀνθοστεφανωμένη,
τὴν Ναθικάνα λυγερὴ καὶ σκοτεινομαλλοῦσα,
τὴν Ναθικάνα ἀλ’κόχειλη καὶ δαμασκηνομμάτα,
τὴν Ναθικάνα ὁλόγλυκεια καὶ ἀργυρολαλοῦσα,
τὴν Ναθικάνα λατρευτὴ κι’ ἀχνοχρωμοντυμένη.
Καὶ ἦταν μου ἀείποτες ἡ πολυαγαπημένη,
ἀπὸ καιροὺς ποὺ ἀποίητος ὁ Χρόνος δὲν κυλοῦσε,
ἀπὸ μέρες ποὺ ἀποίητα τ’ ἄστρη δὲν λαμποφέγγαν
κι’ ὅλα ἦσαν ἀποίητα, ὅλα ἐκτὸς τοῦ Γυάμπον.
Κι’ ἐδῶ ἦταν ποὺ οἰκούσαμε παντοτινὰ στὸ πάντα,
ἐμεῖς τὰ ἀπονήρευτα τὰ τέκνα τῆς Ζαΐδος,
σὲ μονοπάτια ἀνέμελοι καὶ φυλλωσιῶν ἁψῖδες,
τῆς νεφαλότης τ’ ἅγιανθος λευκοστεφανωμένοι.
Πόσες φορὲς δὲν πλεύσαμε μέσα στὴν ἀμφιλύκη
πάνω ἀπὸ ἀνθοσκέπαστες λοφοπλαγιές, λειβάδια
κάτασπρα μὲ στρωσίδι τους τὸ ταπεινὸ ἀστάλθον,
τὸ ταπεινὸ ἀλλ’ ἔμμορφο συνάμα τὸ ἀστάλθον,
κι’ εἰς κόσμ’ ὠνειρευτήκαμε μ’ ὀνείρεμμα φτειασμένον
ὄνειρα ὡραιότερα κι’ ἀπ’ τὴν Ἐδὲμ ἀκόμα
ζωηρὰ κι’ ἀληθινώτερα τῆς λογικῆς ἀκόμα!
Ἔτσι κυλοῦσαν οἱ καιροί, μὲ ὄνειρα κι’ ἀγάπη,
ὥσπου ἦρθεν ἡ κατάρατη ἡ ἐποχὴ τοῦ Ζάννιν,
ἡ δαιμονοκατάρατη ἡ ἐποχὴ τοῦ Ζάννιν·
ὅταν κόκκινοι ἔλαμψαν οἱ ἥλιοι κι’ οἱ πλανῆτες,
κόκκινος τοῦ Βανάπιδος λαμπύρισε ὁ μηνίσκος,
καὶ κόκκινοι κατέβαιναν πειὰ οἱ ἀτμοὶ τοῦ Γυάμπον.
Κατόπιν ἐκοκκίνησαν οἱ ἀνθοὶ καὶ τὰ ῥυάκια
κι’ οἱ λίμνες ὅπου ἁπλώνονται κάτω ἀπὸ τὰ γιοφύρια,
μέχρι ποὺ κι’ ὁ ἀκίνητος ἀλάβαστρος καὶ κεῖνος
ῥόδινος ἐφωσφόριζε κι’ ἀφύσικ’ ἀνακλοῦσε
ὥσπου ὅλα τὰ λαξεύματα, δαίμονες καὶ νεράϊδες,
λαγνοκοιτοῦσαν κόκκινα ἀπ’ τὰ ἡσκιωμένα πλαίσια.
Πειὰ ἡ ὅρασίς μου κόκκινη, καὶ ἀποτρελαμένος
πίσω ἀπ’ τὸ πέπλο τὸ κρουστὸ πάλεψα νὰ θωρήσω,
νὰ ἰδῶ γιὰ λίγο στὰ κλεφτὰ τὴν θεία Ναθικάνα·
τὴν ἄσπιλη, λευκόδερμη γιὰ πάντα Ναθικάνα·
τὴν λατρεμμένη, ἀνάλλαγη στὸν χρόνο Ναθικάνα.
Ὅμως στροβιλιζόμενος στῆς τρέλας μου τὴν δίνη
ἡ ὅρασίς μου ἐθόλωσε μὲς στὸν σκληρό της μόχθο,
ἡ ὅρασίς μου ἡ κόκκινη κι’ ἀναθεματισμένη,
καὶ μοῦ ’χτισε νὰ θεωρῶ ἕναν καινούργιο κόσμο·
καινούργιο κόσμο ποὺ ἔγεμε σκότους καὶ κοκκινίλας,
ἕνα κῶμα φρικιαστικὸν ὅπου καλεῖται βίος.
Πλέον ἐντὸς τοῦ κώματος ὅπου καλεῖται βίος
τὰ φωτεινὰ φαντάσματα τῆς ἐμμορφιᾶς βιγλίζω·
τὰ ψεύτικα φαντάσματα τῆς ἐμμορφιᾶς, τὰ κούφια
ποὺ ὅλα τοῦ Ζάννιν τὰ κακὰ μέσα τους πεπλοκρύβουν.
Μ’ ἀστείρευτη καὶ μ’ ἄπειρη λαχτάρα τὰ βιγλίζω,
τόσ’ ὅμοια μοῦ φαντάζουνε μὲ τὴν ἀγαπημένη,
καλλίγραμμα καὶ ποθητὰ σὰν τὴν ἀγαπημένη,
ὅμως λερὸ στὰ μάτια τους ἀστράφτει τὸ κακό τους·
τὸ ἀνελεημόνητο καὶ βάναυσο κακό τους,
κακὸ πολὺ περσσότερον ἀπ’ τῶν Θάφορν καὶ Λάτγκοζ,
ἀῤῥωστημένο δυὸ φορές, ὅτι στὸ κάλλος κρύφθη.
Καὶ μόνο στῆς μεσονυχτιᾶς τὴν ὥρα ὅταν κοιμοῦμαι
ἡ Ναθικάνα φαίνεται, ἡ ἀφανισμένη κόρη,
ἡ Ναθικάνα ἡ ἄσπιλη, τὸ ζάλευκό της θώρι,
ποὺ εἰς μιὰ ματιὰ τοῦ ὀνειρευτῆ χάνεται, ξεθωριάζει.
Ξανὰ καὶ πάλι τὴν ζητῶ κι’ ἄπαυτα τὴν γυρεύω·
πλαθοτικὰ βαριὰ πιοτὰ πλέον μὲ συντροφεύουν,
βαριὰ ὅπου ἐζυμώθησαν μὲ οἶνο τῆς Ἀστάρτης
καὶ μὲ ὀδυρμῶν πολύχρονων τὸ δάκρυ ἐνισχυμένα.
Πόσο ποθῶ καὶ νοσταλγῶ τοὺς κήπους τῆς Ζαΐδος·
τὸ ἔμμορφο χαμένο μου περβόλι τῆς Ζαΐδος
κεῖ ὅπου ἀνθίζει ὁ λευκὸς ἀνθὸς τῆς νεφαλότης,
ὁ εὐώδης τῆς μεσονυχτιᾶς ὁ ἀγγελιοφόρος.
Τὸ τελευταῖο δραστικὸ πιοτὸ παρασκευάζω,
ἕνα πιοτὸ ποὺ οἱ δαίμονες πολὺ τὸ κάνουν κέφι,
πιοτὸ ποὺ θ’ ἀποδιώξῃ εὐθὺς ὅλη τὴν κοκκινίλα·
τὸ κῶμα τὸ φρικιαστικὸν ὅπου καλεῖται βίος.
Σύντομα, πολὺ σύντομα, ἡ ζύμωσι ἂν πετύχῃ,
ἡ κοκκινίλα θὰ χαθῇ κι’ ἡ τρέλα θὰ ἐκλείψῃ,
στοῦ σκωληκοπολυάνθρωπου τοῦ σκοταδιοῦ τὰ βύθη
οἱ ποταπὲς οἱ ἅλυσες ποὺ μ’ ἔδεναν θὰ λειώσουν.
Καὶ πάλι ὅπως ἀλλοτινὰ οἱ κῆποι τῆς Ζαΐδος
λευκοὶ θ’ αὐγίσουν στῶν ματιῶν τὴν χρόνια μου τυράγνια,
κι’ ἐκεῖ μὲ τοὺς λευκοὺς ἀτμοὺς τοῦ Γυάμπον τυλιγμένη
ἀντίκρυ μου θὰ στέκεται ἡ θεία Ναθικάνα·
ἡ Ναθικάνα ἡ ἄφθαρτη κι’ ἀποκατεστημένη
ποὺ ὁ βίος δὲν ἐγνώρισεν ἴση καὶ ὅμοιά της.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

The Outpost



















Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Ὅταν πειὰ στ’ ὠχρὸ τὸ ῥέμμα ἡ σπερνὴ δροσιὰ κοιμᾶται
καὶ στοιχειώνουνε οἱ ἥσκιοι τῶν ζουγκλῶν τὰ μονοπάτια,
φλογωμένα λαμποφέγγουν τῆς Ζιμπάμπουε τὰ παλάτια
γιὰ ἕναν βασιληὰ μεγάλο ποὺ νὰ ὀνειρευτῇ φοβᾶται.

Ὅτι μοναχὰ ἐκεῖνος μὲς στὰ σμάρια τῶν ἀνθρώπων
τὸν ἑρπετοδιώχτη βάλτο διέσχισε τσαλαβουτῶντας·
καὶ μὲ τοῦ ἡλίου τὸ γέρμα καταντίκρυ πολεμῶντας,
σὲ σαβάνας ὄχθη ἐβγῆκε στὸν ἀντίπερα τὸν τόπον.

Τόπο ποὺ πρὶν ἄλλα μάτια δὲν τὸν εἴχανε ξανοίξει
καθὼς δόθη στοὺς ἀνθρώπους τῶν ματιῶν ἡ χάρι κι’ εἶδαν-
ὅμως κεῖ, ὅταν ἡ νύχτα ἤπιε τὴν στερνὴ λιαχτῖδαν,
τὴν κρυψῶνα τοῦ Ἀρχαίου Μυστικοῦ ’χε ἀνακαλύψει.

Ἔστεκαν πυργίσκοι ἀνοίκειοι παραπέρ’ ἀπ’ τὴν ἁπλάδα,
καὶ τειχιὰ καὶ προμαχῶνες ὡς κατάσπαρτοι περζῶναν
τοὺς ἀλαργινοὺς τοὺς τρούλλους ποὺ τὸ ἔδαφος λερῶναν
μὲ λεπροὺς μύκητες ὅμοιοι στοῦ ἀποβρόχου τὴν μουντάδα.

Ἕν’ ἀπρόθυμο φεγγάρι σφάδαζε ψηλὰ νὰ λάμψῃ
πάνω ἀπὸ πεδία ὅπου οἶκος τῆς ζωῆς δὲν χώρει·
κι’ ὡς χλωμόφεγγε μακρόθε τρούλλων καὶ πυργῶν τὸ θώρι,
μοχτηροὺς καὶ περικλείστους τοὺς εἶχ’ ὅλους διαγράψει.

Τότε αὐτὸς ποὺ πιλαλοῦσε νηὸ ἀγόρι στὰ μικρᾶτα
μὲς σ’ ἐρείπια κισσωμένα μὲ ἀποκοτιὰ γεμᾶτο,
ἀναῤῥίγησε στὴν θέα- κι’ ὅ,τι ἁπλώνετο ἐδῶ κάτω
χάλασμα νεκρὸ δὲν ἦταν ποὺ ἀνθρώπου χέρι ἐκράτα.

Ἐξωανθρώπινες φιγοῦρες, καί φαντὲς καί μαντευμένες,
γόνοι ὅπου μισοστέρηοι, μισοαιθέριοι ἐπῳαστῆκαν,
’πὸ ἄναστρα κενὰ ποὺ ἐχαῖναν οὐρανόθε ἀφροχυθῆκαν
κάτω, στῶν ἄδειων τειχῶν τους τὶς αὐλὲς τὶς μιασμένες.

Καὶ πρὸς τὰ κενὰ ἀπ’ τὴν ζώνη τὴν μιαρὴ τῆς τρέλας πέραν
ἄμορφες ὀρδὲς νὰ φύγουν ζοφερὰ ἀφροχειλίσαν,
τῶν ἀχνῶν νυχιῶν τους φόρτος τὰ ναυάγια ποὺ ἐσυλῆσαν
ἀπὸ πράγματα ποὺ ἀνθρῶποι ὠνειρεύτηκαν καὶ ξέραν.

Οἱ Ἁλιεῖς εἶν’ οἱ ἀρχαῖοι, τὸ Ἐξώτερο ἡ φωληά τους-
δὲν φηγήθη ὁ ἀρχιερέας, μέσ’ ἀπ’ τῶν θρυλῶν τοὺς δρόμους,
τὸ πῶς γύρεψαν καὶ ηὗραν τοῦ παληοῦ καιροῦ τοὺς κόσμους,
κι’ ἅρπαξαν, ἄνομη λεία, ὅ,τι ὠρέχθη ἡ ματιά τους;

Τὰ κρυφά, τρομοζωσμένα τὰ φυλάκια τους κλωσσᾶνε
πάνω σὲ μυριάδες κόσμους ποὺ στὸ σύμπαν κατοικοῦνε·
καὶ σὲ κάθε ζῶσα ῥάτσα μόνο ἀπέχθεια προκαλοῦνε,
ὅμως μὲς στὴν μοναξιά τους πάντ’ ἀλώβητοι περνᾶνε.

Ἀπὸ φρίκην ἱδρωμένος, ὁ θεατὴς ἀργοδιαβαίνει
τὸν ἑρπετοδιώχτη βάλτο πάλι πίσω νὰ γυρίσῃ,
ἔτσι ὥστε νὰ πλαγιάζῃ, ἥλιος νηὸς πριχοῦ ν’ αὐγίσῃ,
ἀσφαλὴς μὲς στὰ παλάτια ποὺ γιὰ ὕπνο κλινογέρνει.

Δὲν τὸν πρόσεξαν νὰ φεύγῃ, ἢ μὲ τὴν αὐγὴ νὰ ὁρίζῃ,
μήτε στὴν γυμνή του σάρκα ἔμεινε κάποιο σημάδι
ἀπ’ ὅ,τι εἶχεν ἀνταμώσει στὸ κατάρατο σκοτάδι-
ὅμως πλέον κάθε γαλήνη μὲς στὸν ὕπνο του σκορπίζει.

Ὅταν πειὰ στ’ ὠχρὸ τὸ ῥέμμα ἡ σπερνὴ δροσιὰ κοιμᾶται
καὶ στοιχειώνουνε οἱ ἥσκιοι τῶν ζουγκλῶν τὰ μονοπάτια,
φλογωμένα λαμποφέγγουν τῆς Ζιμπάμπουε τὰ παλάτια
γιὰ ἕναν βασιληὰ μεγάλο ποὺ νὰ ὀνειρευτῇ φοβᾶται.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

The Elder Pharos



















Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Στὸ Λένγκ, ὅπου βραχοκορφὲς ὑψώνοντ’ ἄγριες καὶ γυμνὲς
πρὸς ἄστρη κρύα ποὺ ἀμυδρὰ ματιὰ θνητοῦ ζυγώνει,
τινάζεται τὸ σύθαμπο μιὰ φωτοδέσμη μόνη,
ποὺ στὶς κυανὲς ἀχτῖδες της κλαῖν οἱ βοσκοὶ μὲ προσευχές.

(Ἂν καὶ οὐδεὶς εὑρέθη ἐκεῖ) Θρυλοῦν πὼς ἀναβλύζει
ἀπὸ ἑνὸς φάρου τὴν πηγὴ πάνω σὲ πύργο λιθινό,
κεῖ ὅπου ὁ στερνὸς Παληὸς ἔρμος ὑπάρχει στὸν καιρό,
καὶ πρὸς τὸ Χάος ὁμιλεῖ κάθε ποὺ τυμπανίζει.

Τὸ Πλάσμα, λὲν ψιθυριστά, μάσκα μεταξωτὴ φορεῖ
κίτρινη, ποὺ οἱ ἀλλόκοτες πτυχὲς νὰ κρύβουν μοιάζει
πρόσωπον ἐξωχθόνιον, ἂν καὶ οὐδεὶς τολμᾷ νὰ εἰπῇ
ποιὰ τὰ χαρακτηριστικά, ποὺ ἀνάγλυφ’ ἀπεικάζει.

Πολλοί, στ’ ἀνθρώπου τὴν αὐγήν, ἐγύρεψαν τὴν λάμψι,
ὅμως τὸ τὶ ἀνακάλυψαν, οὐδεὶς ποτὲ θὰ μάθῃ.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Στὸν τελευταῖο


Στὸν τελευταῖο

σμθ΄
                         
Ἀνήμερα ἐθνικῆς γιορτῆς, τὴν εἰκοστὴν ὀγδόη,
λύθη ὁ δεσμός, ἡ ἅλυσις, κι’ ἡ κόρδα λευτερώθη,
κι’ ἀερόπλευσες, φωτοσαϊττιά, κι’ ἀγκύρωσες στὰ οὐράνια.
Κουτάβι σ’ ἐμαζέψαμε, λυκάκι ἔρμο στὴν χλόη,
πολλὰ σ’ ὠνοματίσαμε, δὲν στέρηωσε κἂν ἕνα,
στῆς μνήμης τὰ δροσόχειλα τὸ «τελευταῖος» στερηώθη.
Ψυχή μου ἀνεμοφόρητη, μάτια μου ἡλιοβρεγμένα,
στέκομαι μπρὸς στὸ χῶμα σου, θανατοσυλλογιέμαι.
Φίλος; Ὀχτρός; Τέλος; Ἀρχή; Πόρος; Γιατρειά; Ἀῤῥώστια;
Μυριοκαλεῖται ἀβάφτιστος κι’ ἀνύπαρχτος πάντ’ ἄρχει,
κι’ ὅσο κι’ ἂν πολεμᾷ ὁ νοῦς κατάκαρδα νικιέμαι·
κι’ ἀγύριστος ὁ μισεμμός, μὰ φυέται ἐλπίδος στάχυ
ὁ βέβαιός μας πηγαιμός.

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Ὑψηλὴ μαγεία


Ὑψηλὴ μαγεία

Π

«Ἡ ποίησις», μοῦ εἶπε, «εἶναι τέχνη· πανίσχυρη τελετουργικὴ ὑψηλὴ μαγεία, ἡ ἀνωτέρα μορφὴ τοῦ εἴδους. Καὶ ὅπως καταλαβαίνεις κάθε τὶ ἀκραῖο ἐνέχει πάντα κάποιον κίνδυνον, ὡς φίδι σφιχτοπλεγμένο στὸν πυρῆνα του, ὅπου ἀδύνατο ν’ ἀφαιρεθῇ. Ἐργαλεῖο της ὁ ἀμόλευτος Λόγος, ὄχι φίλτρα καὶ βοτάνια καὶ θυμιάματα, καὶ ἡ ἔπαρσις τοῦ ποιητοῦ, ἔτσι ὅπως φαίνεται φορὲς πολλὲς εἰς τοὺς πολλούς, εἶναι τὸ δυνατὸ σφίξιμο τοῦ χεριοῦ του γύρω ἀπὸ τὴν πέννα. Ἐκεῖ δὲν ἁπλώνεται ἡ χώρα τῆς μετριοφροσύνης, κι’ ἂς φαντάζῃ ὁ πλέον μετριόφρων τῶν ἀνθρώπων στὴν καθημερινὴ ζωή του. Πῶς ἀλλιῶς, μὲ ποῖον θάῤῥος, θὰ ἐπικαλεστῇ τρομερὲς καὶ ἀσύλληπτες ὀντότητες γιὰ τὸν ἄνθρωπο, πῶς θὰ φωνάξῃ τὰ ὀνόματά τους ἂν νιώθῃ κοινός, ὀνόματα ὅπως τὸ Θεῖον, τὸ Κάλλος, ὁ Ἔρωτας, ὁ Θάνατος, ὁ Χρόνος… , τέτοιο φριχτὸ καὶ μέγα πλῆθος, ὥστε νὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν του καὶ νὰ συνομιλήσῃ μαζί τους. Πῶς θὰ κατεβάσῃ τὸν οὐρανὸ στὴν γῆ, πῶς θὰ δώσῃ μορφὴ στὸ ἀφανέρωτο, πῶς θὰ ἰχνηλατήσῃ τὴν σκιερὴ ἐνέργειά του».
     «Διαφέρει λοιπὸν πολὺ ὁ ποιητὴς ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους», εἶπα.
     «Σὲ τίποτα», εἶπε. «Ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνῃ τελεστικὸς μάγος ἂν τὸ θελήσῃ, ἀρκεῖ νὰ μάθῃ καλὰ τὴν τέχνη του, τὸν ὠργανωμένο, μὲ τελετουργικὸ σκοπό, λόγο, καὶ νὰ γέμῃ πάθους καὶ γενναιότητος. Στοὺς μυστικοὺς τόπους ὅπου θὰ βαδίσῃ, ἀγαπητέ, τὸν προσμένει ἡ πληρότης τῆς δημιουργίας, ὅμως κατόπιν ἀκολουθεῖ πάντα ἡ διάλυσις καὶ ἡ ἐρήμωσις».
     Τὸν καιρὸν ἐκεῖνο κατέφθασεν ἡ σερβιτόρα μὲ τὴν τέταρτη γύρα. Καὶ ἡ σερβιτόρα ἔσκυψε ν’ ἀποθέσῃ τὰ πιοτὰ στὸ τραπεζάκι. Καὶ καθὼς ἀπέθετε τὰ πιοτά, σκυμμένη, ἐφανερώθη τὸ στῆθος αὐτῆς εἰς ἐμένα καὶ ὁ κῶλος αὐτῆς εἰς τὸν συμπότη. Καὶ κατόπιν εὐχήθη «Στὴν ὑγειά σας!» καὶ ἀνεχώρησεν, ὅτι ἐκλήθη γιὰ νέα παραγγελία.
     «Ὡραῖα βυζιά! Μαγεία!» παρατήρησα.
     «Θεσπέσιος κῶλος! Ποίησις!» ἀναφώνησε. Ἀκολούθησαν ἡ διάλυσις καὶ ἡ ἐρήμωσις καθὼς πίναμε σιωπηλοὶ τὴν πρώτη γουλιά. Τὸν χτύπησα φιλικὰ στὴν πλάτη, «Σὲ νιώθω» τοῦ εἶπα, ἐκεῖνος ἔνευσε καὶ ξαναήπιαμε.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος


Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος

σμη΄

Ἡ ἐμμορφιὰ ἐντὸς κρατεῖ τὸ ἦθος,
τ’ ἄναρχον, τὸ ἀνάλλαγον, τὸ αἰώνιο,
τὸ ἀπάτητο τοῦ θείου λόγου βύθος.
Δὲν ἔχει χρεία κύκλιο κι’ ὀρθογώνιο
λόγου σκουτάρι ὅπου ὁ θνητὸς ὑψώνει
σὰν μπρός του ἐφάνη ζεῦγος καταχθόνιο:
Ὁ θεριστὴς μὲ τ’ ἄτι ὅντες ζυγώνῃ
φράζεται μὲ τειχιά, δόξες καὶ νόμους,
καμώνεται τὸν ἥσκιο ὅπου πετρώνει.
Τὸ κάλλος δὲν ζητάει καιροὺς καὶ χρόνους,
χύνετ’ ἐκ τὴν ἀείῤῥοη πρωτοκρήνη
φτάνει ὥσμε τὴν ψυχὴ ἀπὸ μύριους δρόμους.
Μολεύεται ὡς κυλᾷ μὰ ὅ,τι θὰ μείνῃ,
ἀλήστου γεύσεως νέκταρ, τὸ γνωρίζει,
προσγονατίζει, ἀχόρταγη, καὶ πίνει.
Τ’ ὥρηον οὐδεὶς τοῦ Γίγνεσθαι θεσπίζει,
μήτε τοῦ κεντρικοῦ πυρὸς ἡ ἑστία,
φωτόβροχο τοῦ Ἑνὸς τὸ πᾶν ῥαντίζει.
Ἕδρες, σχολές, κατώγια καὶ γραφεῖα
ματαίως ἱδροκοποῦν νὰ τὸ μορφώσουν
μὲ μῆτρες, μανιφέστα κι’ ἄλλ’ ἀστεῖα.
Πῶς τὴν βροχὴ νὰ λιθοπεριζώσουν,
τὸ σύγνεφο πῶς ν’ ἁλυσοδαμάσουν,
κάθε ἀρετὴ ἐνέχει, τί νὰ ὀρθώσουν.
Ὄντα χτιστά, καίγονται ν’ ἀπεικάσουν
μ’ ἥσκιους μὲς στὸ ψυχρὸ σπηληοντουβάρι
τὰ αἰθέρια, καὶ τὸν οὐρανὸ ἀποτάσσουν.
Τὸ κάλλος δὲν μετριέται μὲ καντάρι,
μακρόθε ἀναβοσβήνει, θεῖος φάρος,
κι’ ὁρίζει στὴν ψυχὴ ποιὰ ὁδὸ νὰ πάρῃ.
Προμάντεμμα μιᾶς γῆς μὲ δίχως βάρος
καὶ πρωταυγὴ ὅπου δὲν θὰ στερνοδύσῃ,
περβόλι ἀμάραντο, φαντὸ στὸ θάῤῥος.
Θρασίμι ἐκεῖ δὲν μέλλει νὰ βαδίσῃ,
κεῖ αὐγάζει τὸ βασίλειο τῶν γενναίων,
κι’ εἰς κάθε ἀσχήμια ἡ πύλη εὐθὺς θὰ κλείσῃ.
Εἷς νόμος κεῖ, τῶν ἀληθῶς ὡραίων,
τῶν ὄντως ὄντων, τῶν ἀεινῦν μαρμαίρουν,
τὸ ἐκμαγεῖο ἁπάντων τῶν σπουδαίων.
Ἡ τέχνη, ὅλες οἱ τέχνες, νὰ τὸ ξέρουν,
πολιτική, καλλιτεχνία ἢ ἄλλη,
τὸ κάλλος, θεῖο σπινθῆρα, ἐντός των φέρουν.
Πότε ἀγροικήθη ἀλήθεια πλέον μεγάλη
ἀπ’ τὴν ἀλήθεια «Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος»,
κι’ ἂν δίχως το, ψεῦδος καὶ καρναβάλι.